Πολιτισμός
Αντίο Έτορε

Ο Έτορε Σκόλα που έφυγε στις 19 Γενάρη υπήρξε ένας από τους τελευταίους «μεγάλους» Ιταλούς κινηματογραφιστές. Γύρισε πάνω από 40 ταινίες που παρακολουθούν την πορεία της μεταπολεμικής Ιταλίας. Υπήρξε πάντα στρατευμένος στην αριστερά.
 
Το 1947, δεκαέξι χρονών, ο Σκόλα άφησε τη γενέτειρά του, το επαρχιακό Τρεβίκο για να σπουδάσει νομικά στη Ρώμη, σύντομα όμως κατάληξε στο σατιρικό περιοδικό «Marc Aurelio», που φιλοξενούσε με έμμεσο τρόπο την κριτική απέναντι στο δεξιό μεταπολεμικό σκηνικό της Ιταλίας. Εκεί θα συναντήσει τον Φεντερίκο Φελίνι που έφτιαχνε σκίτσα. Τη γνωριμία τους και την όλη πορεία του Φελίνι θα ανακαλέσει 65 χρόνια αργότερα, όταν γύρισε το ντοκιμαντέρ «Τι παράξενο να σε λένε Φεντερίκο», φόρο-τιμής στον μεγάλο κινηματογραφιστή.
 
Όπως και ο μέντοράς του, ο Σκόλα πέρασε στο σενάριο και από κει στη σκηνοθεσία, το 1964. Το κινηματογραφικό είδος που μεσουρανούσε τότε ήταν η Κομέντια αλ Ιταλιάνα, ένα ιδιαίτερο ρεύμα που συνδύαζε την καλλιτεχνική παράδοση της Ιταλίας με την κληρονομιά του Νεορεαλισμού και του τέλους του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Ασχολείται κύρια με τις ζωές των φτωχών και καταφρονεμένων, αυτών που πολέμησαν τον φασισμό και βρέθηκαν τελικά στο περιθώριο. Όμως αντί για τον ρεαλισμό, η Κομέντια χρησιμοποιεί τη φάρσα και τη σάτιρα. Συχνά η ιστορία αφορά τον ανταγωνισμό μιας ομάδας κομπιναδόρων και μαφιόζων με μια άλλη αντίστοιχη, για να εκθέσει την άγνοια, τη διαφθορά, την ανηθικότητα, με σαφείς υπαινιγμούς για την Ιταλική κοινωνία. 
 
Ο Σκόλα δούλεψε μέσα σ’αυτή τη σχολή που είχαν εγκαινιάσει μεγάλοι δημιουργοί όπως ο Μάριο Μονιτσέλι και ο Ντίνο Ρίζι και την εμπλούτισε με την ιδιαίτερη κοινωνική ματιά του στρατευμένου αριστερού. Το 1976 βραβεύτηκε στις Κάννες για το «Βίαιοι, βρώμικοι, κακοί», τον βίο μιας λούμπεν πολυμελούς οικογένειας σε μια παραγκούπολη στις παρυφές της Ρώμης. Ένα χρόνο μετά γύρισε την πιο δημοφιλή ταινία του, «Μια ξεχωριστή μέρα». Πρόκειται για την 8η Μάη 1938, τη μέρα που ο Χίτλερ επισκέφτηκε τη Ρώμη και οι φασίστες είχαν οργανώσει θριαμβευτική υποδοχή. Η Σοφία Λόρεν, μια καταπιεσμένη νοικοκυρά συναντά και συνευρίσκεται με τον γείτονά της (Μ. Μαστρογιάννι) που αναχωρεί για τη Σαρδηνία, όπου εκτοπίζεται ως κομμουνιστής και ομοφυλόφιλος. 
 
Λίγα χρόνια πριν έχει γυρίσει το «Κι αγαπιόμαστε τόσο πολύ». Εκεί παρακολουθεί την πορεία τριών συντρόφων της αντίστασης στον Μουσολίνι, που μετά τον πόλεμο τράβηξαν διαφορετικούς δρόμους για να συναντηθούν πολλά χρόνια αργότερα. Ο Σκόλα κάνει σκληρή κριτική στους αριστερούς που πήγαν δεξιά, που έγιναν φίλοι και κόλακες της αστικής ιδεολογίας, είτε το έκαναν για το χρήμα, είτε για τη δόξα. Στην πικρή αυτή ταινία, δικαιώνει τον μοναδικό της παρέας που παρέμεινε πιστός στην ιδεολογία του.
 
Μέλος του Κ.Κ.Ι.
Ο Σκόλα ήταν μέλος του Κ.Κ. Ιταλίας. Δεν το έκρυβε. Κινηματογραφούσε τακτικά τα φεστιβάλ της «Unita» της εφημερίδας του Κ.Κ.Ι και το 1989 συμμετείχε στην «σκιώδη» κυβέρνηση του Κ.Κ. σαν υπεύθυνος για τα θέματα πολιτισμού. Το ΚΚΙ, παρά τη μαζικότητα και μεγάλη επιρροή του στην Ιταλική εργατική τάξη, ακολούθησε μια διαρκή τροχιά προς τα δεξιά και από τον Ευρωκομμουνισμό κατέληξε μέσω του «Ιστορικού συμβιβασμού» στην μετατροπή σε ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Ο Σκόλα αν και εντός του κόμματος, έβλεπε την κατάντια και δεν έχανε ευκαιρία να την καυτηριάζει. 
 
Περισσότερο από κάθε έργο του το εκφράζει στην «Ταράτσα» (1980), όταν ο ίδιος βρίσκεται σε δημιουργικό απόγειο ενώ το Κ.Κ.Ι στη μέση του κατήφορου προς την σοσιαλδημοκρατικοποίηση. Δείχνει μια παρέα αριστερών διανοούμενων που κατέχουν σημαντικά πόστα στον τύπο, το σινεμά και την τηλεόραση της εποχής και συντρώγουν τακτικά στην ταράτσα του σπιτιού του πλουσιότερου. Ο Σκόλα εκθέτει την κενότητα, την υπεροψία, τη δεξιά κατάντια αυτών που υποτίθεται ότι είναι η πρωτοπορία της ιντελιγκέντσιας και ανάμεσα στις συναντήσεις παρακολουθεί τη ζωή κάθε ενός να ακροβατούν μέσα στους αστικούς θεσμούς, με υποκρισία, ασυνέπεια και υπαρξιακά αδιέξοδα, για τα οποία ασφαλώς «φταίνε οι συνθήκες», ο κόσμος «που δεν καταλαβαίνει», η επανάσταση «που δεν έρχεται» κ.ο.κ. Κι όλα αυτά μόλις το 1980, πριν ακόμα γευτούμε τα έργα και ημέρες του ΚΚΙ στην κυβέρνηση.
 
Σε αντίθεση με αυτούς, ο Σκόλα παρέμεινε στην αριστερά. Το 2001 συμμετείχε στο συλλογικό ντοκιμαντέρ «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός» που αναφερόταν στη μεγάλη διαδήλωση της Γένοβας, το 2002 συνυπέγραψε το «Γράμματα από την Παλαιστίνη». Για το θάνατό του ο Ματέο Ρέντσι έσπευσε να εξάρει την «κοφτερή του ματιά στην κατανόηση της Ιταλίας και των αλλαγών που συνέβησαν…». Πρόκειται για ύβρη για τον δημιουργό που επειδή είχε κοφτερή ματιά και διαίσθηση, προειδοποιούσε για τις αλλαγές που έφερναν τύποι σαν τον Ρέντσι, τον Πρόντι και οι όμοιοί τους διεθνώς (και στην Ελλάδα ασφαλώς)!