Τέταρτος χρόνος κρίσης. Από την “ελληνική” στην “ιρλανδική” τραγωδία

Η παγκόσμια οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση έχει μπει για τα καλά στην τέταρτη χρονιά της. Η απελπιστική κατάσταση της ιρλανδικής οικονομίας και οι εντάσεις στην Ευρωζώνη που ήρθαν σε πρώτο πλάνο λόγω της Ιρλανδίας δείχνουν πως η κρίση έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά της. Στο τελευταίο επεισόδιο αυτών των εξελίξεων έχουν συμβάλει τρεις παράγοντες: οι ανισορροπίες της παγκόσμιας οικονομίας, η συνεχιζόμενη τραπεζική κρίση και οι επιπτώσεις της λιτότητας.

Η πιο σημαντική παγκόσμια οικονομική ανισορροπία είναι αυτή μεταξύ κρατών-χρεωστών και κρατών-πιστωτών. Η Κίνα και η Γερμανία είναι οι δύο μεγαλύτεροι εξαγωγείς βιομηχανικών αγαθών. Κατά συνέπεια, συνήθως έχουν τεράστια πλεονάσματα πληρωμών. Εντελώς συμμετρικά απέναντί τους έχουν κράτη όπως τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τις πιο αδύναμες οικονομίες της Ευρωζώνης. Αυτές οι χώρες εισάγουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσες εξάγουν και δανείζονται από τα κράτη-πιστωτές για να καλύψουν τη διαφορά.

Η ροή κεφαλαίου και αγαθών από την Κίνα και τις ΗΠΑ κράτησε όρθια την παγκόσμια οικονομία την τελευταία δεκαετία. Ομως αυτή η σχέση γινόταν όλο και πιο συγκρουσιακή καθώς οι ΗΠΑ προσπαθούσαν να υποτιμήσουν το δολάριο ώστε να κάνουν τις εξαγωγές τους φτηνότερες.

Στην πρόσφατη σύνοδο των G20 στη Σεούλ, η Κίνα κατάφερε επιτυχώς να αντισταθεί στις αμερικανικές πιέσεις που ήθελαν να ενισχυθεί το κινέζικο νόμισμα έναντι του δολαρίου. Στην Ευρώπη, η σύγκρουση μεταξύ κρατών-πιστωτών και χρεωστών εξελίσσεται σε μεγάλο βαθμό εντός του πλαισίου της Ευρωζώνης. Είναι επίσης πολύ πιο άνιση, μιας και φέρνει αντιμέτωπη τη Γερμανία, την οικονομική ατμομηχανή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενάντια σε πολύ μικρότερα και πιο αδύναμα κράτη -πρώτα απ'όλα την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ισπανία.

Στόχοι

Ο ίδιος ο σχεδιασμός της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) που οδήγησε στην κυκλοφορία του ευρώ το 1999 είχε δύο βασικούς στόχους, όπως το σκέφτονταν τουλάχιστον οι αρχιτέκτονές του που στην πλειονότητά τους ήταν Γάλλοι.

Ο πρώτος στόχος ήταν να μετατρέψει την ΕΕ σε αντίβαρο των ΗΠΑ, ο δεύτερος ήταν να ελέγξει τη γερμανική οικονομική ισχύ και να τη θέσει στην υπηρεσία κοινών ευρωπαϊκών στόχων. Όμως, η ΟΝΕ απέτυχε εντελώς σε αυτούς τους στόχους, λόγω των εγγενών της προβλημάτων. Πάντα υπήρχαν βαθιές οικονομικές αποκλίσεις μεταξύ των χωρών του ευρώ, αποκλίσεις που οξύνθηκαν έντονα μέσα στην τελευταία δεκαετία.

Οι γερμανικές εταιρείες κατάφεραν να αναδιαρθρωθούν και να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητά τους σε βάρος των εργατών τους. Οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν στάσιμοι στη δεκαετία του 2000, βοηθώντας τη Γερμανία να διατηρήσει μερίδιο 9% με 10% στις παγκόσμιες εξαγωγές, παρά την εκρηκτική μεγέθυνση της Κίνας. Στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν. Αυτό σήμανε πως οι Ευρωπαίοι εταίροι της Γερμανίας γίνονταν λιγότερο ανταγωνιστικοί, όμως δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν υποτιμήσεις στα νομίσματά τους ώστε να φτηναίνουν οι εξαγωγές τους.

Οταν τέτοιες αποκλίσεις υπάρχουν στο εσωτερικό ενός κράτους μπορούν να παραμένουν υπό έλεγχο. Η κρατική φορολογία και οι κρατικές δαπάνες συνήθως μεταφέρουν πόρους από τις πλούσιες στις φτωχές περιοχές. Όμως η ΟΝΕ είναι καθαρά νομισματική ένωση και -με την επιμονή της Γερμανίας- τα κράτη-μέλη που θα συναντούσαν χρηματοπιστωτικά προβλήματα δεν μπορούσαν να δεχτούν ενίσχυση για να διασωθούν.

Στα σχετικά ήσυχα χρόνια μετά την κυκλοφορία του ευρώ, οι χρηματαγορές τα παρέβλεπαν όλα αυτά. Τα πιο αδύναμα μέλη της Ευρωζώνης μπορούσαν να δανείζονται με επιτόκιο ελάχιστα μεγαλύτερο από αυτό της Γερμανίας. Αυτά τα φτηνά δάνεια τροφοδότησαν την άνθηση της οικοδομής και της κατανάλωσης στην Ιρλανδία και τη νότια Ευρώπη. Και όταν η οικονομική άνθηση έφτασε στο τέλος της το 2007-2008, οι κυβερνήσεις δανείστηκαν και ξόδεψαν αφειδώς για να εμποδίσουν την Υφεση να φτάσει σε επίπεδα δεκαετίας '30.

Η αύξηση του δημόσιου και του ιδιωτικού χρέους έγινε τόσο επικίνδυνη διότι ταυτόχρονα εξελισσόταν η τραπεζική κρίση που οδήγησε στο μεγαλύτερο χρηματοπιστωτικό κραχ μετά το 1914, το φθινόπωρο του 2008. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες είχαν δανειστεί μαζικά φουσκώνοντας την τεράστια κερδοσκοπική φούσκα γύρω από την αγορά ακινήτων που αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ και σε ορισμένα σημεία της Ευρώπης στα μέσα της δεκαετίας του 2000.

Φούσκες

Πέρα από τις ΗΠΑ, η χώρα που όλα αυτά συνέβησαν στο μεγαλύτερο βαθμό ήταν η Ιρλανδία, όπου η φούσκα των ακινήτων έφτασε στην κορύφωσή της να αντιστοιχεί στο ένα πέμπτο του εθνικού εισοδήματος. Όμως, στη Γαλλία και στη Γερμανία, χώρες που είχαν αποφύγει τέτοιες υπερβολές, οι τράπεζες είχαν μπλέξει πολύ βαθιά αγοράζοντας αμερικάνικα χρηματοπιστωτικά παράγωγα και δανείζοντας σε χώρες της νότιας Ευρώπης.

Το κύμα των κρατικών ενισχύσεων που σηκώθηκε το φθινόπωρο του 2008 είχε σκοπό να φτιάξει αντιστηρίγματα για να μην καταρρεύσουν οι τράπεζες. Όμως, η τελευταία “Εκθεση Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας” που δημοσίευσε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά τις απώλειες των τραπεζών στα χρόνια 2007-2010 σε 2,2 τρισεκατομμύρια δολάρια. Είναι λιγότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις αλλά το ποσό παραμένει θηριώδες.

Η ίδια Έκθεση επισημαίνει ότι τα ογκώδη δάνεια που είχαν πάρει οι τράπεζες στη διάρκεια της άνθησης σημαίνουν πως πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν περισσότερα από 4 τρισεκατομμύρια δολάρια χρέους μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο για της τράπεζες της Ευρωζώνης παρά για τις αμερικάνικες και τις βρετανικές.

Η συνεχιζόμενη ευθραυστότητα των τραπεζών έχει κεντρική σημασία για τις πρόσφατες κρίσεις της Ευρωζώνης. Τον Απρίλη και το Μάη, οι χρηματαγορές ανέβασαν στα ύψη τα επιτόκια των ελληνικών κρατικών ομολόγων αναμένοντας ότι η Ελλάδα θα δηλώσει αδυναμία αποπληρωμής του χρέους της. Αυτό που οδήγησε την Ευρωζώνη να παρέμβει ήταν εν μέρει ο φόβος της “μεταδοτικότητας”, με άλλα λόγια, ο φόβος ότι η κρίση αξιοπιστίας δεν θα περιοριζόταν στην Ελλάδα. Ήταν όμως το γεγονός ότι οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες είχαν δώσει μεγάλα δάνεια στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία που ανάγκασε την Άνγκελα Μέρκελ και τον Νικολά Σαρκοζί να σκεφτούν προσεκτικά.

Έτσι, η απόφαση της ΕΕ, το Μάη, να φτιαχτεί ένα Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας με 440 δισεκατομμύρια ευρώ ήταν στην πραγματικότητα μια δεύτερη διάσωση των τραπεζών. Παρόλο που η Μέρκελ έφτασε να συμφωνήσει, μετά από πίεση του Σαρκοζί και του Μπαράκ Ομπάμα, στη συνέχεια η γερμανική κυβέρνηση κινήθηκε για να γίνουν αλλαγές στις συνθήκες της ΕΕ ώστε να επιβάλονται κυρώσεις σε κράτη-μέλη που δαπανούν και δανείζονται υπερβολικά.

Η σκληρή γερμανική στάση ήταν εν μέρει αποτέλεσμα εγχώριων πολιτικών πιέσεων. Όμως ήταν και αντανάκλαση της αυτοπεποίθησης λόγω της έντονης ανάκαμψης των γερμανικών εξαγωγών, ειδικά στον τομέα των ολοκληρωμένων βιομηχανικών αγαθών που έχουν έντονη ζήτηση στην Κίνα η οποία αναπτύσσεται. Το χάσμα βαθαίνει ανάμεσα στη Γερμανία ακόμη και με τη Γαλλία, τη δεύτερη μεγάλη δύναμη της Ευρωζώνης.

Τα σκληρά παζάρια της Γερμανίας έχουν αυξήσει τις εντάσεις στο εσωτερικό της Ευρωζώνης. Ενώ, η προειδοποίηση της Μέρκελ ότι με τις αλλαγές στις συνθήκες της ΕΕ, οι δανειστές θα πρέπει να πληρώνουν ένα μέρος των μελλοντικών διασώσεων, τρομοκράτησε της αγορές.

Το άμεσο θύμα ήταν η Ιρλανδία. Τον Οκτώβρη του 2008, η ιρλανδική κυβέρνηση εγγυήθηκε τα περισσότερα χρέη των τραπεζών της, έτσι σύμφωνα με τη διατύπωση των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς: “οι χρηματαγορές έβλεπαν πλέον το κράτος και τις τράπεζες ως μία ενιαία οντότητα”. Όμως οι ιρλανδικές τράπεζες χρεοκόπησαν και παρέμεναν ζωντανές μόνο χάρη στα δάνεια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Καθώς αυτή η κατάσταση ξεκαθάριζε τις τελευταίες βδομάδες, οι τράπεζες της χώρας άρχισαν να αιμορραγούν χάνοντας καταθέσεις Πολυεθνικών και τα επιτόκια πάνω στο δημόσιο χρέος της χώρας εκτοξεύθηκαν σε αβάσταχτα επίπεδα.

Μισο - προτεκτοράτο

Το περασμένο σαββατοκύριακο, η ιρλανδική κυβέρνηση αποδέχθηκε αυτό που οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς αποκάλεσαν κυνικά: “καθεστώς μισο-προτεκτοράτου όπως της Ελλάδας, κάτω από την κηδεμονία της τρόικας ΔΝΤ-ΕΚΤ-Κομισιόν”. Όμως κανείς δεν ξέρει αν αυτό θα σταματήσει τη “μεταδοτικότητα”. Αν οι χρηματαγορές αρχίσουν να στοχεύουν την Ισπανία, η οποία επίσης είναι θύμα φούσκας στα ακίνητα και πολύ μεγαλύτερη οικονομία από την Ελλάδα ή την Ιρλανδία, η Ευρωζώνη μπορεί να βρεθεί σε πραγματικό κίνδυνο.

Ένας τρίτος αποσταθεροποιητικός παράγοντας είναι οι πολιτικές λιτότητας που σαρώνουν την Ευρώπη. Υποτίθεται ότι εφαρμόζονται για να μειωθεί το δημόσιο χρέος μέσω των περικοπών των δημόσιων δαπανών, όμως όλα τα σημάδια δείχνουν πως κάνουν τα πράγματα χειρότερα. Η ελληνική κυβέρνηση μόλις αναγκάστηκε να δεσμευτεί ότι θα κάνει ακόμη πιο μεγάλες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες, διότι ήρθαν στο φως εκτιμήσεις πως το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα είναι φέτος 9,4% του ΑΕΠ, αντί για 8% που είχε συμφωνηθεί όταν ξεκίνησε η “σωτηρία” από την ΕΕ και το ΔΝΤ.

Ένας λόγος που χάθηκε αυτός ο στόχος είναι ότι η οικονομία συρρικνώθηκε κατά ένα απροσδόκητα υψηλό 4,2%. Η λιτότητα, περιορίζοντας τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες, μειώνει την οικονομική παραγωγή και έτσι κάνει ακόμη πιο βαρύ το φορτίο του κρατικού δανεισμού. Παρά την ισχυρή ύφεση και τις άγριες περικοπές, μια έκθεση του ΔΝΤ για την Ιρλανδία επιμένει ακόμη πως “τα υψηλά επίπεδα τιμών και μισθών στην Ιρλανδία απαιτούν μια περίοδο 'εσωτερικής υποτίμησης' τα επόμενα χρόνια ώστε να υποστηριχθεί η αύξηση των εξαγωγών.”

Η μόνη θεραπεία για τα δεινά της λιτότητας που προσφέρει η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη συναίνεση είναι ακόμη περισσότερη λιτότητα. Η προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος εξαρτάται από τους μαζικούς κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες που χρειάζονται για να σπάσει ο ασφυκτικός κλοιός του νεοφιλελευθερισμού.