Εκθεση για τη Βάσω Κατράκη

Η Βάσω Λεονάρδου γεννιέται το 1914, με την έναρξη του Α' Παγκόσμιου Πόλεμου στο Αιτωλικό Αιτωλοακαρνανίας. Έρχεται στην Αθήνα το 1936, τα χρόνια της μεταξικής δικτατορίας και γράφεται στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, απ' όπου αποφοιτά το 1940. Κατά τη φοιτητική της ζωή γνωρίζεται με “τις ιδέες για κοινωνική δημοκρατία” που την συνεπαίρνουν, όπως αναφέρει η ίδια. Στα χρόνια της κατοχής συμμετέχει στο σχεδιασμό αντικατοχικού προπαγανδιστικού υλικού μέσα από το εργαστήριο του Κεφαλληνού. Σύντομα οργανώνεται στο ΕΑΜ Καλλιτεχνών. Από την περίοδο αυτή βρίσκουμε αρκετές ξυλογραφίες της σε παράνομες εκδόσεις. Το 1945 με το σύντροφό της ακολουθούν την ΕΠΟΝ και τον ΕΛΑΣ.

Στα επόμενα χρόνια, η Βάσω Κατράκη γίνεται σιγά-σιγά γνωστή και διακρίνεται σε μια σειρά διεθνείς διοργανώσεις με σημαντική στιγμή τη Μπιενάλε της Βενετίας του 1966, όπου κερδίζει το βραβείο Λιθογραφίας. Παρά τη διεθνή της φήμη, η χούντα που έρχεται σύντομα δεν διστάζει να τη συλλάβει και να τη στείλει εξορία στη Γυάρο. Από ‘κει θα ελευθερωθεί το '68 μετά από έντονες διεθνείς και ελληνικές πιέσεις. Επιστρέφει στην Αθήνα. Η Βάσω Κατράκη πεθαίνει το 1988.

Η σταθερή σε όλη της τη ζωή αφοσίωσή της στην πάλη για έναν καλύτερο κόσμο είναι από τους κεντρικούς πυλώνες της δουλειάς της και αναγκαίος παρονομαστής για την προσέγγιση του κόσμου της τέχνης της. Παρά τις λιγοστές αναφορές στην πολιτική της τοποθέτηση, το έργο και μια συνέντευξη της ίδιας στην έκθεση μας τοποθετούν στέρεα στη μεριά της.

Η Βάσω Κατράκη ξεκινάει αρχικά με τη ζωγραφική κοντά στον Παρθένη αλλά σύντομα ανακαλύπτει τη χαρακτική που τελικά την κερδίζει.

Τα περισσότερα πρώιμα έργα της τα δουλεύει σε ξύλο ανατρέχοντας στις μνήμες από τη γενέτειρά της. Πολύ σύντομα τα θέματά της επεκτείνονται στους κοινωνικούς αγώνες, όπως εικόνες από διαδηλώσεις ή μάχες. Η παραδοσιακή χάραξη στο ξύλο με την επίσης παραδοσιακή εικαστική γλώσσα, αποτελούν ένα πρόσφορο μέσο, που αφενός η ίδια χειρίζεται άρτια και αφετέρου υπηρετεί τις ανάγκες της περιόδου για χρήση των έργων προς μαζική αναπαραγωγή στην τυπογραφία (που άλλωστε αποτελεί και έναν πάγιο ρόλο της χαρακτικής). Ήδη από τα έργα αυτής της περιόδου αναδύεται κυρίαρχη στη θεματική της η ανθρώπινη μορφή.

Πέρα από ψαράδες συναντάμε συχνά γυναικείες φιγούρες με παιδιά με χαρακτηριστικά μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια, πάντα όμως ανθρώπινα όντα που αντιμετωπίζουν τη ζωή τους με αξιοπρέπεια. Είναι η περίοδος του “κοινωνικού ρεαλισμού”, καθώς προσπαθεί να αναδείξει τις πλευρές εκείνες της κοινωνικής ζωής, που αποτελούν έκφραση των ταξικών αντιθέσεων.

Δεύτερη φωνή

Ωστόσο, η ξυλογραφία θα παραμείνει, όπως χαρακτηριστικά λέει η ίδια, δεύτερη φωνή. Στα μέσα της δεκαετίας του '50, έρχεται σε επαφή με ένα άλλο υλικό, την πέτρα.

“Στην περιπλάνηση των αναζητήσεων μου για το υλικό που θα πλήρωνε τις εκφραστικές μου ανάγκες, στάθηκα στον ψαμμίτη λίθο, που με την αδρή του επιφάνεια και την αδιερεύνητη περιοχή του μου άνοιγε το δρόμο στα μεγάλα σχήματα και στην πλατιά και ελεύθερη χειρονομία.” Στο μεταξύ γνωρίζει από κοντά την χάραξη της πέτρας, μιας αρχαίας κινέζικης πρακτικής. Στην πορεία για κατάκτηση της τέχνης της φτάνει να δημιουργεί έργα που ισορροπούν μεταξύ γλυπτικής και χαρακτικής. Αυτές οι ογκώδεις πέτρινες μήτρες, (βλέπουμε ορισμένες στην έκθεση) είναι από μόνες τους συγκλονιστικές δημιουργίες που φέρνουν τα σημάδια των εργαλείων και των κινήσεων της Κατράκη. Δημιουργεί μορφές μνημειακές, με καθαρά περιγράμματα και απλοποιημένα σχήματα, συμπυκνωμένες στην ουσία τους, καθώς και μεγάλες συνθέσεις, ενώ χρησιμοποιεί και μορφές αλόγων. Στα ύστερα έργα της, κατά τη διάρκεια της χούντας αλλά και τα πρώτα μεταδικτατορικά χρόνια, απεικονίζονται ανθρώπινες μορφές συχνά ακρωτηριασμένες. Όπως λέει η ίδια, ο ακρωτηριασμός της ομορφιάς παριστά τον λεηλατημένο κοινωνικό κύκλο της ζωής μας από το φασιστικό καθεστώς του Παπαδόπουλου. Στην όψιμη περίοδο, χρησιμοποιώντας “διάφορα φρούτα από το μπαξέ της τέχνης του 20ου αιώνα, όπως τον κυβισμό και τον εξπρεσιονισμό”, ζωντανεύει όλο και απλούστερες αλλά και πιο στέρεες μορφές, αναζητώντας την ουσία της ανθρώπινης υπόστασης.

Ακολουθώντας το νήμα του έργου της, παρακολουθούμε τα μεγάλα γεγονότα και τους κοινωνικούς αγώνες που σημαδεύουν την ελληνική πραγματικότητα τον 20ο αιώνα μέσα από το δρόμο της τέχνης.

Σύλβια Φεσσά

Πληροφορίες: η έκθεση παρουσιάζεται στο μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης  Νεοφύτου Δούκα 4, Κολωνάκι - τηλ.: 210-7228321-3

Ημέρες / ώρες Δευτ., Τετ., Παρ., Σάβ. 10 π.μ.-5 μ.μ. Πέμ. 10 π.μ.-8 μ.μ. Δωρεάν ξεναγήσεις για το κοινό κάθε Πέμπτη 19:00 και Κυριακή 13:00