Ενας σκηνοθέτης της Ταϊλάνδης που αντιστέκεται

Ο 39χρονος Ταϊλανδός σκηνοθέτης με το δυσκολοπροφέρετο για εμάς όνομα, που χάριν ευκολίας οι περισσότεροι αποκαλούν χαϊδευτικά “Joe”, γιατί δεν μπορούν κι αλλιώς εδώ που τα λέμε, δεν είναι τυχαίος στα κινηματογραφικά πράγματα κι ας έγινε διάσημος μόνο μετά την βράβευση της τελευταίας του ταινίας στο φετινό φεστιβάλ στις Κάννες, «Ο θείος Μπούμνι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του», κερδίζοντας τον Χρυσό Φοίνικα. Τρείς στο σύνολο, από τις έξι μεγάλου μήκους ταινίες του, έχουν κερδίσει τα σημαντικότερα βραβεία του φεστιβάλ αυτού. Το “Blisfully Yours*”, βραβείο «Ένα κάποιο βλέμμα» το 2002, το “Tropical Malady”, (που ξεκίνησε να παίζεται στους κινηματογράφους εδώ αυτή την εβδομάδα) «Ειδικό βραβείο Κριτικής Επιτροπής» το 2004 και φυσικά η φετινή του κορυφαία διάκριση.

Αλλά και στην Ελλάδα είχε κερδίσει τον Χρυσό Αλέξανδρο στο Φεστιβάλ Θες/κης το 2002 για την ταινία του: « *Για πάντα δικός σου».

Ο Απιτσατπόνγκ Ουερασεθακούλ, (ευτυχώς που υπάρχει και το copy/paste) εκπροσωπεί ένα κινηματογραφικό στυλ αισθητικά τολμηρό καθώς και πρωτοπόρο φορμαλιστικά, ένα μείγμα δηλαδή, αλλόκοτης οπτικής ποίησης, ονείρων, ψευδαισθήσεων και υποδόριου χιούμορ, που καλούν τον θεατή να τα αποκρυπτογραφήσει. Ικανότατος τεχνίτης και πολύ καλός γνώστης της κινηματογραφικής γλώσσας, μεταβάλλει τα όρια της, δημιουργώντας ένα αποτέλεσμα με έντονη την προσωπική του σφραγίδα, όσο ταυτόχρονα σύγχρονο και πολύ φρέσκο. Άλλωστε όπως λέει κι ίδιος, το σενάριο στις ταινίες του είναι αρκετά «ευέλικτο» και τις περισσότερες φορές μεταλλάσσεται στην πορεία δημιουργίας της ταινίας.

Γεννήθηκε στην ΒΑ Ταϊλάνδη από γονείς γιατρούς, οπού και γύρισε την πρώτη του ταινία, ξεκινώντας το 1997 και τελειώνοντας το 2001, με πέντε άτομα συνεργείο και με μικρό προϋπολογισμό, πηγαίνοντας στα χωριά και ζητώντας από τους κατοίκους τους να του διηγηθούν μια ιστορία. «Μ’ αρέσει να διηγούμαι ιστορίες από τον τόπο μου που με εμπνέει». Ένωσε αλυσιδωτά τις ιστορίες, φτιάχνοντας κάτι ανάμεσα σε ταινία μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ.

Μαγεία

«Πήγαινα στο σινεμά, γιατί μ’ αρέσει το σκοτάδι και η μαγεία του κινηματογράφου. Εκτέθηκα σε πολλές ταινίες και θέλησα να γίνω κομμάτι αυτού του κόσμου». «Το σινεμά είναι σαν ένα ναρκωτικό. Αποτελεί ένα καταφύγιο όταν δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις την πραγματικότητα». Σπούδασε αρχιτεκτονική, πράγμα που όπως λέει ο ίδιος, τον βόηθησε πάρα πολύ στην διαχείριση του χρόνου και του χώρου στις ταινίες του. Ακολούθησαν οι σπουδές Visual Arts στο Σικάγο, που τον έφεραν σ’ επαφή με τις πειραματικές ταινίες του Andy Warhol και άλλων.

Έχει κληθεί στην επιτροπή λογοκρισίας της χώρας του, γιατί έδειξε σε ταινία του γιατρούς να πίνουν εν ώρα εργασίας σε νοσοκομείο. Στην 12μελή επιτροπή από αστυνομικούς, γιατρούς, βουδιστές καλόγερους και κινηματογραφιστές όπου πέρασε, αφού του επισήμαναν, πως η σκηνή κόπηκε γιατί τέτοιο περιστατικό δεν θα συνέβαινε ποτέ στην Ταϊλάνδη, του συνέστησαν «να σταματήσει να κάνει ταινίες και να ξαναπάει στην κινηματογραφική σχολή για να σπουδάσει», μιας και τους ξέφυγε! Υπήρξε περίπτωση όπου σε κομμένη σκηνή διάρκειας 5 λεπτών, έβαλε μαύρο στην θέση της, οπότε και μετατράπηκε έτσι όταν προβαλλόταν, σε μια πράξη διαμαρτυρίας. «Φανταστείτε ότι ακόμα και χολιγουντιανές παραγωγές φτάνουν να λογοκρίνονται».

Και δεν είναι μόνο αυτό. Υπάρχουν πολλά ακόμη πολιτικά ταμπού στην Ταϊλάνδη καθώς είναι μια χώρα με μεγάλη διαφθορά. Η ένταση υποβόσκει. Οι  νεκροί της πρόσφατης εξέγερσης των «Κόκκινων Πουκαμίσων»  που απαιτούσαν την παραίτηση του πρωθυπουργού, αυτό δείχνει. Η πόλωση που εκφράστηκε κατά την διάρκεια των γεγονότων και με επίσημες θέσεις του στυλ: « Ο κόσμος που είναι συγκεντρωμένος κι έχει κλείσει το κέντρο της Μπανγκόγκ, καθυστερεί τις δουλειές κι ο χρόνος είναι χρήμα, άρα ξεφορτωθείτε τους» ή η δήλωση ιερέα ότι: «το να σκοτώνεις κομμουνιστές δεν είναι αμαρτία», είναι προφανώς χαρακτηριστικές. Ο ασφυκτικός έλεγχος της κυβέρνησης πάνω στα πράγματα, χρησιμοποιώντας τον εθνικισμό, την εκπαίδευση που τον καλλιεργεί, την αστυνομία, τα ΜΜΕ, τον έλεγχο του internet και των τεχνών, είναι τακτική που συνεχίζεται, παρόλο του ότι υπάρχει διεθνώς μια αίσθηση ότι το κλίμα έχει σταθεροποιηθεί. «Τα τελευταία πέντε χρόνια νιώθω ότι τα πολιτικά πράγματα στην χώρα μου, αρχίζουν και γίνονται προσωπική μου υπόθεση. Κι αυτό με εμπνέει».