«45 τετραγωνικά» του Στράτου Τζίτζη

Τα «45μ2» είναι μια «γυναικεία» ταινία, η δεύτερη του σκηνοθέτη με κέντρο τη σύγχρονη γυναίκα. Εκεί όμως που στο προηγούμενο «Σώσε με», παρουσίαζε μια ηρωίδα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης που περίμενε τη σωτηρία, η Χριστίνα, η ηρωίδα του «45μ2» δεν έχει αυτή την πολυτέλεια, θα αλλάξει τη ζωή της μόνη της.

Η Χριστίνα ασφυκτιά. Είναι μια νέα και ωραία κοπέλα, απόφοιτος ΤΕΙ διακοσμητικής που εργάζεται πωλήτρια σε μαγαζί με τσάντες πολυτελείας στο Κολωνάκι. Γνήσια εκπρόσωπος της γενιάς των 700 (το πολύ) ευρώ. Στην πρώτη σκηνή της ταινίας την παρακολουθούμε σε «μιλημένη» συνέντευξη για ένα «παραθυράκι» φύλακα στο μουσείο της Ακρόπολης, όπου κόβεται με το επιχείρημα ότι δεν έχει πτυχίο ΑΕΙ! Δεν χαρίζεται στον λιγδωμένο κομματάρχη: «Πες μας ότι την έδωσες ήδη τη δουλειά, τι συζητάμε τώρα;»

Η Χριστίνα μένει κάπου στα Δυτικά με τη χήρα μητέρα της, η οποία τη γεμίζει διαρκώς άγχος και στεναχώρια, γιατί ως γνωστόν τα χρόνια περνούν και δεν κατάφερε να την «αποκαταστήσει». Δίκαια δυσανασχετεί: «Θέλω να ανησυχώ εγώ για τον εαυτό μου και όχι για τη μάνα μου που ανησυχεί για μένα»!

Αναζητά απαντήσεις στην παρέα της, αλλά χωρίς ανταπόκριση: Η κλασσική εικόνα της καφετέριας με συζητήσεις που κυμαίνονται από το κύπελο ποδοσφαίρου μέχρι Γιουροβίζιον το πολύ. Ο γκόμενός της στο ίδιο μήκος κύματος, μένει με τους τελείως αποξενωμένους γονείς του και ξεχνιέται ανάμεσα στο γήπεδο και την θέαση πορνοταινιών.

Αναζήτηση

Η Χριστίνα είναι γνήσιο λαϊκό παιδί, αυτός είναι ο κόσμος της, τα λαϊκο-ποπ τραγούδια και η Γιουροβίζιον, τα έντονα βαμμένα νύχια, τα λουσάτα ρούχα, όμως δεν την καλύπτουν, διαισθάνεται ότι υπάρχει κάτι άλλο, πέρα από αυτό τον κόσμο και είναι αρκετά κωλοπετσωμένη για να το αναζητήσει.

Βήμα πρώτο, πιάνει σπίτι 45 τετραγωνικών σε πάροδο της Αχαρνών, σε συνοικία μεταναστών, οργανώνει μόνη της το χρόνο και τη ζωή της με τα λιγοστά έπιπλα που μαζεύει από το δρόμο. Βήμα δεύτερο, διαλύει τη σχέση που έτσι κι αλλιώς δεν της πρόσφερε τίποτα πέρα από μια συμβατική κοινωνική ασφάλεια. Βήμα τρίτο, ζητάει αύξηση 200 ευρώ από την επαρμένη αφεντικίνα της, χωρίς επιτυχία, ίσα-ίσα εκείνη της δείχνει την πόρτα. Η κάμερα την ακολουθεί στη λαϊκή της οδού Φυλής, στο τρόλλει, στο δρόμο όπου βλέπει τα παιδιά των μεταναστών να παίζουν. Η Χριστίνα ενηλικιώνεται.

Κομβικό σημείο στην πορεία της είναι όταν βρίσκει στο διαμέρισμα διάφορα αντικείμενα του προηγούμενου ενοικιαστή που έχουν ξεμείνει σε κούτες. Ανάμεσά τους ένα βιβλίο με ποιήματα του Καβάφη, ένα άλμπουμ με γκράφιτι του Μπάνγκσι κι άλλο ένα για τον Πικάσο, σκίτσα και ζωγραφικοί πίνακες, ένα cd με μουσική του Λέοναρντ Κοέν. Η Χριστίνα κάνει παράλληλα και την πολιτιστική της επανάσταση. Αμφισβητεί το γούστο της, τα ρούχα που φοράει, το πώς κοιτάζει το σώμα της στον καθρέφτη, το ποια είναι και τι θέλει...

Εκτός όμως από αυτά τα ωραία, πρέπει και να επιβιώσει με 680 ευρώ το μήνα. Σύντομα θα βρεθεί να ψάχνει δεύτερη δουλειά, μεταξύ τηλεφωνήτριας για 3 ευρώ την ώρα και κονσομασιόν. «100 ευρώ για να κάνω παρέα σε λιγούρια; - Όπως το δει κανείς... – Λίγα είναι!». Θα καταλήξει να σερβίρει ποτά στην καφετέρια που κάποτε σύχναζε και κάπου εδώ συναντά τα όριά της, προς το παρόν τουλάχιστον, και το σενάριο της ταινίας τα δικά του.

«Στον κόσμο των αφεντικών είμαστε όλοι ξένοι», φωνάζει με πικρία το Αναρχικό σύνθημα στον τοίχο της πολυκατοικίας όμως η Χριστίνα πρέπει να ανασυνταχθεί. Λίγοι μήνες σε 45 τετραγωνικά ανεξαρτησίας της πρόσφεραν πιο πολλά από 23 «καθώς πρέπει» αλλά συμβατικά χρόνια.

Μια καλή ελληνική ταινία, με φοβερούς διαλόγους και κυρίως με ρεαλισμό στους χαρακτήρες. Μακρυά από τα εξυπνακίστικα κλισέ, δεν λοιδωρεί την ηρωίδα και τα πάθη της, αντίθετα προβάλλει το πείσμα της με νεύρο και ευαισθησία που σε κερδίζει.