ΘΕΑΤΡΟ: Η Πέτρα της Υπομονής - Τόσο μακρυά, τόσο κοντά

Σε αυτό το φύλλο η Νεκταρία Γιαννουδάκη, πρωταγωνίστρια του έργου, μιλάει στον Πάνο Κατσαχνιά για την παράσταση και τα μηνύματα που περνάει.

Γιατί επιλέξατε να παίξετε στο συγκεκριμένο έργο;

Μια πολύ σπουδαία ηθοποιός που προσωπικά εκτιμώ πολύ, η Όλια Λαζαρίδου που είναι και πολύ φίλη με τον σκηνοθέτη τον Γιώργο Νανούρη, του πρότεινε το συγκεκριμένο βιβλίο που έπεσε τυχαία στα χέρια της και που το βρήκε καταπληκτικό, προτείνοντάς του κι εμένα για τον ρόλο. Διαβάσαμε λοιπόν, μαζί με τον σκηνοθέτη το βιβλίο και ξετρελαθήκαμε. Θεωρήσαμε ότι είναι μια γυναίκα της ανατολής, μακριά από εμάς γεωγραφικά, αλλά και πολύ κοντά στην μέχρι πρότινος τουλάχιστον, δική μας παράδοση. Σε όλες τις κλειστές κοινωνίες έχουμε δείγματα καταπίεσης γυναικών. Ακόμα κι αν αυτή η κατάσταση αλλάζει τις τελευταίες δεκαετίες στην χώρα μας, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, στην επαρχία, σε απομακρυσμένα χωριά, σε νησιά, έχουμε δείγματα καταπίεσης γυναικών. Και ίσως να έχουμε ακούσει από παλιότερες γενιές, γονείς, η από γιαγιάδες, τέτοιες απίστευτες ιστορίες.

Πόσο λοιπόν νομίζετε ότι απέχει η εικόνα της ελληνικής κοινωνίας σήμερα, από εκείνης του έργου;

Σήμερα, κυρίως ως προς την σκληρότητα του πράγματος, γιατί εκεί είναι μέσα και το θρησκευτικό κομμάτι, απέχει.

Αλλά τα πράγματα λίγο πιο «μαλακωμένα» μπορούμε να τα δούμε και τώρα ακόμη και μέσα στην πόλη της Αθήνας. Στην επαρχία και σε κλειστές κοινωνίες, σίγουρα πολύ περισσότερο. Επειδή κατάγομαι από Κρήτη κι οι γονείς μου είναι από χωριό, ακόμη και σήμερα υπάρχει άλλη συμπεριφορά απέναντι στην γυναίκα. Παρόλο που έχει μπει η τηλεόραση στα σπίτια, παρόλο που υπάρχει εξέλιξη, παρόλο, παρόλο...

Τώρα βέβαια δεν υπάρχει από την μεριά της γυναίκας η υπομονή, τώρα υπάρχει το «φεύγω».

Άρα συμφωνείτε ή όχι με την τακτική της ηρωίδας που υποδύεστε στο έργο, να συσσωρεύει μέσα της ζητήματα μέχρι του σημείου της «έκρηξης»;

Σε καμία των περιπτώσεων. Η υπομονή χρειάζεται. Και χρειάζεται σε πολλά πράγματα. Αλλά δεν χρειάζεται μόνο υπομονή. Χρειάζεται και επιμονή, χρειάζεται και διάλογος, χρειάζεται συζήτηση, πράγματα βέβαια που στην συγκεκριμένη γυναίκα δεν υπήρχαν καν ως δυνατότητα. Δεν υπήρχε δυνατότητα για διάλογο, για επαφή, της έχει στερηθεί κάθε δικαίωμα να εκφράσει τα θέλω της. Η μόνη δυνατότητα που μπορεί να μιλήσει, είναι τώρα που ο άντρας της είναι σε κώμα και δεν φοβάται, επειδή δεν περιμένει καμία του αντίδραση. Αρχίζει λοιπόν να ξεδιπλώνει τα θέλω της, τα μυστικά της, και όλη την καταπίεση που έχει δεχτεί.

Η προσωπική σας γνώμη γι´ αυτήν την γυναίκα;

Αυτό που με συγκλόνισε σ´ αυτόν τον χαρακτήρα και που ήθελα πάρα πολύ να τον πλησιάσω, ήταν το ότι ενώ ο τρόπος που μεγάλωσε σε όλη της την ζωή, ο τρόπος που ανατράφηκε, ο γάμος της, είναι όλα σε μια ανελεύθερη κατάσταση, κλειστή, κλειστοφοβική, που προσπαθεί να μην της βγει το όνομα, να μην είναι στείρα, ή να μην μπορεί να σηκώσει κεφάλι, να υφίσταται βιαιοπραγίες εναντίον της, παρόλα αυτά, να μπορεί επί της ουσίας αυτή η γυναίκα, βαθιά μέσα της να παραμένει ελεύθερη. Παλεύει μέσα στα ασφυκτικά περιθώρια που της αφήνουν, να δράσει, να επιλέξει, ακόμα κι όταν η δυνατότητα επιλογής της, είναι ανάμεσα στο πολύ κακό και στο ακόμα χειρότερο.

Πόσο λοιπόν, ένα τόσο μακρινό παράδειγμα για εμάς εδώ, μπορεί να μας επηρεάζει ή και να μας αφορά;

Αυτό που κουβέντιασα με μαθητές μου που είναι δεκαπέντε και είκοσι χρονών και αυτό που μου έκανε εντύπωση, γιατί νόμιζα ότι αφορούσε μεγαλύτερα άτομα όπως της γενιάς μου και πάνω, είναι πως το έργο τους φάνηκε ταυτόχρονα τόσο «ξένο», όσο και τόσο βαθιά «ελληνικό». Δηλαδή το εισέπραξαν. Ακόμα κι αν δεν τα ´χουν ζήσει, έχουν ακούσει τόσες ιστορίες από το περιβάλλον τους, που έχουν πια καταγραφεί στο DNA τους.

Με την πρόθεση της κυβέρνησης να νομιμοποιήσει ένα κομμάτι των μεταναστών στην Ελλάδα, έχει ανοίξει μία μεγάλη συζήτηση μέσα στην κοινωνία, σχετικά με το θέμα αυτό. Πόσο πιστεύετε ότι συμβάλει σ´ αυτή την συζήτηση μία παράσταση σαν την δικιά σας;

Έτσι κι αλλιώς όταν ξεκινήσαμε να ασχολούμαστε μ´ αυτό το έργο δεν υπήρχε ως εξέλιξη το ζήτημα της νομιμοποίησης. Μας συνεπήρε το έργο καθ´ αυτό. Και τώρα μ´ έναν τρόπο, ήρθε και συναντήθηκε με τον προβληματισμό που υπάρχει λόγο αυτού του νομοσχεδίου. Αυτό είναι πιστεύω και η δύναμη της τέχνης, όταν δεν είναι η «τέχνη για την τέχνη». Το ότι μπορεί δηλαδή ένα έργο, να είναι φορέας πολλαπλών μηνυμάτων. Όπως η «Πέτρα της Υπομονής», που μας κάνει γνωστά τα προβλήματα ενός άλλου λαού, που ως έναν βαθμό μπορεί να είναι και δικά μας προβλήματα. Η γνώση του άλλου δηλαδή, σπάει τον φόβο μας για το άγνωστο, για τον ξένο. Κι αυτό είναι καλό όταν συζητάμε για την ενσωμάτωση ενός πολύ μεγάλου κομματιού συνανθρώπων μας. Γιατί οι φόβοι κυρίως των ανθρώπων πατάνε σ´ εκείνα που δεν γνωρίζουν και γι´ αυτό πολλές φορές τα φοβούνται ή τα θεωρούνε ξένα.