Ιστορία
Η εκτέλεση του Τουχατσέφσκι

Στις 12 Ιούνη του 1937 ο πληθυσμός της Ρωσίας και ο κόσμος ολόκληρος μάθαινε από τις επίσημες ανακοινώσεις ότι ακόμα μια επικίνδυνη φασιστική συνομωσία είχε ξεσκεπαστεί και οι οργανωτές της είχαν εξοντωθεί. 

Επρόκειτο για την «υπόθεση της τροτσκιστικής στρατιωτικής αντισοβιετικής οργάνωσης», που υποτίθεται ότι ετοίμαζε σε συνεργασία με τη Γερμανία του Χίτλερ την ανατροπή του καθεστώτος. Συνωμοσία πράγματι υπήρξε. Όμως, δεν ήταν κάποιων φανταστικών «τροτσκιστοφασιστών πρακτόρων». Ήταν του Στάλιν και των δημίων του. 

Αυτοί που εξοντώθηκαν, ύστερα από μια σύντομη δίκη παρωδία που έγινε κεκλεισμένων των θυρών, ήταν ο ανθός της ρωσικής στρατιωτικής ηγεσίας. 

Τα θύματα

Ο πιο γνωστός –τότε και σήμερα- ήταν ο στρατάρχης Μιχαήλ Τουχατσέφσκι, μέχρι τις παραμονές της σύλληψής του αναπληρωτής Κομισάριος για την Άμυνα και ουσιαστικός αρχηγός του στρατού. 

Ο Τουχατσέφσκι προσχώρησε στους μπολσεβίκους και στο Κόκκινο Στρατό το 1918. Διακρίθηκε σε κάθε κρίσιμη καμπή του εμφυλίου ενάντια στους στρατούς της αντεπανάστασης και της ιμπεριαλιστικής επέμβασης. 

Τον Σεπτέμβρη του 1918 ήταν ο διοικητής των μονάδων της Πρώτης Στρατιάς που έσπασαν το μέτωπο της Τσεχοσλοβάκικης Λεγεώνας. Την άνοιξη του 1919 ως διοικητής της θρυλικής Πέμπτης Στρατιάς έκανε ένα τολμηρό ελιγμό που διέσπασε τις γραμμές του στρατού του Κολτσάκ και άνοιξε το δρόμο για τη Σιβηρία στον Κόκκινο Στρατό. Τον Οκτώβρη, κατέλαβε το Ομσκ και τσάκισε οριστικά την απειλή απ’ τα ανατολικά. 

Σχεδόν αμέσως μετατέθηκε στο επόμενο σημείο κρίσης: στο Νοτιοδυτικό Μέτωπο, επικεφαλής της Δέκατης Τρίτης Στρατιάς απέναντι στον αντεπαναστατικό στρατό του Ντενίκιν. Η κατάληψη του Νοβοροσίσκ προκάλεσε την αποσύνθεση του Ντενίκιν, μια από τις μεγαλύτερες απειλές που είχε αντιμετωπίσει η νεαρή εργατική εξουσία. Και χωρίς διακοπή, ο Τουχατσέφσκι βρέθηκε επικεφαλής στο Δυτικό Μέτωπο το 1920, σε μια σειρά επιχειρήσεων που έφερε τον Κόκκινο Στρατό στις πύλες της Βαρσοβίας. 

 Οι πρωτοποριακές μελέτες του –και της ομάδας των συνεργατών του- για την «επιχείρηση εις βάθος», τον «ομόκεντρο ελιγμό» ή «κίνηση λαβίδα» θεωρούνται ακόμα και σήμερα σημείο καμπή στη θεωρία του πολέμου. 

Ένας άλλος εκτελεσμένος ήταν ο Ι. Γιακίρ. Είχε γίνει μέλος των μπολσεβίκων σε νεαρότατη ηλικία το 1917, και ήταν μόλις ο δεύτερος που πήρε το παράσημο της Κόκκινης Σημαίας, που είχε καθιερωθεί το Σεπτέμβρη του 1918 και ήταν η ανώτατη στρατιωτική διάκριση για πολλά χρόνια. Ο Γιακίρ πήρε ακόμα δυο τέτοια παράσημα. 

Όμως, αυτό που τον διέκρινε πραγματικά ήταν ο ρόλος του στην εισαγωγή των νέων σχηματισμών τανκ και αλεξιπτωτιστών στο ρώσικο στρατό. Οι αντιπρόσωποι από το γαλλικό και γερμανικό γενικό επιτελείο που συμμετείχαν ως παρατηρητές στα γυμνάσια που οργάνωσε ο Γιακίρ το 1935 στο Κίεβο, έμειναν έκπληκτοι από τα αποτελέσματα. 

Στην ίδια δίκη καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν οι Ι. Ουμπόρεβιτς, Ρ. Αϊντεμαν, Α. Κορκ, Β. Πούτνα, Μπ. Φέλντμαν και Β. Πριμακόφ. Όλοι τους είχαν διακριθεί ως διοικητές στον Εμφύλιο, κάποιοι ήταν μέλη του κόμματος πριν την Επανάσταση και όλοι τους κατείχαν σημαντικές θέσεις στην ανώτερη στρατιωτική ηγεσία τη στιγμή της εκτέλεσής τους. Ο Γιαν Γκάμαρνικ, επικεφαλής της Πολιτικής Διεύθυνσης του στρατού (δηλαδή επικεφαλής όλων των πολιτικών επιτρόπων στις μονάδες), είχε προλάβει να αυτοκτονήσει. 

Η κατηγορία ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν πράκτορες των ναζί, θα ήταν γελοία αν δεν είχε τόσο τραγική κατάληξη. Κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν παρουσιάστηκε στην ολιγόωρη «δίκη» πέρα από τις ομολογίες των ίδιων των κατηγορουμένων που είχαν αποσπαστεί ακόμα και με φυσική βία. Το 1956 το Εργαστήριο της Ιατρικής Υπηρεσίας του στρατού επιβεβαίωνε με επίσημο έγγραφό του ότι οι σελίδες που ήταν γραμμένη η ομολογία του Τουχατσέφσκι ήταν διάστικτες από κηλίδες αίματος. 

Δίκες

Η εξόντωση του Τουχατσέφσκι και των άλλων ανώτερων στρατιωτικών εκτυλίχθηκε στη διάρκεια της περιόδου του τρόμου και της καταστολής που έχει μείνει γνωστή από τις περιβόητες Δίκες της Μόσχας. 

Η πρώτη, η «Δίκη των 16» είχε γίνει τον Αύγουστο του 1936. Παλιοί μπολσεβίκοι, όπως ο Κάμενεφ, ο Ζινόβιεφ, σύντροφοι του Λένιν από τις αρχές του αιώνα, «ομολόγησαν» ότι ήταν πράκτορες των ναζί και συνωμοτούσαν για τη «παλινόρθωση του καπιταλισμού». 

Το πρώτο σημάδι ότι επίκειται «εκκαθάριση» στην ανώτερη στρατιωτική ηγεσία, είχε έρθει τον Γενάρη του 1937, στη δεύτερη από τις Δίκες της Μόσχας, τη «δίκη των 17». Ανάμεσα στους παλιούς μπολσεβίκους που είχαν εξαναγκαστεί να «ομολογήσουν» ότι είναι «πράκτορες του φασισμού» ήταν ο Κ. Ράντεκ. Το σενάριο των «ομολογιών» ήταν ετοιμασμένο από πριν. Και εκεί ο Ράντεκ «έδωσε» τον Τουχατσέφσκι και τον Πούτνα. 

Με την σειρά της, η δίκη των στρατιωτικών έδωσε το «υλικό» για την επόμενη «δίκη των 21», το πιο φημισμένο θύμα της οποίας ήταν ο Ν. Μπουχάριν, ο θεωρητικός των μπολσεβίκων και το «αγαπημένο παιδί του κόμματος» σύμφωνα με τη πολιτική διαθήκη του Λένιν. 

Ο Τρόμος που εγκαινίασαν οι δίκες πήρε παράλογες διαστάσεις. Η μυστική αστυνομία έκανε τις συλλήψεις και τις εκκαθαρίσεις με βάση πλάνα που έπρεπε να «πιαστούν και να ξεπεραστούν» όπως όλα τα πλάνα που έβαζε το καθεστώς στην οικονομία. Στις εκκαθαρίσεις εξοντώθηκε η παλιά φρουρά των μπολσεβίκων. Ο Τρότσκι δεν υπερέβαλε όταν έγραφε ότι ένα ποτάμι αίματος χωρίζει τον μπολσεβικισμό από τον σταλινισμό. 

Η απόδοση όλων των οικονομικών αποτυχιών, της σπατάλης, της κακοδιαχείρισης και της διαφθοράς που γεννούσε η κούρσα της ιλιγγιώδους εκβιομηχάνισης στη «σαμποταριστική δράση» μιας χούφτας συνωμοτών βόλευε την γραφειοκρατία και τον Στάλιν προσωπικά. Παρομοίως, η συκοφάντηση του Τρότσκι ως «φασίστα πράκτορα» ήταν το αντίδοτο στην αίγλη που εξακολουθούσε να έχει το όνομά του μέσα στην Ρωσία. 

Αίτια 

 Όλοι οι κατηγορούμενοι της «δίκης των στρατηγών» είχαν στηρίξει πλήρως τον Στάλιν και την πολιτική του τη δεκαετία που είχε περάσει. Είναι αλήθεια ότι ο Γκάμαρνικ το 1923-24 και οι Πούτνα και Πριμακόφ μέχρι το 1926-27 είχαν περάσει από τις γραμμές της Αριστερής Αντιπολίτευσης. Όμως, είχαν προδώσει τους παλιούς συντρόφους τους με αντάλλαγμα την ανέλιξη στην ιεραρχία του στρατού και ιδιαίτερα ο Γκάμαρνικ είχε «διακριθεί» στις εκκαθαρίσεις και στο μένος ενάντια σε κάθε κριτική φωνή. 

Ούτε οι προσωπικές διαφορές, αν υπήρχαν, ανάμεσα στον Στάλιν και την στρατιωτική ηγεσία, ιδιαίτερα τον Τουχατσέφσκι, αρκούν ως εξήγηση για τη «δίκη των στρατηγών». Γιατί δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός. Η συνέχεια ήταν ένα κύμα εκκαθαρίσεων που «αποκεφάλισε» τον ρώσικο στρατό. 

Περίπου τριάντα χιλιάδες αξιωματικοί απομακρύνθηκαν προσωρινά, και χιλιάδες κατέληξαν στις φυλακές και μπροστά στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Οι 3 από τους 5 στρατάρχες, οι 3 από τους 4 διοικητές στρατιών και οι δώδεκα υποδιοικητές τους, οι 60 από τους 97 διοικητές σωμάτων στρατού, οι 136 από τους 199 διοικητές μεραρχιών (και αντίστοιχα στο ναυτικό) εκτελέστηκαν ως πράκτορες της φασιστικής Γερμανίας.

Το κοινό που είχαν οι «οχτώ» και οι εκατοντάδες αξιωματικοί που είχαν τη τύχη τους, ήταν ότι αποτελούσαν την «ανώτερη κρούστα» της στρατιωτικής ιεραρχίας που δεν χρωστούσε την ανάδειξή της στον Στάλιν και τον στενό κύκλο των εμπίστων του στη γραφειοκρατία. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία -περίπου 80% από διοικητή μεραρχίας και πάνω- είχαν αναδειχτεί με το σπαθί τους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, όταν επικεφαλής του Κόκκινου Στρατού ήταν ο Τρότσκι. Αυτό που ενδιέφερε τον Στάλιν ήταν να εξουδετερώσει κάθε εν δυνάμει εναλλακτικό κέντρο ισχύος στο κρατικό μηχανισμό και ιδιαίτερα στην «καρδιά του», τον στρατό. 

Το 1935 ο Στάλιν είχε ξεκινήσει μια θεαματική αποκατάσταση των προνομίων της κάστας των αξιωματικών. Με ένα διάταγμα αποκαθιστούσε όλους τους παλιούς βαθμούς, από αυτό του λοχαγού μέχρι του στρατάρχη. Το 1937, ο μισθός ενός αξιωματικού έφτανε τα 8 χιλιάδες ρούβλια, ενός απλού φαντάρου μόλις τα 150, πέρα από την πρόσβαση σε «ειδικά καταστήματα», σπίτια κλπ που απολάμβαναν οι αξιωματικοί. 

Η Ρωσία είχε γίνει ένας κρατικός καπιταλισμός που έχτιζε τη βιομηχανική και στρατιωτική του ισχύ με το αίμα και των ιδρώτα των εργατών και των αγροτών. Γι’ αυτό χρειαζόταν ένα σώμα αξιωματικών που θα έπαιζε τον ίδιο ρόλο, με τις ίδιες και μεγαλύτερες απολαβές, με αυτόν που παίζει ο στρατός σε κάθε καπιταλιστική χώρα. 

Η «δίκη των οχτώ» έπαιξε τον ίδιο ρόλο που έπαιξαν συνολικά οι περίφημες «Δίκες της Μόσχας» και το όργιο του τρόμου που τις συνόδευσε το 1936-38. Εξαφάνισαν το στρώμα των  «παλιών μπολσεβίκων» και παράλληλα εξασφάλισαν την πειθαρχία της άρχουσας τάξης στα προστάγματα και τις επιλογές του «Αρχηγού», του Στάλιν. 

Αυτή η συγκεκριμένη επιλογή, είχε ένα επιπρόσθετο κόστος. Το 1941 όταν οι ναζί ξεκίνησαν την εισβολή στην Ρωσία, ο «μεγαλοφυής ηγέτης», ο «μεγάλος στρατάρχης», που είχε «ξεσκεπάσει τους πράκτορες», παραλίγο να φέρει με τις επιλογές του την πλήρη κατάρρευση. Η Βέρμαχτ έφτασε σε λίγες βδομάδες στο Σμολένσκ και κοντά στο Κίεβο. 

Η Ρωσία βγήκε τελικά νικήτρια από την αναμέτρηση. Η πολεμική της οικονομία μπόρεσε να αντέξει τα χτυπήματα. Επίσης, όμως, νίκησε γιατί μια νέα γενιά αξιωματικών μπόρεσε να εφαρμόσει στην πράξη τις απόψεις του Τουχατσέφσκι για τον πόλεμο.