Η Αριστερά
Για τι παλεύει το ΣΕΚ: Πέρα από την αρνητική κληρονομιά της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού

Tο 1956 η σοσιαλδημοκρατία υποστήριξε την εισβολή των Αγγλογάλλων στο Σουέζ και ο σταλινισμός την εισβολή της Ρωσίας στην Ουγγαρία

Το μαρξιστικό ρεύμα, με εξαίρεση μικρές επαναστατικές περιόδους, ήταν πάντα μειοψηφικό στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος. Δύο άλλα ρεύματα έχουν καθορίσει την ιστορία του εργατικού κινήματος, ιδιαίτερα της Ευρώπης, η σοσιαλδημοκρατία και ο σταλινισμός. Χρειάζεται να εξηγήσει κανείς και θεωρητικά και ιστορικά αυτή την πραγματικότητα για να μπορεί να έχει μια καθαρή στάση στο πώς οι επαναστάτες αντιμετωπίζουν τα σοσιαλδημοκρατικά και σταλινικά κόμματα σήμερα.

Η εξήγηση έχει σαν αφετηρία τη φράση του Μαρξ “Οι κυρίαρχες ιδέες είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης”. Με άλλα λόγια, ο καπιταλισμός όσο παράλογος και να είναι, δεν παύει να αποτελεί την πραγματικότητα και άρα να φαίνεται αυτονόητος. Ο “κοινός νους” είναι ότι τα πράγματα είναι έτσι επειδή δεν θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Από αυτόν τον κοινό νου, δεν μπορούν να ξεφύγουν εντελώς ακόμη και κόμματα που θεωρούν τον εαυτό τους “ενάντια στον καπιταλισμό”.

Το πιο ισχυρό παράδειγμα είναι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (SPD) στα τέλη του 19ου αιώνα. Ηταν ένα κόμμα που αναπτύχθηκε μέσα από τη δράση της εργατικής τάξης της Γερμανίας ενάντια στον καπιταλισμό, αλλά μετατράπηκε σε κόμμα υπεράσπισης του καπιταλισμού. Το SPD ιδρύθηκε το 1875 σε μια περίοδο που από τη μια μεριά η εργατική τάξη προσπαθούσε να αναρρώσει από την πιο μεγάλη της ήττα, τη σφαγή της Παρισινής Κομμούνας το 1871, ενώ από την άλλη ο γερμανικός καπιταλισμός βίωνε μία από τις πιο μεγάλες περιόδους ανάπτυξης. Ο συνδυασμός αυτός σήμαινε πως οι καπιταλιστές ήταν διατεθειμένοι να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις στην εργατική τάξη, χωρίς να οργανώνονται μαζικοί και μαχητικοί αγώνες. Το SPD μαζικοποιήθηκε με εντυπωσιακούς ρυθμούς απλώνοντας την παρουσία του σε κάθε δραστηριότητα του εργατικού κινήματος. Η ανάπτυξη είχε και αντανάκλαση στις εκλογές. Το 1884 πήρε 9,7% στις εκλογές και το 1890 19,7%.

Δεξιά

Η εκλογική επιτυχία όμως πήγε μαζί με μια πορεία προς τα δεξιά. Η αντίληψη ότι η εργατική τάξη πρέπει να ανατρέψει το σύστημα, να διαλύσει το καπιταλιστικό κράτος και να οικοδομήσει ένα εργατικό κράτος για να φτάσει στο σοσιαλισμό έδωσε τη θέση της στην αντιληψη ότι η εργατική τάξη μπορεί να “κατακτήσει” το καπιταλιστικό κράτος, ακόμη και μέσα από τις εκλογές. Ο ρεφορμισμός, η αντίληψη ότι το σύστημα μπορεί να αλλάξει σιγά σιγά δεν ήταν μόνο μια ιδεολογική διαστρέβλωση. Πρακτικά, ένα μεγάλο στρώμα επαγγελματιών πολιτικών, βουλευτών, δημοσιογράφων, συγγραφέων, συνδικαλιστών, μέλη της ηγεσίας του SPD είχαν γίνει για τα καλά ένα με το αστικό κράτος. Επιχειρηματολογούσαν πλέον ότι οι κατακτήσεις των εργατών δεν έρχονται μέσα από τους αγώνες αλλά μέσα από την “πολιτική” υποστήριξη του SPD και τις εκλογικές επιτυχίες μέσω των οποίων αυτοί διατηρούσαν τις καλοπληρωμένες θέσεις τους.

Ο μαρξισμός είχε γυρίσει με το κεφάλι προς τα κάτω. Από την επιμονή του Μαρξ και του Ενγκελς ότι οι οικονομικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί αγώνες της εργατικής τάξης είναι αδιαχώριστοι είχαμε φτάσει στο ακριβώς αντίθετο. Οι εργάτες μπορούσαν να έδιναν οικονομικούς αγώνες, αλλά η πολιτική ήταν για τους βουλευτές του SPD ενώ η ιδεολογία ήταν ένα στείρο δόγμα για να δικαιολογεί τις επιλογές της ηγεσίας. Η εργατική τάξη δεν ήταν πλέον υποκείμενο της ιστορίας αλλά παθητικό αντικείμενο με μόνο ρόλο να ψηφίζει στις εκλογές και στο συνδικάτο. Η ηγεσία του SPD ένιωθε πλέον να έχει περισσότερα συμφέροντα στον καπιταλισμό παρά ενάντια στον καπιταλισμό. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος απέδειξε ότι το SPD είχε περάσει στο στρατόπεδο του ταξικού εχθρού, καλώντας τους γερμανούς εργάτες να συμμετάσχουν στη σφαγή μιας και η γερμανική άρχουσα τάξη “είχε δίκιο”.

Οι επαναστάτες μαρξιστές βλέποντας πως η συγκρότηση του σοσιαλδημοκρατικού ρεύματος στην Ευρώπη είναι μια δεξιά επίθεση στο εργατικό κίνημα άσκησαν έντονη κριτική αποκαλύπτοντας τον αντιδραστικό του ρόλο. Η Τρίτη Διεθνής που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία των Μπολσεβίκων μετά τη Ρώσικη Επανάσταση κάλεσε τους επαναστάτες σε όλες τις χώρες να φύγουν από τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που είχαν στηρίξει τον πόλεμο και να ιδρύσουν νέες κομμουνιστικές οργανώσεις.

Ομως ταυτόχρονα προειδοποιούσε τους επαναστάτες να μην τσουβαλιάζουν ολόκληρα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στη μεριά της άρχουσας τάξης. Ο Λένιν χρησιμοποίησε τον όρο “αστικά εργατικά κόμματα” για να δείξει ότι από τη μια μεριά είναι κόμματα που υποστηρίζουν τον καπιταλισμό, αλλά από την άλλη στηρίζονται στην εργατική τάξη. Οι επαναστάτες που φιλοδοξούν να ηγηθούν του εργατικού κινήματος πρέπει να βλέπουν τον εαυτό τους ως πρωτοπορία και πρωτοπορία σημαίνει να έχεις σχέση με αυτούς που βρίσκονται πίσω σου, όχι να κινείσαι ως ξεκομμένη μειοψηφία. Οσο και να είχαν ξεφτιλιστεί από τη στάση τους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα παρέμεναν εντός του εργατικού κινήματος και θα μπορούσαν να εκφράσουν την πάλη των εργατών, όσο δεν αναπτυσσόταν ένα εναλλακτικό πολιτικό εργαλείο.

Ενα παράδειγμα αυτής της αντίφασης είναι η άνοδος του φασισμού. Το SPD αποδείχθηκε ανίκανο να αντιμετωπίσει την άνοδο του Χίτλερ, αλλά ο Χίτλερ δεν καθυστέρησε ούτε στιγμή στο να διαλύσει το SPD όταν ανέβηκε στην εξουσία. Η άρχουσα τάξη μπορεί να προτιμούσε τη σοσιαλδημοκρατία από το μπολσεβικισμό, καθώς της εξασφάλιζε μια παθητική και συναινετική εργατική τάξη, αλλά ήξερε ότι η αντίσταση της εργατικής τάξης μπορεί να εκφραστεί και μέσα από τη σοσιαλδημοκρατία.

Αν η Γερμανία είναι το αρνητικό παράδειγμα, η Γαλλία την ίδια περίοδο δείχνει ότι η μαχητικότητα της εργατικής τάξης πήρε μορφή και μέσα από τη σοσιαλδημοκρατία. Οι καταλήψεις των εργοστασίων τον Ιούνη του ‘36 που κέρδισαν τη βδομάδα των 40 ωρών και τις πληρωμένες καλοκαιρινές διακοπές ήρθαν μέσα από τις ελπίδες που έφερε η εκλογική νίκη του Λαϊκού Μετώπου.

Μάλιστα στη Γαλλία, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, η Σοσιαλδημοκρατία είχε αποκτήσει ένα “δίδυμο αδελφό”, τον σταλινισμό, με τη μορφή των Κομμουνιστικών Κομμάτων. Αυτά τα κόμματα είχαν διαφορετική καταγωγή. Είχαν προκύψει ενάντια στην προδοσία της Σοσιαλδημοκρατίας και εμπνευσμένα από τη ρώσικη επανάσταση. Η μοίρα τους όμως καθορίστηκε στα πρώτα τους βήματα από την ήττα της ρώσικης επανάστασης και την επικράτηση του Στάλιν. Η σταλινική γραφειοκρατία στη Μόσχα βρέθηκε να “κουβαλάει” αυτά τα επαναστατικά κόμματα, ενώ η ίδια προχωρούσε σε αντεπανάσταση. Τα πρώτα χρόνια προχώρησε σε αποκεφαλισμούς ηγεσιών των ΚΚ, αναδεικνύοντας στελέχη που θα μπορούσαν να απομακρυνθούν από την επαναστατική παράδοση. Στην Ελλάδα ο πρώτος γραμματέας του ΚΚΕ, Παντελής Πουλιόπουλος παύθηκε από γραμμματέα το 1927 και διαγράφηκε από το Κόμμα λίγο αργότερα. Ανάλογα με τα κατά περιόδους συμφέροντα του κρατικού καπιταλισμού που χτιζόταν στη Ρωσία, ο Στάλιν ήθελε τα ΚΚ άλλοτε ως δύναμη πίεσης, άλλοτε ως συμμάχους φιλικών κυβερνήσεων ή τα ξέχναγε εντελώς.

Γραφειοκρατία

Για να μπορέσει να στηρίξει ιδεολογικά την αντεπανάσταση, η σταλινική γραφειοκρατία είχε προχωρήσει σε μια βαθειά διαστρέβλωση του μαρξισμού. Ονόμαζε το κρατικοκαπιταλιστικό καθεστώς της σοσιαλισμό, είχε ταυτίσει το σοσιαλισμό με τη σχεδιασμένη οικονομία, υποστήριζε ότι μπορεί να υπάρχει”σοσιαλισμός σε μία μόνο χωρα” ενώ η θεωρία των σταδίων έλεγε πως η εργατική τάξη στις καθυστερημένες χώρες δεν μπορεί να παλεύει ανεξάρτητα για την ανατροπή του καπιταλισμού. Ηταν ιδεολογικά σκουπίδια, αλλά για τις νέες ηγεσίες που είχαν αναδειχθεί πλέον στα ΚΚ ήταν χρήσιμα εργαλεία για να δικαιολογήσουν την μετατροπή των επαναστατικών κομμάτων σε ρεφορμιστικά κόμματα. Στο κάτω κάτω, η ρώσικη επανάσταση συνέχιζε να εμπνέει, η Ρωσία μετατρεπόταν σε υπερδύναμη και απόψεις σαν του Τρότσκι που υπεράσπιζαν την αυθεντική ιστορία των Μπολσεβίκων ήταν πολύ μειοψηφικές.

Τα Κομμουνιστικά Κόμματα που πήραν αυτή την “ανατροφή” κληρονόμησαν όλα τα άσχημα χαρακτηριστικά της σοσιαλδημοκρατίας. Ο κοινοβουλευτικός δρόμος ήταν η λύση, η ηγεσία του κόμματος είχε το μονοπώλιο της πολιτικής, ενώ ο σοσιαλισμός μπορούσε να αναμιγνύεται ελεύθερα με τον εθνικισμό και την υπεράσπιση της πατρίδας. Παράλληλα όμως, έχοντας γίνει ρεφορμιστικά κόμματα, μπορούσαν να έχουν και τις “αρετές” αυτών των κομμάτων: ήταν οργανώσεις εργατών με μαζική βάση και ρόλο στο κίνημα.

Τα ρεφορμιστικά κόμματα, με τη μορφή της σοσιαλδημοκρατίας ή τη μορφή του σταλινισμού πατάνε σε δύο βάρκες. Στη βάρκα της διατήρησης του καπιταλισμού και τη βάρκα του εργατικού κινήματος. Γι’ αυτό δεν υπάρχει έτοιμη συνταγή για το πού καταλήγουν. Δέχονται πιέσεις και προς τις δύο μεριές και όταν τα “νερά είναι ήρεμα” μπορούν να τις ελέγχουν. Οταν όμως τα πράγματα αλλάζουν, περνάνε αναγκαστικά σε κρίση.

Κύμα

Μια τέτοια περίοδος ήρθε με το Μάη του ‘68, καθώς το κύμα ριζοσπαστικοποίησης στη Δύση συνέπεσε με την Ανοιξη της Πράγας και την εξέγερση ενάντια στο σταλινισμό στην Ανατολή. Στις δύο δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο τα ρεφορμιστικά κόμματα είχαν κινηθεί προς τα δεξιά, καθώς ο καπιταλισμός φαινόταν να λειτουργεί και να δίνει κατακτήσεις χωρίς μεγάλους αγώνες. Η Γαλλία είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το ΚΚ, το μεγαλύτερο γαλλικό ρεφορμιστικό κόμμα της εποχής είχε πάει τόσο δεξιά που υποστήριζε τη γαλλική αποικιοκρατία στην Αλγερία και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα SFIO ήταν ακόμη δεξιότερα. Πιάστηκαν στον ύπνο από το Μάη του ‘68 και το ΚΚ έπαιξε βασικό ρόλο στο να σταματήσει ο κύκλος των απεργιών και των καταλήψεων. Το SFIO πήρε 5% στις προεδρικές εκλογές του 1969. Οι ρεφορμιστές έπρεπε να προσαρμοστούν στη ριζοσπαστικοποίηση για να σωθούν.

Το 1971 το SFIO μετονομάστηκε σε Σοσιαλιστικό Κόμμα και εξέλεξε στην ηγεσία του τον Φρανσουά Μιτεράν. Ο Μιτεράν είχε ένα πολύ δεξιό παρελθόν ως υπουργός Αποικιών και Δικαιοσύνης. Αλλα πατώντας πάνω στο κύμα του Μάη του ‘68, έστρεψε τη ρητορική του Σοσιαλιστικού Κόμματος με ταχύτητα προς τα αριστερά, προχώρησε σε Κοινό Πρόγραμμα με το ΚΚ και το 1981 εκλέχθηκε Πρόεδρος της Γαλλίας. Οι ισορροπίες στη γαλλική Αριστερά είχαν ανατραπεί με το ΚΚ να περνάει στη δεύτερη θέση. Η σοσιαλδημοκρατία είχε καταφέρει να το προσπεράσει από τα αριστερά και να εκφράσει εκλογικά τους αγώνες της εργατικής τάξης. Σε όλη τη Νότια Ευρώπη, η γέννηση ή η αναγέννηση της Σοσιαλδημοκρατίας ήρθε με παρόμοιο τρόπο, μέσα από το κύμα του Μάη του ‘68 και της πτώσης των δικτατοριών. Το ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα προχώρησε σε ταχεία ανάπτυξη από το ‘74 ως το ‘81 ξεπερνώντας τα δύο Κομμουνιστικά Κόμματα που υπήρχαν τότε.

Και τα δύο ρεύματα του ρεφορμισμού οδήγησαν τελικά σε ήττες την εργατική τάξη. Οσες κατακτήσεις και να επιτεύχθηκαν στα “καλά χρόνια” της Μεταπολίτευσης πάρθηκαν πίσω από το σύστημα, πολλές φορές με τη βοήθεια ή με την πρωτοβουλία των ίδιων των ρεφορμιστικών κομμάτων. Η μεταρρύθμιση του καπιταλισμού αποδείχθηκε αυταπάτη και οι δύο παραδόσεις του ρεφορμισμού εξέθρεψαν αυτή την αυταπάτη. Για να χτιστεί όμως το επαναστατικό κόμμα σε αντιπαράθεση με αυτές τις παραδόσεις ήττας, δεν αρκεί το κήρυγμα. Χρειάζεται στενή σχέση με τους εργάτες που κουβαλάνε όλες αυτές τις αυταπάτες και απαντήσεις που βγαίνουν όχι μόνο από τη θεωρία αλλά από τις μάχες.