Ιστορία
12 Aπρίλη 1927: H τραγωδία της Σαγκάης

Tο κείμενο αυτό είναι η περιγραφή του πραξικοπήματος του Tσάνγκ Kάϊ Σεκ από το βιβλίο “H Tραγωδία της Kινέζικης Eπανάστασης” γραμμένο από τον δημοσιογράφο Harold Isaacs που ήταν ανταποκριτής στην Kίνα εκείνα τα χρόνια.

Στις 4 το πρωί της 12ης Απρίλη o ήχος μιας σάλπιγγας ακούστηκε από το αρχηγείο του Τσιανγκ-Κάι-Σεκ στο Γραφείο του Υπουργείου Εξωτερικών στον οδό Γκίσι. Μια κινεζική κανονιοφόρος αγκυροβολημένη έξω από το Νιντάο απάντησε με τη σειρήνα της. «Ταυτόχρονα» αναφέρει η China Press «τα πολυβόλα άρχισαν να βάλουν συνέχεια.» Την καθορισμένη ώρα η επίθεση ξεκίνησε στο Τσαπέϊ, Ναντάο, τη Δυτική Περιφέρεια, στο Βουσάγκ, Πουτνάγκ και Τζέσφηλντ. Δεν αιφνιδίασε κανέναν πέρα από τους εργάτες γιατί όπως αναφέρει η βρετανική εφημερίδα: «κατά τη διάρκεια της νύχτας όλες οι αρμόδιες αρχές, κινεζικές και ξένες, είχαν ειδοποιηθεί εμπιστευτικά για τα γεγονότα που εκτυλίσονταν το πρωί.»

Τα μέλη των συμμοριών του υποκόσμου της Σαγκάης «εργάζονταν πυρετωδώς όλη τη νύχτα για να οργανώσουν μυστικές ομάδες επίθεσης που θα ξεπρόβαλαν απ’ το πουθενά το πρωί».  Δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά αλλά όταν δόθηκε το σήμα, όπως αναφέρει η Shun Pao, ξεχύθηκαν από τις «παραχωρήσεις» [τις ελεγχόμενες από τους δυτικούς γειτονιές] στις κινέζικες περιοχές  και πήραν επαφή με τα στρατεύματα του Πάι-Τσιουγκ-Χσι. Από κοινού ή ξεχωριστά, σύμφωνα με ένα λεπτομερές σχέδιο, επιτέθηκαν στα γραφεία των εργατικών οργανώσεων σε όλη τη πόλη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όπως στη Συντεχνία Φοτσόου του Ναντάο και στο αστυνομικό τμήμα του Πουτνάγκ, οι αναμετρήσεις έληξαν μετά από σκληρές αλλά σύντομες μάχες. Οταν τα γραφεία καταλαμβάνονταν, οι φρουρές τους είχαν βάρβαρη αντιμετώπιση. Aφου τους αφόπλιζαν «τους έπαιρναν ακόμα και τα παπούτσια και τα ρούχα.» Οποιος αντιστεκόταν εκτελούνταν επί τόπου. Οι υπόλοιποι αλυσοδένονταν και οδηγούνταν αλλού για εκτέλεση, είτε στους δρόμους είτε στο Λανγκχάα. 

Φρουροί

Σε μερικές περιπτώσεις οι επιτιθέμενοι επιστράτευσαν το δόλο. Μια ομάδα εξήντα περίπου γκάνγκστερ γύρω στις 4. 30 το πρωί άρχισε να πυροβολεί το κτίριο της Συντεχνίας Χαντσόου στο Τσαπέι. Σ’ αυτό το κτίριο  στεγάζοταν η Γενική Ενωση Εργατών και το υπεράσπιζε η εργατική φρουρά. Οταν οι έκπληκτοι φρουροί ρώτησαν από ποιο σωματείο είναι οι επιτιθέμενοι αυτοί απάντησαν «από το Εκστρατευτικό Σώμα του Στρατού του Βορρά», η επίθεση συνεχίστηκε και οι φρουροί ανταπέδωσαν τα πυρά. 

Είκοσι λεπτά αργότερα κατέφτασε ένας λόχος του στρατού με επικεφαλής τον αξιωματικό Χσιν-Τινγκ-Γιου, ο οποίος έδωσε εντολές για κατάπαυση πυρός. «Μη μας πυροβολείτε!» φώναξε στους υπερασπιστές του κτιρίου, «ήρθαμε να σας βοηθήσουμε να αφοπλίσετε αυτούς τους ανθρώπους». Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Ο αξιωματικός πρότεινε να παραδώσουν τα όπλα και οι δυο πλευρές. Επιδεικτικά αφόπλισε μερικούς γκάνγκστερ και κάτω από τα φιλύποπτα βλέματα των εργατών, έδεσε μερικούς απ’ αυτούς. Τότε άνοιξαν οι πόρτες του κτιρίου και κάλεσαν μέσα τον Χσιν και τους άνδρες του. Ο κομμουνιστής που διηγείται αυτή την ιστορία, λέει ότι τους πρόσφεραν μάλιστα τσιγάρα και τσάι. Ο αξιωματικός είπε στον Κου-Τσεν-Τσανγκ, διοικητή της φρουράς, ότι είναι εξουσιοδοτημένος να πραγματοποιήσει «ένοπλη μεσολάβηση» σύμφωνα με τους κανονισμούς του στρατιωτικού νόμου. Ο διοικητής της εργατικής φρουράς συμφώνησε και μαζί με έξι ακόμα άνδρες του έφυγε με τον Χσιν. Λίγα μέτρα παραπέρα, ο Χσιν του είπε «αφοπλίσαμε εκείνους τώρα πρέπει να αφοπλίσουμε και τις δικές σας ομάδες». Ο Κου κοντοστάθηκε: «Δεν μπορείτε να το κάνετε αυτό» είπε. «Αυτοί οι άνθρωποι είναι γκάνγκστερ. Η φρουρά μας είναι επαναστάτες εργάτες. Γιατί να μας αφοπλίσετε;» Ο Χσιν δεν απάντησε. Ομως οι άνδρες του κύκλωσαν την ομάδα. Ο Κου και οι έξι άνδρες του αφοπλίστηκαν και μεταφέρθηκαν πίσω στο αρχηγείο της ΓΕΕ. Λίγα αργότερα, περίπου 300 γκάνγκστερ που ήταν κρυμένοι παραδίπλα εισέβαλαν στο κτίριο ενώ οι στρατιώτες δεν έκαναν τίποτα και επιτέθηκαν με αγριότητα στους αιφνιδιασμένους φρουρούς. Μέσα στο χαμό, ο Κου και ο υποδιοικητής του, ένας νεαρός ονόματι Τσου-Εν-Λαϊ δραπέτευσαν. Εντωμεταξύ το κτίριο παραδόθηκε. Παρόμοιες μέθοδοι έφεραν παρόμοια αποτελέσματα στα περισσότερα άλλα εργατικά κέντρα της πόλης. 

Το μεσημέρι πια, το τελευταίο εργατικό προπύργιο ήταν το μεγάλο κτίριο της Commercial Press, όπου περίπου τετρακόσιοι φρουροί συνέχιζαν να αντιστέκονται σε συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις. Οταν οι γκάνγκστερ επιτέθηκαν και ο στρατός έφτασε με το αίτημα της κατάπαυσης του πυρός, οι υπερασπιστές του κτιρίου απάντησαν με μια ομοβροντία. Ετσι λοιπόν οι στρατιώτες απλά ενώθηκαν με τους γκάνγκστερ στην επίθεση και εγκαταλείφθηκε κάθε σκέψη για παραπλανητικά κόλπα. Το κτίριο πολιορκήθηκε από όλες τις πλευρές. Στην  Οδό Παοσάν ο ορυμαγδός των πυροβολισμών κράτησε για ώρες. Οι υπερασπιστές συνέχισαν να πολεμούν μέχρι που οι περισσότεροι σκοτώθηκαν και οι εναπομείναντες έμειναν χωρίς πυρομαχικά. Ηταν σχεδόν μεσημέρι όταν οι επιτιθέμενοι μπήκαν επιφυλακτικά στο διάτρητο από σφαίρες κτίριο...

...Ηταν αυτή την στιγμή, όταν η μάχη είχε χαθεί και η στιγμή για δράση είχε θαφτεί οριστικά στα λάθη του παρελθόντος, που η Γενική Ενωση Εργατών κάλεσε, στις 13 Απρίλη, γενική απεργία διαμαρτυρίας. «Θα πολεμήσουμε μέχρι θανάτου...με την εθνική επανάσταση λάβαρό μας...είναι ένδοξο να πεθάνεις τέτοια μέρα!». Οι εργάτες είχαν ακολουθήσει τους κομμουνιστές πειθαρχημένα στη σφαγή, και τώρα τους ζητούσαν «να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τα πάντα και να εντείνουν το πόλεμο ενάντια στη Δεξιά.» Θα μπορούσαν να ρωτήσουν: ποιός πόλεμος ενάντια στη Δεξιά; Τους είχαν πει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι έπρεπε να κάνουν πίσω, να θάψουν τα όπλα τους και να αποφύγουν την «ανοιχτή» πάλη. Τώρα η ανοιχτή πάλη τους επιβλήθηκε από τον αντίπαλο και οι εργάτες βρέθηκαν απελπιστικά απροετοίμαστοι. Παρόλα αυτά η ανταπόκριση στο απεργιακό κάλεσμα της ΓΕΕ  ήταν μια εντυπωσιακή απόδειξη της δύναμης και της πειθαρχίας αυτών των εργατών. Περίπου 100.000 παράτησαν τη δουλειά. Το λιμάνι παρέλυσε επίσης. Τα τραμ σταμάτησαν. Η πλειοψηφία των υφαντουργών της Δυτικής Περιφέρειας και οι εργάτες στα εργοστάσια του Γιάντζερορλου ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα. 

Το μεσημέρι της 13ης Απρίλη ένα μεγάλο πλήθος εργατών συμμετείχε σε συγκέντρωση στην Οδό Τσινιέν στο Τσαπέι. Εγκρίθηκε μια λίστα αιτημάτων που απαιτούσε την επιστροφή των όπλων, τιμωρία όσων επιτέθηκαν στα σωματεία και προστασία της ΓΕΕ. Σχηματίστηκε μια πορεία για να βαδίσει στο αρχηγείο της Δευτέρας Μεραρχίας και να παρουσιάσει τα αιτήματα στον στρατηγό Τσου-Φενγκ-Τσι. Γυναίκες και παιδιά συμμετείχαν στην πορεία. Κανείς από τους άνδρες δεν ήταν οπλισμένος. Μπήκαν στην οδό Παοσάν υπό καταρρακτώδη βροχή. Καθώς έφταναν στο San Te Terrace, κοντά στο στρατιωτικό αρχηγείο, τα πολυβόλα άνοιξαν πυρ χωρίς προειδοποίηση. Πάνω στο πυκνό πλήθος άρχισε να βρέχει μολύβι και από τις δυο πλευρές του δρόμου. Οι στρατιώτες συνέχισαν να πυροβολούν πισώπλατα τους διαδηλωτές που έτρεχαν να ξεφύγουν. Ανδρες, γυναίκες και παιδιά έπεφταν ουρλιάζοντας στη λάσπη. Οι στρατιώτες επιτέθηκαν και από τα γύρω στενά, με ξιφολόγχες, υποκόπανους, σπαθιά. Κυνήγησαν τους διαδηλωτές μέχρι τις εργατογειτονιές των οδών Γι Πινγκ, Τεράς, Παοτάνγκ και Τιενταγκάν. Εσερναν έξω από τα σπίτια άνδρες και γυναίκες. «Οσοι αντιστέκονταν σκοτώνονταν αμέσως ή έπεφταν τραυματισμένοι...Πολλοί από τους τραυματίες αφέθηκαν να πεθάνουν. Πέρασε μια ώρα πριν αδειάσει ο δρόμος» καταθέτει ένας αυτόπτης μάρτυρας. Λίγο αργότερα είδε φορτηγά να μεταφέρουν πτώματα. Μέτρησε οχτώ τέτοια φορτηγά γεμάτα νεκρούς. Περισσότεροι από τριακόσιοι δολοφονήθηκαν και πολλοί περισσότεροι τραυματίστηκαν. Πολλοί από τους τραυματίες «θάφτηκαν μαζί με τους νεκρούς.»...

...Αρχικά στη Μόσχα επικράτησε σιωπή. Οι πληροφορίες κυκλοφορούσαν στη σοβιετική πρωτεύουσα και στην έδρα της Κομιντέρν μόνο ως φήμες. Τα νέα των γεγονότων της Σαγκάης ήχησαν σαν μια συντριπτική καταστροφή. Ηταν κάτι απίστευτο. Πέρασε μια ολόκληρη μέρα πριν εκδοθεί οποιαδήποτε ανακοίνωση. Υπάρχει πλήρης συσκότιση για το τι συνέβη στο Κρεμλίνο εκείνες τις ώρες. Τελικά εκδόθηκε μια σύντομη ανακοίνωση: «Υστερα από επίμονες αρνήσεις ότι υπάρχουν εντάσεις ανάμεσα στον Τσιανγκ-Και-Σεκ και ακραία στοιχεία του Κουομιντάγκ» μπόρεσαν να τηλεγραφήσουν οι ανταποκριτές «οι σοβιετικές αρχές ανακοίνωσαν ότι δυστυχώς αληθεύει το καταδικαστέο γεγονός ότι ξέσπασαν συγκρούσεις στη Σαγκάη ανάμεσα στον Εθνικιστικό Στρατό και τις «ένοπλες εργατικές αδελφότητες» και ότι ο Εθνικιστικός Στρατός αφοπλίζει εργατικές αδελφότητες στις πόλεις του νότου.» Στη Κομιντέρν ο αιφνιδιασμός υπήρξε ολοκληρωτικός και η σύγχιση απόλυτη. Αρθρα που είχαν γραφτεί από τους «ειδικούς» της Κομιντέρν μέρες πριν εκδηλωθεί το πραξικόπημα και που απέριπταν κάθε πιθανότητα να συμβεί κάτι τέτοιο, συνέχιζαν να δημοσιεύονται τις μέρες που ακολούθησαν. Η έκδοση της 16 Απρίλη της Correspondence Internationale, για παράδειγμα, πρόβαλε ένα άρθρο του Ερνστ Τέλμαν, του μελλοντικού ηγέτη του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος που έξι χρόνια μετά θα το οδηγούσε στην συνθηκολόγηση μπροστά στον Χίτλερ. Εγραψε: «Η αστική Δεξιά πτέρυγα του Κουομιτάνγκ και η ηγεσία της έχουν ηττηθεί ήδη από το 1926. Ο Τσιανγκ, έλεγε «πρέπει να υποκύψει». Τέλειωνε χλευάζοντας τις προσδοκίες των ιμπεριαλιστών για αλλαγή στον προσανατολισμό του Τσιανγκ. Στις 20 Απρίλη, το ίδιο περιοδικό δημοσίευε άρθρο ενός κάποιου Βίκτορ Στερν από την Πράγα, ο οποίος δήλωνε ότι «οι ελπίδες για μια διάσπαση...και ένα συμβιβασμό ανάμεσα στη Δεξιά και τους στρατιωτικούς...είναι ψεύδη που δεν έχουν περιθώρια επιτυχίας.»Την ίδια μέρα, με την ίδια ημερομηνία μια έκτακτη έκδοση του περιοδικού κυκλοφόρησε με τίτλο «Η προδοσία του Τσιάνγκ Κάι Σεκ!»

Tρότσκι

Το πραξικόπημα του Τσιάνγκ, έτσι κι αλλιώς κακό για τους σκοπούς του Κρεμλίνου, ήταν ακόμα περισσότερο δυσάρεστο γιατί επιβεβαίωνε με συντριπτικό τρόπο τις προβλέψεις του Τρότσκι και της Αντιπολίτευσης στο Ρώσικο Κομμουνιστικό Κόμμα. Από πολλές απόψεις, για τον Στάλιν αυτό ήταν το πιο ασυγχώρητο έγκλημα του Τσιάνγκ. Τα γεγονότα μπορεί να επιβεβαίωναν τον Τρότσκι αλλά η πάλη ενάντια στον τροτσκισμό έπρεπε να συνεχιστεί. 

Οι επιπτώσεις της έφταναν μέχρι τη Σαγκάη όπου, σύμφωνα με τα λόγια του Μαλρώ, οι Κινέζοι κομμουνιστές ηγέτες «γνωρίζοντας ότι οι τροτσκιστικές θέσεις επέκριναν τη συμμαχία με το Κουομιτάνγκ φοβόνταν να υιοθετήσουν οποιαδήποτε στάση που, θελημένα ή αθέλητα, μπορούσε να φανεί ότι ακολουθεί τη Ρώσικη Αντιπολίτευση.» Γι’ αυτό, στο όνομα της συμμαχίας με το Κουομιτάνγκ οδήγησαν τους εργάτες στη σφαγή. Ακόμα και τώρα ήταν αδύνατο για τη Μόσχα να παραδεχτεί ότι τα γεγονότα διέψευδαν τα χιλιάδες ψέματα και έωλα επιχειρήματα. Ενας εκπρόσωπος της Κομιντέρν δήλωσε αλόγιστα ότι «η προδοσία του Τσιανγκ Κάι Σεκ ήταν αναμενόμενη». Στις 21 Απρίλη ο ίδιος ο Στάλιν δήλωσε ότι τα γεγονότα «απέδειξαν πλήρως και κατηγορηματικά την ορθότητα» της «γραμμής» της Κομιντέρν. 

Ομως, οι παπικές ψευδολογίες του αλάθητου δεν μπορούν να σβήσουν τα γεγονότα. Στη Σαγκάη οι εργάτες πέθαναν στο σταυρό της «ενότητας» με το Κουομιτάνγκ. Κάτω από αυτό το σταυρό οι στρατοκράτες και οι τραπεζίτες καυγάδιζαν για τα λάφυρα.