Οικονομία και Πολιτική
Από την επιτήρηση “υπερβολικού ελλείμματος” στην επιτήρηση υπερβολικού πλεονάσματος

Η έξοδος της Ελλάδας από το καθεστώς "επιτήρησης υπερβολικών ελλειμμάτων" δεν αποτελεί κανενός είδους επιβράβευση "του ελληνικού λαού για τα τόσα πολλά χρόνια θυσιών", όπως έσπευσε να δηλώσει ο Πιερ Μοσκοβισί, ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Πρώτον η "έξοδος" είναι καθαρά συμβολική. Και ο λόγος είναι πολύ απλός: το ίδιο το καθεστώς "επιτήρησης υπερβολικών ελλειμμάτων" ήταν και είναι καθαρά συμβολικό. Η δημοσιονομική πολιτική της χώρας δεν υπαγορεύεται από τις συμφωνίες του Μάαστριχ ή της Λισαβόνας που υποχρεώνουν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διατηρούν ελλείμματά μικρότερα από το 3% του ΑΕΠ: υπαγορεύεται από τα Μνημόνια. Υπαγορεύεται από το "μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής προσαρμογής 2018-21", το "τέταρτο μνημόνιο" που ψήφισε τον Ιούνη η κυβέρνηση του Τσίπρα. Υπαγορεύεται από τις συμφωνίες με τις οποίες η κυβέρνηση δεσμεύτηκε για πρωτογενή πλεονάσματα μαμούθ για τα επόμενα σαράντα χρόνια. Η Ελλάδα μπήκε σε "καθεστώς επιτήρησης υπερβολικών ελλειμμάτων" το 2009, μαζί με άλλες 23 ευρωπαϊκές χώρες. Το 2010 μπήκε στο (πολύ χειρότερο) καθεστώς επιτήρησης των δανειστών. Και τώρα με το "μεσοπρόθεσμο πλαίσιο" μπήκε σε καθεστώς επιβολής "υπερβολικών πρωτογενών πλεονασμάτων". 

Αγορές

Δεύτερον, η "έξοδος" δεν έχει γίνει ακόμα. Απλά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέστησε την "άρση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος" για την Ελλάδα. Η "σύσταση" θα πρέπει να εγκριθεί από το Συμβούλιο των κρατών-μελών. Αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, θα γίνει τον Οκτώβρη στη συνεδρίαση των υπουργών στο Λουξεμβούργο. Οι σημερινές τυμπανοκρουσίες για την άρση έχουν σαν στόχο να στείλουν ένα μήνυμα στους "επενδυτές" και να διευκολύνουν έτσι τις προσπάθειες της Ελλάδας να "βγει στις αγορές". Την ίδια ώρα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνιστούσε την άρση η Κριστιν Λαγκάρντ, η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ έπλεκε το εγκώμιο του Τσίπρα και ο Ζαν Κλοντ Γιουνκέρ ερχόταν στην Ελλάδα για να ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτορας της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. 

Τα επιτόκια των ελληνικών χρεογράφων βρίσκονται σήμερα στα χαμηλότερα σχεδόν επίπεδα από τότε που η χώρα μπήκε στα μνημόνια. Με εξαίρεση ένα ομόλογο πενταετούς διάρκειας που είχε εκδόσει η κυβέρνηση του Σαμαρά στην πρώτη (και μοναδική) της απόπειρα εξόδου στις αγορές το 2014, η Ελλάδα δανείζεται από το 2010 μέχρι σήμερα "μακροχρόνια" μόνο από την Τρόικα. Όμως συνεχίζει όλα αυτά τα χρόνια να καλύπτει τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες της (με όριο τα 15 δις κάθε χρόνο) με την έκδοση τρίμηνων (κυρίως) ή εξάμηνων "εντόκων γραμματίων". Μέχρι πριν από λίγο ο μοναδικός πρακτικά αγοραστής αυτών των γραμματίων ήταν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα -οι τέσσερις μεγάλες "συστημικές" τράπεζες. Η τελευταία έκδοση, όμως, (14 Ιουλίου 2017) καλύφθηκε κατά 59% από "ξένους επενδυτές", οι προσφορές ήταν περίπου διπλάσιες από την ζήτηση και το επιτόκιο "έκλεισε" στο 2,33% -το χαμηλότερο από τον Γενάρη του 2015 που ορκίστηκε η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα. 

Το υπουργείο Οικονομικών ετοιμάζεται να αξιοποιήσει αυτόν τον "ούριο άνεμο" με ένα πενταετές ομόλογο (με το οποίο σκοπεύει να αποπληρώσει το ομόλογο του Σαμαρά που λήγει το 2019). Οι στόχοι της κυβέρνησης είναι μετριοπαθείς: αν το επιτόκιο πέσει κάτω από το 4,95% (με το οποίο είχε δανειστεί ο Σαμαράς) θα μιλάει για επιτυχία. Αν πέσει κάτω από το 4,50% για θρίαμβο. Με άλλα λόγια η "επιβράβευση της χώρας" για τα δυο τελευταία χρόνια θυσιών του ελληνικού λαού θα είναι στην καλύτερη περίπτωση μια μείωση μισής εκατοστιαίας μονάδας στο επιτόκιο. Με μια απλή προβολή θα χρειαστούν άλλα δεκαπέντε περίπου χρόνια αντίστοιχων "θυσιών" για να πέσει το επιτόκιο σε βιώσιμα επίπεδα. Σίγουρα πιάνουν τόπο οι "προσπάθειες του ελληνικού λαού"...

Τρίτον, ούτε με την άρση ούτε με την επικείμενη έξοδο στις αγορές πρόκειται να μπει η ελληνική οικονομία "μετά από μια μακρά περίοδο καταστροφικής ύφεσης... στην περίοδο της δυναμικής ανάκαμψης, της ανάπτυξης και της ανάκτησης της εμπιστοσύνης» - όπως έσπευσε να δηλώνει από τη Θεσσαλονίκη ο Αλέξης Τσίπρας. Το ξαφνικό ενδιαφέρον των επενδυτών για τα χρεόγραφα του ελληνικού δημοσίου δεν οφείλεται στον κρυμμένο δυναμισμό της ελληνικής οικονομίας. Ούτε στην αναγνώριση του έργου της κυβέρνησης. Οφείλεται στη γενικότερη στροφή των επενδυτών τις τελευταίες εβδομάδες προς τις αναδυόμενες αγορές και τις αγορές υψηλού ρίσκου -μια στροφή που πυροδοτήθηκε από μια πρόσφατη ομιλία της Τζάνετ Γέλεν, της διοικήτριας της FED (της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ) όπου δήλωσε ότι η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων και της ποσοτικής χαλάρωσης δεν πρόκειται να αλλάξει θεαματικά στο άμεσο μέλλον. 

Όπως γράφει το πρακτορείο Bloomberg "μιλώντας στο Κογκρέσο η Γέλεν σηματοδότησε ότι... η FED θα επιμείνει στην πολιτική της αργής, σταδιακής αύξησης των επιτοκίων... Η εποχή του φτηνού χρήματος δεν πρόκειται να τελειώσει σύντομα...". Το αποτέλεσμα ήταν να πάρουν "φωτιά" οι αναδυόμενες αγορές όπου τα επιτόκια είναι πολύ πιο μεγάλα. Οι “επενδυτές” βλέπουν να επεκτείνονται οι ευκαιρίες φτηνού δανεισμού από το κέντρο και “επένδυσης” στα υψηλά επιτόκια της περιφέρειας.

Πιέσεις

Πόσο θα κρατήσει αυτή η περίοδος, αυτό κανένας δεν το ξέρει. Το βέβαιο είναι ότι δεν θα κρατήσει για πολύ. Τον Σεπτέμβρη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αποφασίσει για το μέλλον της δικής της ποσοτικής χαλάρωσης. Οι πιέσεις, ειδικά από τη Γερμανία και τις άλλες μεγάλες οικονομίες της Ευρώπης για μια στροφή είναι πολύ μεγάλες.

Το ελληνικό χρέος είναι σήμερα κοντά στο 180% του ΑΕΠ. Σήμερα το μέσο επιτόκιο που πληρώνει το ελληνικό δημόσιο είναι 2,1%. Μια αύξηση μιας ποσοστιαίας μονάδας μεταφράζεται αυτόματα σε μια πρόσθετη δαπάνη 1,8% του ΑΕΠ στον προϋπολογισμό: δηλαδή 3,34 δισεκατομμύρια με τα σημερινά δεδομένα! 

Η κυβέρνηση θα πανηγυρίσει την έξοδο στις αγορές όταν κάνει αυτό το βήμα. Και ο Τσίπρας θα μοιράσει για μια ακόμα φορά διαβεβαιώσεις ότι "η χώρα γύρισε σελίδα". Τα ίδια όμως έλεγε και ο Σαμαράς τον Απρίλη του 2014, όταν είχε γίνει "με μεγάλη επιτυχία" η έκδοση του πενταετούς ομολόγου. Αλλά το πάρτι δεν κράτησε. Η διεθνής συγκυρία (αναταραχή στα χρηματιστήρια, ανησυχία για την τιμή του πετρελαίου, νομισματική κρίση στη Ρωσία κλπ) έκαναν ακόμα και τη σκέψη για μια δεύτερη έξοδο απαγορευτική. Η δεύτερη απόπειρα έμελλε να γίνει πάνω από τρία χρόνια αργότερα με τον Τσίπρα σε ρόλο Σαμαρά...