Η Αριστερά
Aριστερά ή Kεντροαριστερά; Ένα “απλουστευτικό” δίλημμα;

Είναι κοινή παραδοχή η επιστροφή της πολιτικής στα κινήματα. Τα τελευταία χρόνια διάφορα κινήματα έχουν κάνει μαζική εμφάνιση και έχουν καταφέρει νίκες, αλλά όλοι βλέπουν πως τίποτα δεν είναι δεδομένο αν δεν δοθεί και πολιτική απάντηση. Οι περιπτώσεις της Ιταλίας και της Γαλλίας και τα πολιτικά διλήμματα που τέθηκαν αποτελούν προκλήσεις για την Αριστερά όλης της Ευρώπης. Ομως σε ζητήματα που είναι ζωής και θανάτου, κάποιοι έχουν να προσφέρουν μόνο παλιές απαντήσεις υποστηρίζοντας ότι η Αριστερά πρέπει, όποτε μπορεί, να μπαίνει σε κυβερνήσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία. Στην Εποχή της Κυριακής δύο άρθρα κάνουν ολοφάνερη την αδυναμία.

Το πιο χαρακτηριστικό άρθρο είναι του στελέχους του ΣΥΝ, Χριστόφορου Παπαδόπουλου. Κατηγορεί όσους επιμένουν να διαχωρίζουν την Αριστερά από την Κεντροαριστερά: “Αρκετοί προτείνουν στο πεδίο των συμμαχιών, ακόμα και των στοιχειωδών πολιτικών συνεργασιών, τη διαχωριστική Αριστερά-Κεντροαριστερά, θεωρώντας ότι ο “κυβερνητισμός” είναι το σύμπτωμα και η διάγνωση της ιδεολογικής και πολιτικής κρίσης της Αριστεράς. Κρίση που κάνει περιττή τη διαχωριστική του νεοφιλελευθερισμού.”

Τονίζει ότι ένας τέτοιος διαχωρισμός “για τις συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ είναι απλούστευση που καταλήγει σε μόνιμη επιφύλαξη, αν όχι σε κυνήγι μαγισσών.” Υποστηρίζει μάλιστα ότι όσοι διαχωρίζουν Αριστερά/Κεντροαριστερά δεν ”μπορούν να κατανοήσουν πως ένα κόμμα φτιαγμένο με τα πιο στέρεα (και εξελιγμένα) υλικά της κομουνιστικής παράδοσης, η Επανίδρυση λόγου χάρη, να συντάσσεται με την κεντροαριστερά για να αντιμετωπίσει το βαρύ (ιδιαίτερα πολιτικό) δίλημμα Μπερλουσκόνι ή Πρόντι.”

Πρόκειται για σκεπτικό πολιτικής διολίσθησης: τι να κάνουμε; Τέθηκε το πολιτικό δίλημμα “Πρόντι ή Μπερλουσκόνι;” και η Επανίδρυση μπήκε στην κυβέρνηση Πρόντι.

Η αντίθεση στην κεντροαριστερά δεν είναι ιδεολογικό κόλλημα. Η κυβέρνηση Πρόντι έχει ήδη βάψει τα χέρια της με αίμα. Στηρίζει με ιταλικά στρατεύματα την κατοχή του Αφγανιστάν και συνεργάζεται με τον πόλεμο του Μπους σε όλα τα επίπεδα. Δεν είναι μόνο ότι αφήνει την αμερικάνικη βάση της Βιτσέντζα να επεκτείνεται. Πέρσι το καλοκαίρι έστειλε πρώτο πρώτο τον ιταλικό στρατό να σταθεροποιήσει το Λίβανο μετά την ήττα της ισραηλινής επίθεσης. Η κυβέρνηση Σινιόρα που σώθηκε και χάρη στον στρατό που έστειλε ο Πρόντι τώρα σφάζει παλαιστινιακούς καταυλισμούς. Η θέση της Αριστεράς είναι να διαδηλώνει ενάντια σ’ αυτά τα εγκλήματα, να προσπαθεί να εμποδίσει και να ρίξει τις κυβερνήσεις που τα εκτελούν, όχι να είναι συνένοχη σαν την Κομμουνιστική Επανίδρυση.

Αν αυτό το μεγάλο έγκλημα διαφεύγει από τον Παπαδόπουλο, στο επίπεδο της οικονομίας τι μπορεί να πει; Μήπως η κυβέρνηση Πρόντι στη διαχωριστική γραμμή νεοφιλελευθερισμός-αντινεοφιλελευθερισμός βρίσκεται με τη δική μας μεριά; Την άγρια πολιτική του Μπερλουσκόνι συνεχίζει και όσον αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις στην παιδεία και την υγεία και όσον αφορά τη λιτότητα. Αρα ο Παπαδόπουλος πριν βιαστεί να κατηγορήσει όσους είναι ενάντια στον κυβερνητισμό ότι «μιλάνε γενικά», θα έπρεπε να απαντήσει συγκεκριμένα για ποιες κυβερνήσεις εννοεί ότι πρέπει να συμμετέχει η αριστερά.

Μάλλον όμως δεν έχει δισταγμούς. Φαίνεται από την ανάλυσή του για τη Γαλλία, την άλλη περίπτωση που το δίλημμα τέθηκε έντονα. Το σκεπτικό του Παπαδόπουλου είναι ότι η Αριστερά έχασε εκλογικά στη Γαλλία επειδή δεν είχε κυβερνητική προοπτική. Φαίνεται ότι δεν πρόσεξε πως το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας που είχε ανοιχτή θέση υπέρ της συγκυβέρνησης χαντακώθηκε ενώ αντίθετα η Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα κράτησε τα ποσοστά της. 

Kατοχή

Η Κομμουνιστική Επανίδρυση και το ΚΚ Γαλλίας είναι αδελφά κόμματα του Συνασπισμού. Συμμετέχουν μαζί στο Ευρωπαϊκό Κόμμα της Αριστεράς. Ο ΣΥΝ ποτέ δεν ψέλλισε ούτε μια κουβέντα ενάντια στην υποστήριξη της κατοχής του Αφγανιστάν από την Επανίδρυση. Ούτε καταδίκασε τη διαγραφή του γερουσιαστή Φράνκο Τουριλιάτο που τόλμησε να ψηφίσει ενάντια στην επίσημη θέση. Αρα οι φοβίες για τον “κυβερνητισμό” δεν είναι μόνο απομεινάρι του 1989, όπως θέλει να μας πείσει ο Παπαδόπουλος. Είναι πραγματικός φόβος των αγωνιστών που δεν θέλουν να δουν τις ψήφους τους και τις ελπίδες τους να μετατρέπονται σε υπουργικές καρέκλες που θα συνεχίσουν την πολιτική Καραμανλή με αριστερό προφίλ.

Γι’ αυτό και το άρθρο του Τάσου Κουράκη δεν βοηθάει τη συζήτηση. Υποστηρίζει ότι το ερώτημα για συμμετοχή σε κυβερνήσεις δεν είναι τόσο σημαντικό, γιατί το ζήτημα είναι το τι κάνει η Αριστερά είτε είναι σε κυβέρνηση είτε όχι: “Το ζητούμενο δεν είναι η συμμετοχή ή όχι στην κυβέρνηση, αλλά αν με τις πράξεις και τις ενέργειές μας φέρουμε πιο κοντά το όραμα του σοσιαλισμού”. Αυτή η “χιλιαστική” τοποθέτηση δεν απαντάει σε κανένα ερώτημα. Υπάρχει περίπτωση μια κεντροαριστερή κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Πρόντι ή την Σεγκολέν Ρουαγιάλ να φέρουν πιο κοντά το όραμα του σοσιαλισμού; Το μόνο που κάνουν είναι να τραβήξουν την αριστερά στο βούρκο του νεοφιλελευθερισμού και του πολέμου.

Τα ερωτήματα δεν είναι ακαδημαϊκά. Χρειάζονται καθαρές απαντήσεις σ’ αυτούς που λένε ότι τα κινήματα μπορούν  να δώσουν λευκή επιταγή σε οποιαδήποτε κυβέρνηση να εφαρμόσει “κεντροαριστερό” πρόγραμμα.