Εκθεση για τον Τσίλλερ στην Εθνική Πινακοθήκη. Πόσο γερμανική είναι η εθνική «μας» ταυτότητα;

Στον Ερνστ Τσίλλερ, που γεννήθηκε το 1837 στο Ράντεμποιλ της ανατολικής Γερμανίας, ένα προάστιο σήμερα της Δρέσδης, χρωστάμε μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά νεοκλασικά κτήρια της Πρωτεύουσας -το Βασιλικό (σήμερα Εθνικό) Θέατρο, το Παλάτι (σήμερα έδρα της Προεδρίας της Δημοκρατίας), το Ιλίου Μέλαθρον, κατοικία τότε του αρχαιολόγου Σλήμαν (σήμερα Νομισματικό Μουσείο), η Τράπεζα Αθηνών (το κτήριο του Χρηματιστηρίου στη Σοφοκλέους), τα πρώτα σχέδια για το Παναθηναϊκό Στάδιο, τον φωτισμό της Ακρόπολης και τον εξωραϊσμό του λόφου του Λυκαβηττού αλλά και δεκάδες κατοικίες, πολυτελείς βίλες στην Κηφισιά, επικούς τάφους στο Α´ Νεκροταφείο και σχέδια για δημόσια κτήρια, στοές, σχολεία και εκκλησίες.

Ο Τσίλλερ δεν περιορίστηκε στην Αθήνα: ανάμεσα στα διάσημα αριστουργήματά του είναι το Δημαρχείο της Ερμούπολης στη Σύρο, τα θέατρα της Πάτρας και της Ζακύνθου, η αγορά (σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο) του Αιγίου, η Αγορά και το Δημαρχείο του Πύργου, το ελληνικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη (τότε ανήκε ακόμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) και πολλά άλλα, λιγότερο γνωστά, νεοκλασικά οικοδομήματα. 

Στον Τσίλλερ, όμως, δεν ανήκει απλά και μόνο ένα κομμάτι του παλιού μεγαλείου της Αθήνας: ανήκει και ένα μεγάλο κομμάτι της ´εθνικής μας ταυτότητας´ -της ταυτότητας που με τόση ευτέλεια αντιπαραθέτουν αυτές τις μέρες της οικονομικής κρίσης, της «σιδηράς κυρίας» Μέρκελ και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στους ´απογόνους του βαρβαρικών γερμανικών φυλών´ της κεντρικής Ευρώπης.

Παράδοση

Γιατί σε πείσμα των κάθε λογής πατριδοκάπηλων η εθνική μας ταυτότητα και η εθνική μας συνείδηση δεν είναι αποτελέσματα της συνέχειας του Ελληνισμού ανά τους αιώνες αλλά, όπως σε όλα τα άλλα σύγχρονα έθνη, κατασκευάσματα του ίδιου του αστικού κράτους -της προσπάθειας κατάληψης και της διαιώνισης της εξουσίας από την αστική τάξη. Αν υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο στην ελληνική περίπτωση αυτό δεν είναι ούτε ο «ζυγός των τετρακοσίων χρόνων της Τουρκοκρατίας», ούτε το (επιστημονικά αποδεδειγμένα ανύπαρκτο) Κρυφό Σχολειό, ούτε ο ρόλος της Ορθοδοξίας και της Εκκλησίας (που, όπως είναι γνωστό πρόδωσε τον Ρήγα Φεραίο και αφόρισε την περίοδο του 1821 τους επαναστάτες): η μοναδική ελληνική ιδιαιτερότητα βρίσκεται στον ρόλο που έπαιξαν τόσοι και τόσοι καλλιτέχνες, ιστορικοί, επιστήμονες και διανοητές από την Γερμανία, τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Αμερική και τις άλλες χώρες του κόσμου στην ανάδειξη, την καλλιέργεια και την εμπέδωση αυτής της ´εθνικής μας παράδοσης´. 

Δυο στοιχεία έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σε αυτή την ιδιαιτερότητα: η αίγλη της Αρχαίας Ελλάδας, της κοιτίδας της Δημοκρατίας, από τη μια και η διαμάχη ανάμεσα στην αστική επανάσταση και την απολυταρχία από την άλλη. Ο «νεοκλασικισμός» γράφει η αρχιτέκτονας Αρετή Τσοχατζοπούλου στο αφιέρωμα της Καθημερινής στον Τσίλλερ, «προήλθε από ένα ευρωπαϊκό ρεύμα φιλελληνισμού, που δεν ήταν μια γενική ρομαντική ιδέα αλλά ουσιαστικά το πνεύμα που αντιπροσώπευε τις μοντέρνες ιδέες της εποχής σε πολιτικό επίπεδο -ήταν η μάχη μεταξύ εκδημοκρατισμού και απολυταρχισμού...»

Το χρέος της αστικής μας τάξης στους φιλέλληνες δεν ξεκινάει με τον Τσίλλερ. Σήμερα που οι φυλλάδες σαν το Focus προσπαθούν να καλλιεργήσουν στη Γερμανία και τις άλλες χώρες-εταίρους «μας» στην Ευρωπαϊκή Ένωση το μίσος απέναντι στους εργαζόμενους στην Ελλάδα -που τολμάνε να αντιστέκονται στην επιδρομή των τραπεζιτών- οι αντίστοιχες φυλλάδες της χώρας μας θυμήθηκαν όχι μόνο τον Χίτλερ, αλλά και τον Οθωνα και την «Βαυαροκρατία». Οι τραπεζίτες και οι εφοπλιστές και οι βιομήχανοι που αλαλάζουν τώρα διεκδικώντας την επέκταση των δρακόντειων μέτρων και στον ιδιωτικό τομέα -για να σωθεί η χώρα φυσικά- χρωστάνε σχεδόν τα πάντα σε αυτούς τους πρώτους θεμελιωτές του ελληνικού κράτους.

Ένα από τα πιο μισητά, σήμερα, πρόσωπα της ´βαυαροκρατίας´ ήταν ο Γκέοργκ-Λούντβιχ φον Μάουρερ. Για τους φτωχούς της εποχής εκείνης ο Μάουρερ ήταν αναμφίβολα βαθιά μισητός -όπως είναι πάντα οι κάθε λογής ´εκσυγχρονιστές´ και ιδιαίτερα αυτοί που δεν λογοδοτούν σε κανέναν πέρα από τον βασιλιά και τον εαυτό τους. Για την σημερινή επίσημη ιστορία ο Μάουρερ είναι ο βασικός υπεύθυνος για την φυλάκιση το 1833 του Κολοκοτρώνη. Ο Μάουρερ, όμως, που ήταν ένας από τους ´αντιβασιλείς´ που κυβερνούσαν την Ελλάδα τα πρώτα χρόνια του Οθωνα (ο Οθωνας ήταν ακόμα ανήλικος όταν ανήλθε στον Θρόνο του νεοσύστατου Ελληνικού Βασιλείου) ήταν αυτός που έβαλε τις βάσεις του σύγχρονου ελληνικού κράτους: η διαίρεση της χώρας σε νομούς, επαρχίες και δήμους έγινε με τη δική του υπογραφή. Το ίδιο και ο διαχωρισμός της ελληνικής εκκλησίας από το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης: η ελληνική εκκλησία έγινε τότε ´αυτοκέφαλη´ και συνδέθηκε με το κράτος -μια σύνδεση που η άρχουσα τάξη αρνείται πεισματικά να διακόψει μέχρι και σήμερα. Αλλά ακόμα και σε αυτό το επίπεδο οι Βαυαροί ´πιονιέροι´ του ελληνικού έθνους αποδείχτηκαν πολύ πιο τολμηροί από τους σημερινούς τους κληρονόμους: λίγο μετά την απόσχιση της ελληνικής εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο η αντιβασιλεία έκλεισε εκατοντάδες μοναστήρια που λειτουργούσαν εντός των συνόρων της χώρας και δήμευσε τις περιουσίες τους.

Στον Μάουρερ χρωστάει η ελληνική άρχουσα τάξη και τις «άρτιες» σύμφωνα με τα πανεπιστημιακά συγγράμματα βάσεις του νομικού συστήματος. Και ήταν αυτός που οργάνωσε το πρώτο εκπαιδευτικό σύστημα: το σχέδιό του προέβλεπε τετρατάξια δημοτικά σχολεία σε κάθε δήμο, «Ελληνικά σχολεία» (σχολαρχεία) τριετούς φοίτησης σε κάθε πρωτεύουσα επαρχίας και Γυμνάσια στις πρωτεύουσες του κάθε νομού. Η κατεύθυνση της εκπαίδευσης ήταν «κλασσική»: με άλλα λόγια το κέντρο βάρος έπεφτε στην αρχαιότητα -στην εμπέδωση της εθνικής ταυτότητας δηλαδή.

Τον Δεκέμβρη του 1834 ο Μάουρερ μετέφερε την πρωτεύουσα του νέου Βασιλείου από το Ναύπλιο στην Αθήνα -στην πόλη του Σόλωνα, του Σωκράτη και του Περικλή. Εκείνη την εποχή η Αθήνα, για να το πούμε ευγενικά, δεν είχε καμιά σχέση με την αρχαία της λάμψη. Και η Ελλάδα έφτανε μέχρι τη Λαμία -με άλλα λόγια ούτε καν στο κέντρο της χώρας ήταν. Αλλά η συγκολλητική ουσία του έθνους ήταν το παρελθόν και η Αθήνα ήταν γεμάτη από παρελθόν. Αρα έπρεπε να γίνει πρωτεύουσα. Αυτή την χαμένη λάμψη του αρχαίου της μεγαλείου προσπάθησε να αναβιώσει με τα έργα του ο Τσίλλερ. 

Οι αστικές φυλλάδες που μιλάνε σήμερα για το ´μεγαλείο του ελληνικού έθνους´ που «χάρισε τα φώτα του πολιτισμού στους βαρβάρους» θα έπρεπε να είναι πιο προσεχτικές στις επιθέσεις τους. Γιατί ακόμα και αυτούς τους μύθους της ελληνικής ιδιαιτερότητας τους χρωστάει σε μεγάλο βαθμό στους «βάρβαρους» σαν τον Τσίλλερ, τον Μάουρερ και τους Βαυαρούς του Οθωνα. Όσο για τις φυλλάδες της άλλης όχθης, τις φυλλάδες που μιλάνε για την διαφθορά, την τεμπελιά και την αναποτελεσματικότητα της χώρας μας θα έπρεπε και αυτές να είναι πιο προσεχτικές γιατί οι βάσεις αυτής της «τεμπελιάς», αυτής της διαφθοράς και αυτής της αναποτελεσματικότητας είναι σε ένα μεγάλο βαθμό κληρονομιά δική τους. 

Το πραγματικό πρόβλημα δεν βρίσκεται ούτε στις ελληνικές ούτε στις γερμανικές ιδιαιτερότητες: το πραγματικό πρόβλημα είναι οι γερμανό-ελληνικές ομοιότητες. Και η βασική ομοιότητα είναι μία: ο καπιταλισμός. Η διαφθορά, η αναποτελεσματικότητα, η κρίση, ο εθνικισμός, η καλλιέργεια του μίσους ανάμεσα στους εργάτες -όλο αυτό το αίσχος που αναβλύζει σαν οχετός σήμερα στην επιφάνεια είναι το δικό του έργο: για την ακρίβεια αυτή ήταν πάντα και συνεχίζει να είναι η βαθύτερη ουσία του σημερινού συστήματος.