Αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα
Τραγωδία στη Μιανμάρ

Χιλιάδες μετανάστες εργάτες διαδήλωσαν στο αντιφασιστικό συλλαλητήριο της Αθήνας στις 16/9

Μέσα στις τελευταίες εβδομάδες, σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει ο ίδιος ο ΟΗΕ, πάνω από 420.000 χιλιάδες μουσουλμάνοι Ροχίνγκια έχουν εγκαταλείψει την Μιανμάρ (Βιρμανία) καταφεύγοντας στο γειτονικό Μπαγκλαντές, για να γλυτώσουν από τις συστηματικές σφαγές και την ισοπέδωση χωριών που διενεργεί ο στρατός σε συνεργασία με παραστρατιωτικές ομάδες. 

Πρόκειται για ένα σχέδιο, ουσιαστικά, εθνοκάθαρσης της μουσουλμανικής αυτής μειονότητας (μιας από τις 135 συνολικά μειονότητες που υπάρχουν στη Μιανμάρ), το οποίο εδώ και δεκαετίες με συστηματικό τρόπο οργανώνει και διενεργεί το δικτατορικό (σήμερα μισοδικτατορικό) καθεστώς της μαζί με φανατικές ομάδες ακραίων βουδιστών (ο βουδισμός αποτελεί και την κυρίαρχη θρησκεία στη χώρα). Επί δεκαετίες οι μουσουλμάνοι Ροχίνγκια βιώνουν ένα καθεστώς σκληρού απαρτχάιντ.

Σήμερα, 1,3 εκατομμύρια μουσουλμάνοι Ροχίνγκια ζουν περιορισμένοι στην επαρχία Ρακίν, ένα μεγάλο κομμάτι από αυτούς μέσα σε καταυλισμούς και άθλιες συνθήκες. Το καθεστώς της Βιρμανίας τους έχει στερήσει την ιθαγένεια, δεν αναγνωρίζονται ως πολίτες, δεν τους επιτρέπεται να μετακινηθούν από το μέρος που ζουν χωρίς άδεια από την κυβέρνηση. Οι Ροχίνγκια δεν έχουν δικαίωμα να δουλέψουν, δεν έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και στα νοσοκομεία, οι γάμοι τους δεν θεωρούνται νόμιμοι. 

Ο πρώτος νόμος περί ιθαγένειας εγκρίθηκε με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βιρμανίας από τους Βρετανούς το 1948, ορίζοντας ότι οι Ροχίνγκια δεν είχαν δικαίωμα να πολιτογραφηθούν – με εξαίρεση όσους μπορούσαν να αποδείξουν ότι ζούσαν στην περιοχή σε βάθος δύο ...γενιών! Το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1962 επέβαλε τη χρήση εθνικής ταυτότητας από την οποία οι Ροχίνγκια εξαιρέθηκαν ενώ με νέο νόμο το 1982 που απαιτούσε επιπλέον να μιλάνε την εθνική γλώσσα, έπαψαν να έχουν το οποιοδήποτε δικαίωμα.

Ένα εκατομμύριο έχουν φύγει όλα αυτά τα χρόνια από την Μιανμάρ κυρίως προς το Μπαγκλαντές αλλά και τη Μαλαισία, στις αλλεπάλληλες και όλο και πιο συχνές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που γίνονται εναντίον τάχα ενός αντάρτικου που ρητά έχει δηλώσει ότι πολεμάει εναντίον του καθεστώτος και δεν έχει καμιά σχέση με ισλαμική τρομοκρατία, ενώ στρέφονται ενάντια σε όλο τον πληθυσμό. 

Σήμερα σε μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες και πιο φτωχές περιοχές του πλανήτη, στο Μπαγκλαντές πάνω από μισό εκατομμύριο πρόσφυγες Ροχίνγκια ζουν κατά κύριο λόγο σε στρατόπεδα. Το κράτος του Μπαγκλαντές τους αντιμετωπίζει σαν παράνομους και προσπαθεί να πάρει μέτρα για να σταματήσει την είσοδό τους ή να τους μεταφέρει σε απομονωμένα νησιά.

Ιμπεριαλισμός

Οι ρίζες της κτηνωδίας που συμβαίνει σήμερα στη Μιανμάρ πάνε βαθιά πίσω στις πιο «λαμπερές» εποχές του βρετανικού ιμπεριαλισμού που μπορούσε να καταληστεύει τις αποικίες χάρη στο διαίρει και βασίλευε – κληροδοτώντας έτσι στα νέα κράτη που δημιουργήθηκαν μίση και πάθη που γέννησε η αποικιοκρατία πριν καταρρεύσει. 

Εκατοντάδες διαφορετικές εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες κατοικούσαν αιώνες στη Βιρμανία χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Αλλά οι Βρετανοί, έχοντας αντιμετωπίσει μια σειρά από εξεγέρσεις, είχαν τελειοποιήσει «επιστημονικά» το διαίρει και βασίλευε. Ο βρετανικός στρατός επέβαλε ότι άτομα από συγκεκριμένες εθνότητες θα εργάζονται σε συγκεκριμένες δουλειές που τους αρμόζουν ενώ θα επιβαλλόταν να ζουν σε ξεχωριστές συνοικίες. Και όταν χρειαζόταν έστρεφαν τη μια εναντίον της άλλης.

Για παράδειγμα, σε μια απεργία Ινδών λιμενεργατών το 1930, έφεραν να δουλέψουν σαν απεργοσπάστες Βιρμανούς με αποτέλεσμα να υπάρξουν συγκρούσεις που κατέληξαν σε πογκρόμ με στόχο τους Ινδούς. Σε αυτές τις συνθήκες γεννήθηκε το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της Βιρμανίας που ενώ συγκρουόταν με τους Βρετανούς ταυτόχρονα στοχοποιούσε τους Ινδούς, τους Μουσουλμάνους και τους Κινέζους σαν «ξένους» που έφεραν μαζί τους οι αποικιοκράτες. 

Όταν το 1948 δημιουργήθηκε η Βιρμανία, για τη νέα κυρίαρχη τάξη ο ρατσισμός απέναντι στις μειονότητες έγινε ένας εύκολος τρόπος για να αποπροσανατολίζεται ο κόσμος από την φτώχεια, αλλά και την επιρροή του κομμουνιστικού κόμματος. 

Από την δεκαετία του ’90, οι πλούσιες πλουτοπαραγωγικές πηγές (τικ, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, ελαστικά, μεταλλεύματα κ.α) και πάνω από όλα η φθηνή εργασία έφεραν στην χώρα πετρελαιοεταιρίες όπως οι Total, Unical and Premier, εταιρίες ρούχων όπως η Levi Strauss, ενώ βασική πηγή παράνομου πλούτου έγινε το λαθρεμπόριο ναρκωτικών. Για παράδειγμα, πρόσφατα, η πρωθυπουργός Αούνγκ Σαν Σου Κι είχε να αντιμετωπίσει τον ξεσηκωμό φτωχών χωρικών που ξεσηκώθηκαν ενάντια στην παραχώρηση μιας ολόκληρης περιοχής σε μεταλλευτικές εταιρίες για να κάνουν ορυχεία. 

Η Αούνγκ Σαν Σου Κι είναι κόρη του Αούνγκ Σαν, μιας από τις ηγετικές μορφές του κινήματος ανεξαρτησίας της Βιρμανίας που είχε στο κέντρο του βουδιστές καλόγερους και φοιτητές και έκανε την εμφάνισή του τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, το κόμμα του Αουνγκ Σαν ενίσχυσε τον ιαπωνικό στρατό, δημιουργώντας τον Ανεξάρτητο Στρατό Βιρμανίας. Ο Άουνγκ Σαν άλλαξε πλευρά όταν είδε ότι έχαναν τον πόλεμο από τους Συμμάχους, αλλά όταν το 1947 η Βρετανία έφευγε από τη Βιρμανία, ο ίδιος και το επιτελείο του δολοφονήθηκαν από την αντίπαλη πολιτική φατρία (πιθανότατα με την έγκριση των Βρετανών) και την εξουσία πήρε ο Γιου Νου, πρώτος πρωθυπουργός του νέου κράτους, που κατευθείαν έρχεται αντιμέτωπο με τα αντάρτικα των κομμουνιστών και διαφόρων μειονοτήτων. 

Το 1962 ανατρέπεται και αυτός από τους στρατιωτικούς που συνεχίζουν στην ουσία να κυβερνούν και σήμερα (στην αρχή μάλιστα έχοντας τον τίτλο της «σοσιαλιστικής δημοκρατίας»!) καταστέλοντας άγρια τουλάχιστον δύο μεγάλες εξεγέρσεις. 

Η πρώτη, που έγινε το 1988, οδήγησε σε εκλογές το 1990 που κέρδισε η Αούνγκ Σαν Σου Κι, για να οδηγηθεί στη φυλακή και στη συνέχεια σε κατ’ οίκον περιορισμό με το καθεστώς να καταργεί το αποτέλεσμα. Χρειάστηκε άλλη μια μεγάλη εξέγερση το 2007 για να γίνουν ξανά εκλογές του 2010. Τελικά το 2015, η Αούνγκ Σαν Σου Κι κέρδισε τις νέες εκλογές (και χαιρετίστηκε από τις ΗΠΑ και την ΕΕ που στην νεοφιλελεύθερη στάση της είδαν μια δυνατότητα για επενδύσεις) έχοντας συμβιβαστεί απόλυτα με τους στρατιωτικούς. 

Στο Βιρμανικό κοινοβούλιο, οι στρατιωτικοί κατέχουν ντε φάκτο το ένα τέταρτο των εδρών, κρατώντας με νόμο για τον εαυτό τους τα υπουργεία άμυνας, εσωτερικών και συνόρων τα οποία διοικούν ανεξέλεγκτα, ενώ έχουν δικαίωμα επέμβασης σε περίοδο «κρίσης». Η βραβευμένη με νόμπελ Ειρήνης πρωθυπουργός της Μιανμάρ συγκυβερνά μαζί με τους στρατιωτικούς, συμμέτοχος στο έγκλημα εναντίον των Ροχίνγκια – τους οποίους αποκαλεί «μπενγκάλις» που δεν «χωράνε» στη Βιρμανία. 


Τι θα συνέβαινε σήμερα στη Μιανμάρ αν στη θέση του 1,3 περίπου εκατομμυρίων μουσουλμάνων Ροχίνγκια βρίσκονταν τα 3 εκατομμύρια χριστιανοί αυτής της κατά πλειοψηφία 88% βουδιστικής χώρας; 

Ξέρουμε πολύ καλά τι θα συνέβαινε. Ξέρουμε ότι οι σύγχρονες πολεμικές επεμβάσεις και «ανθρωπιστικές» σταυροφορίες που έχουν διεξάγει τις τελευταίες δύο δεκαετίες τα ιμπεριαλιστικά κράτη έχουν γίνει με πολύ μικρότερες αφορμές.

Όταν, βέβαια τα θύματα είναι μουσουλμάνοι, στα κατά τα άλλα "ευαίσθητα" σαλόνια της «διεθνούς κοινότητας» των ισχυρών του πλανήτη δεν ιδρώνει το αυτί κανενός. Ο ρατσισμός του 21ου αιώνα συνεχίζει ξέγνοιαστος το τανγκό του αγκαλιά με την ισλαμοφοβία. 

Ούτε ένα από τα “πολιτισμένα” κράτη, που «αγωνιούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα», δεν έχει κάνει το στοιχειώδες, να διακόψει διπλωματικές σχέσεις με το καθεστώς-σφαγέα. Αντίθετα, όπως διαβάσαμε στο σάιτ του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών: «Από το 2011, οπότε η βιρμανική κυβέρνηση προχώρησε σε γενναίες πολιτικές μεταρρυθμίσεις, η χώρα έχει αναπτύξει θεαματικά τις πολιτικές της σχέσεις με τα Δυτικά κράτη. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα από κοινού με τους εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υποστηρίξει την σύσφιξη των σχέσεων της τελευταίας με την Μιανμάρ». 

Σκοπιμότητα

Αν η μια σκοπιμότητα της ισλαμοφοβίας είναι να δικαιολογήσει ιμπεριαλιστικές εκστρατείες, η άλλη είναι να κατασκευάσει αποδιοπομπαίους τράγους μέσα στις ίδιες τις χώρες όπου υπάρχουν μουσουλμάνοι είτε σαν ιθαγενείς μειονότητες είτε σαν πολίτες δεύτερης και τρίτης γενιάς στις αποικιοκρατικές μητροπόλεις της Ευρώπης είτε σαν μετανάστες και πρόσφυγες εξαιτίας της πολιτικής των πρόσφατων πολέμων. 

Όποιος σήμερα, λοιπόν, θέλει να υψώσει τη φωνή του για να πολεμήσει τους φασίστες που σηκώνουν κεφάλι από τις ΗΠΑ μέχρι όλη την Ευρώπη. Όποιος θέλει να παλέψει για το δικαίωμα των προσφύγων στο άσυλο και ίσα δικαιώματα και χαρτιά για όλους τους μετανάστες. Όποιος δεν θέλει τον πόλεμο και τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Όποιος δεν θέλει να ζει συνεχώς σε ένα κατασταλτικό αστυνομοκρατούμενο καθεστώς «εκτάκτου ανάγκης», όπως της Γαλλίας. Όποιος θέλει να δει την εργατική τάξη να στρέφει την οργή της εκεί που πρέπει, στην εκμετάλλευση και τα αφεντικά -όλοι εμείς δεν έχουμε άλλο δρόμο, από το να πούμε ένα ξεκάθαρο ΟΧΙ στην ισλαμοφοβία από τη Μιανμάρ μέχρι την Ελλάδα.