Πολιτισμός
Κινημαατογράφος: Blade Runner 2049 - Το σινεμά της δυστοπίας

Το «Blade Runner 2049» βρίσκεται ήδη στις αίθουσες δημιουργώντας ουρές στα ταμεία αλλά και αντικρουόμενα σχόλια. Είναι η ταινία της χρονιάς ή ένα «Alien που αποδείχτηκε Ταρκόφσκι»; 

Το Blade Runner 2049 είναι μια πολύ δυνατή ταινία που κουβαλάει στην πλάτη της μια σημαντική και μακρυά ιστορία. Αποτελεί συνέχεια της ομώνυμης ταινίας του 1982, η οποία αρχικά δεν γνώρισε επιτυχία και η οποία με τη σειρά της υπήρξε κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Φίλιπ Κ.Ντικ «Ηλεκτρικό πρόβατο» (1968). Τόσο το βιβλίο, όσο και η πρώτη ταινία προκάλεσαν τόσο για το ύφος, όσο και για το περιεχόμενό τους.

Αναφέρονται σε ένα μελλοντικό (2019) Λος Άντζελες όπου μετά από μια οικολογική καταστροφή το σύστημα επεκτείνεται σε άλλους πλανήτες στέλνοντας σαν σκλάβους ανδροειδή – ρέπλικες ανθρώπων που κατασκευάζει η παντοκράτειρα πολυεθνική Ταϊρέλ. Όταν αυτές εξεγείρονται και δραπετεύουν, αναλαμβάνουν να τις «αποσύρουν» (δλδ. εξοντώσουν) ειδικοί ντέτεκτιβ με το όνομα Blade Runner. Σκοτεινή ταινία στο στυλ του φιλμ νουάρ πάνω σε μια δυστοπική (σε αντιπαράθεση με την ουτοπική) κοινωνία, μια καθόλου κολακευτική εικόνα για την Αμερική του Ρίγκαν και το νεοφιλελεύθερο σύμπαν που αυτή ευαγγελιζόταν. Επίσης σκληρός προβληματισμός πάνω στον φόβο, τη μνήμη, τη συνείδηση και την ενσυναίσθηση. Για όλα αυτά, και επειδή με τον δικό της τρόπο στο τέλος δικαιώνει τα ανδροϊδή απέναντι στους κυνικούς ανθρώπους, η ταινία πέρασε στην ιστορία του σινεμά και αποτέλεσε σταθμό και πρότυπο για αμέτρητες sci-fi κινηματογραφικές εκδοχές αλλά και για πολιτικούς παραλληλισμούς, ειδικά μετά τις συγκρούσεις στο Ουάτ του Λος Άντζελες το 1992 που συνέπεσαν με μια επανέκδοση της ταινίας.

Με αυτό τον κολοσσό είχε να αναμετρηθεί το σίκουελ τριανταπέντε χρόνια μετά, έχοντας στην καρέκλα του σκηνοθέτη τον Καναδό Ντενί Βιλνέβ του συγκλονιστικού «Μέσα από τις φλόγες» και του περσινού «Άφιξη» και κατά τη γνώμη μας τα καταφέρνει αρκετά καλά.

Εφιαλτικό σύμπαν

Βρισκόμαστε στο 2049, το εφιαλτικό σύμπαν της πρώτης ταινίας επιβίωσε ενός γενικού black out και διαιωνίζεται με νέα πολυεθνική εταιρία στο τιμόνι μετά την πτώχευση της Ταϊρέλ, χάρη σε νέες διαγαλαξιακές κατακτήσεις και χάρη σε μια νέα γενιά πειθαρχημένων ανδροειδών που υπηρετούν τα αφεντικά τους χωρίς διαμαρτυρίες. Το Λος Άντζελες ακόμη πιο μίζερο με τα πανύψηλα κτήρια και τις κατεστραμμένες παραγκουπόλεις τριγύρω, με όξινη βροχή να πέφτει αδιάκοπα, διαφημίσεις νέων που πλασάρουν από κόκα κόλα και Sony μέχρι το ...κορίτσι των ονείρων σου σε εικονική πραγματικότητα ή με εμπόριο ζωντανής σάρκας -διαλέγεις και παίρνεις. Μια πολυεθνική μητρόπολη, όπου ο Blade Runner «Κ» (φόρος τιμής στον Κάφκα), ρομπότ νέας τεχνολογίας, με εμφυτευμένες μνήμες για συναισθηματική ασφάλεια, ζει με την εικονική σύντροφό του Τζόι, «αποσύροντας» αδιαμαρτύρητα ρέπλικες-φυγάδες. Μια τυχαία ανακάλυψη θα ταράξει τη ρουτίνα του και θα τον σπρώξει σε αναζήτηση του ήρωα της πρώτης ταινίας, ντετέκτιβ Ντέκαρντ. Έτσι μπαίνει σε μια διαδικασία όπου σταδιακά και βασανιστικά (τσαλακώνεται πολλές φορές στο ξύλο), χάνει την αυτοπειθαρχία του και βάζει σε δοκιμασία όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά ολόκληρο το φαινομενικά παντοδύναμο σύστημα. 

Η ταινία είναι γεμάτη αλληγορικές αναφορές στην Αμερική του Τραμπ, του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού (εργοστάσια εκμετάλλευσης παιδικής εργασίας, ρακοσυλλέκτες, φαβέλες), του ρατσισμού και των αντιστάσεων σε αυτόν. «Κάθε μεγάλος πολιτισμός έχει χτιστεί στις πλάτες μιας αναλώσιμης εργατικής δύναμης», κομπάζει ο πατριάρχης CEO της πανίσχυρης πολυεθνικής που κατασκευάζει τις ρέπλικες, για να εισπράξει την εξέγερση των απόκληρων. Ο σουρεαλισμός της ταινίας δεν βρίσκεται μόνο στα απίθανα εξπρεσιονιστικά σκηνικά και οπτικο-ακουστικά μέσα αλλά και στην υπέρβαση της έννοιας του ανδροειδούς. Έχει φτιαχτεί σαν εξ’ορισμού πειθήνιος υπηρέτης, αλλά επηρεάζεται από τις εμπειρίες του, αλλάζει και τελικά επαναστατεί. 

 Έτσι, ενώ το Blade Runner 2049 σαφώς υπολείπεται σε σχέση με τις τομές που εγκαινίασε η πρώτη ταινία, εκφράζει με ιδιαίτερο τρόπο την ακραία εποχή που διανύουμε συνδυάζοντας τον ριζοσπαστικό πολιτικό σχολιασμό με τα μέσα της βιομηχανίας του κινηματογράφου. Αποτελεί παιδί του συστήματος αλλά ταυτόχρονα περιέχει την αμφισβήτησή του.