Να μην πληρώσουμε εμείς τα σπασμένα. Η φούσκα της Ολυμπιάδας

Ήταν ίσως η πρώτη φορά που δημοσιεύονται τόσα πολλά στοιχεία μαζεμένα πάνω στις δαπάνες των ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας, πολλά από τα οποία παρουσιάζουμε στις δύο αυτές σελίδες. Ο Αρης Χατζηγεωργίου μας είπε:

Η κεντρική ιδέα ήταν να συγκεντρώσουμε όλοι μαζί, οι συνάδελφοι που καλύπτουμε τους διάφορους τομείς και τα υπουργεία, τα διάσπαρτα στοιχεία που είχαμε ο καθένας στην διάθεσή του σχετικά με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ήταν μια συλλογική προσπάθεια. Γνωρίζαμε εξ´ αρχής ότι όλα τα στοιχεία ήταν αρνητικά. Ήταν φανερές δηλαδή, από τα αποσπασματικά στοιχεία που είχαμε ο καθένας για τον τομέα του, τόσο η σπατάλη πόρων όσο και η διάψευση των προσδοκιών. Επίσης είχαμε μπροστά μας και την απροθυμία, ή την αδυναμία, να βρεθούν τα πραγματικά στοιχεία για το κόστος των αγώνων στο σύνολό τους, αλλά και των διαφορετικών τμημάτων της διοργάνωσης. Η πραγματικότητα είναι πως η συγκέντρωση όλων αυτών των στοιχείων είναι αποκαλυπτική της μαύρης τρύπας που δημιούργησαν οι αγώνες. 

Αυτό που δεν μπορεί να μετρηθεί από τους οικονομικούς δείκτες είναι οι προσδοκίες, που δημιούργησε ο «μεγαλοϊδεατισμός της Ολυμπιάδας». Το μεγάλο όραμα, μετατράπηκε σε μια μεγάλη φούσκα που σήμερα -στις παρούσες οικονομικές συνθήκες- αναδεικνύεται σε βραχνά της ελληνικής οικονομίας. Αν σκεφτούμε πως το πακέτο στήριξης που ζητάμε από την Ε.Ε. φτάνει τα 60 δις ευρώ, και οι Ολυμπιακοί αγώνες κόστισαν από 20 έως 30 δις αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος της μαύρης τρύπας. 

Σήμερα είναι τουλάχιστον υποκριτικό, αυτοί που κερδοσκόπησαν εκμεταλλευόμενοι κάθε νόμιμο ή μη τρόπο να μιλάνε για παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Όχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί τις γνώριζαν πολύ καλά από τότε και τις εκμεταλλεύτηκαν. Τα σκάνδαλα των Ολυμπιακών αγώνων, οι υπερκοστολογήσεις, οι συμφωνίες κάτω από το τραπέζι και κάθε είδους συναλλαγή ήταν μέρος της υπερπροσπάθειας να «προλάβουμε». Σήμερα όλοι αυτοί μένουν, δήθεν, έκπληκτοι με τα λογιστικά τερτίπια. Μόνο που ακόμα και αυτό το πραγματικό κόστος των αγώνων έχει στην ουσία αποκρυφτεί με διάφορους τρόπους.


Ολυμπιάδα 2004

Το καλοκαίρι της Ελλάδας του 2004 πέρασε εν μέσω πυροτεχνημάτων, κάλπικων χημικών μεταλλίων και με κορώνες εθνικής υπερηφάνειας για την καλύτερη Ολυμπιάδα που έγινε ποτέ, με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ να διαγκωνίζονται για το ποιος από τους δύο ήταν ο δημιουργός αυτού του «θαύματος» που έκανε «περήφανους όλους τους έλληνες». Όμως, αυτοί που ωφελήθηκαν ήταν οι επιχειρήσεις, οι κατασκευαστικές εταιρίες, οι βιομηχανίες όπλων, οι πολυεθνικές των ΜΜΕ και της διαφήμισης και βέβαια οι τράπεζες. 

Αντίθετα οι σπατάλες των ολυμπιακών βάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό, τον περαιτέρω δανεισμό, ενώ τα «αναπτυξιακά πακέτα» της ΕΕ ξεκοκαλίστηκαν μέχρι το μεδούλι από τα αρπακτικά της αγοράς. Η «ανάπτυξη» που θα ακολουθούσε τους ολυμπιακούς αποδείχτηκε και αυτή ψέμα. Αυτό που ακολούθησε ήταν το φυσικό επακόλουθο των σπαταλών των ολυμπιακών, το φούσκωμα του δημόσιου χρέους. Και γι´ αυτό το χρέος έρχονται σήμερα να ρίξουν το φταίξιμο σε όλους εμάς. 

Κόστος 

«Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι», λέει μια λαϊκή ρήση, και το σίγουρο είναι πως οι μεγαλοκαρχαρίες των media προσπαθούν με κάθε τρόπο να αποσοβήσουν την κουβέντα για τα οικονομικά πεπραγμένα της περιόδου των Ολυμπιακών αγώνων. «Μα είναι δυνατόν οι Ολυμπιακοί Αγώνες να ευθύνονται για το έλλειμμα των 300 δις ευρώ», αναρωτούνται δεξιά και αριστερά στα τηλεπαράθυρα, ενώ ο Χατζηνικολάου δήλωνε στις ειδήσεις της προηγούμενης εβδομάδας με σιγουριά 1000 καρδιναλίων πως το μόνο σίγουρο είναι πως «για το δημόσιο έλλειμμα δεν φταίνε οι Ολυμπιακοί Aγώνες». 

«Εξι χρόνια μετά ουδείς έχει καταλήξει σε μια σαφή και συνολική κοστολόγηση του εγχειρήματος», γράφει ο Άρης Χατζηγεωργίου. «Τον Νοέμβριο του 2004 η τότε κυβέρνηση ανακοίνωσε κόστος 8,95 δισεκατομμυρίων ευρώ χωρίς να συμπεριλαμβάνονται δαπάνες για την κατασκευή έργων που ολοκληρώθηκαν ή επισπεύστηκαν λόγω των αγώνων. Αργότερα ωστόσο η Standard & Poor´s το ανέβασε στα 11.2 δις ευρώ ή 6% του ελληνικού ΑΕΠ. Σήμερα πληροφορούμαστε ότι υπάρχουν ακόμα σημαντικά έργα που δεν έχουν καν αποπληρωθεί (Ολυμπιακό Χωριό), ενώ οι εκτιμήσεις ανεβάζουν το τελικό κόστος μέχρι και τα 30 δις ευρώ». 

Από μόνο του το κόστος των ολυμπιακών αγώνων φτάνει το 10% του δημόσιου χρέους, χωρίς να υπολογίζονται τα οικονομικά ανοίγματα (δάνεια, επιδοτήσεις, αναπτυξιακά προγράμματα, κλπ) που στηρίχτηκαν πάνω στις προσδοκίες που δημιούργησε η ελληνική άρχουσα τάξη για την μεταολυμπιακή εποχή, και που κατασπατάλησαν το δημόσιο χρήμα, καταχρέωσαν και εντέλει έφεραν στο χείλος του γκρεμού την ελληνική οικονομία. 

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των δήμων. Όλοι οι Ολυμπιακοί δήμοι εκείνης της περιόδου είναι ακριβώς αυτοί που σήμερα βρίσκονται πρώτοι στην λίστα της υπερχρέωσης. Μπορεί, ενόψει του σχεδίου Καλλικράτης, ο υπερτονισμός της υπερχρέωσης των δήμων να είναι «της μόδας», όμως κανείς δεν μπορεί να ξεχνάει μια από τις σημαντικές ρίζες της υπερχρέωσης. 

Στο δήμο της Αθήνας Ντόρα και ο Παπουτσής έφτασαν να πλειοδοτούν για το ποιος θα ανακοινώσει το μεγαλύτερο δυνατό δάνειο. Έτσι η Αθήνα καταχρεώθηκε με 180 εκατομμύρια ευρώ εκ των οποίων μόνο το 12-15% πήγαν σε επενδύσεις για τις ανάγκες των δημοτών και όλα τα υπόλοιπα, πάνω από 115 εκατομμύρια πήγαν σε ολυμπιακές δράσεις (δεξιώσεις, συναυλίες, διαφημιστικά προγράμματα, πανό, πολιτιστικά δρώμενα, κ.ά.). Το ίδιο συνέβη σχεδόν με όλους τους δήμους που «φιλοξένησαν» αγώνες από το Ελληνικό και το Μαρούσι μέχρι τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα και το Βόλο, όσοι Δήμοι ενεπλέχθησαν ενεργά στους Ολυμπιακούς σήμερα βρίσκονται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση. 

Οι ολυμπιακοί αγώνες και το 2004 συμπίπτουν χρονικά με την αρχή του τέλους της «μεγάλης αναπτυξιακής πορείας» της Ελλάδας που χτίστηκε με τον ιδρώτα των εργατών στα ολυμπιακά εργοτάξια, με τεράστιες περιβαλλοντικές θυσίες και σπατάλες στο δημόσιο τομέα προς όφελος των λίγων και ισχυρών. Αυτών που σήμερα ζητάνε περαιτέρω θυσίες από τον εργαζόμενο κόσμο για να βγουν οι ίδιοι αλώβητοι από την κρίση που οι δικές τους πολιτικές δημιούργησαν.

Τουρισμός

Ένα από τα μεγαλύτερα παραμύθια των Ολυμπιακών αγώνων ήταν πως η Ελλάδα ως τουριστικό brand name θα καταφέρει να βρεθεί στο κέντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Η αισιοδοξία μεταξύ των τουριστικών κύκλων ήταν τόσο μεγάλη που οι μεγαλοπαράγοντες δεν σταμάταγαν να αναμασάνε «βαθυστόχαστες» μελέτες που μίλαγαν για 20 εκατομμύρια τουρίστες (διπλάσιους του 2000), για έσοδα της τάξης των 20 δις ευρώ (επίσης διπλάσια από τα έσοδα του 2000) και για μισό εκατομμύριο νέες θέσεις εργασίας στην τουριστική βιομηχανία. 

Οι προσδοκίες εκτοξεύτηκαν σε τέτοιο βαθμό που ο τουριστικός τομέας στην αρχή της δεκαετίας ήταν, μαζί με τις κατασκευές, αυτός με την μεγαλύτερη απορρόφηση κονδυλίων από τον αναπτυξιακό νόμο. Πάνω από 2 δις ευρώ χαρίστηκαν σε ξενοδόχους για να αυξήσουν τις κλίνες και να ανεβάσουν την ποιότητα των εγκαταστάσεων. Από τις 32.000 νέες κλίνες που δημιουργήθηκαν από το 2003 έως το 2006 πάνω από το 80% άνηκαν σε πολυτελή συγκροτήματα 5 αστέρων μη προσβάσιμα στην μεγάλη πλειοψηφία των ελλήνων και ξένων εργαζόμενων. 

Σήμερα η ολυμπιακή «φούσκα» των τουριστικών επενδύσεων έχει σκάσει εκκωφαντικά με απανωτά κανόνια τουριστικών επιχειρήσεων που έχουν πετάξει στο δρόμο δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους. Πάνω από 700 είναι τα ξενοδοχεία που έχουν βάλει πωλητήριο σε όλη τη χώρα με αξία που ξεπερνάει τα 3 δις ευρώ, κάτω από το βάρος συσσωρευμένων χρεών της τάξης των 7,5 δις, ενώ πάνω από 2.000 ενοικιαζόμενα πανελλαδικά βρίσκονται καταχρεωμένα στις τράπεζες.

Εν μέσω κρίσης η προσέλευση τουριστών έχει επανέλθει στα ίδια επίπεδα με την προολυμπιακή περίοδο (10-11 εκ. τουρίστες), ενώ τα έσοδα του 2009 είναι ακριβώς τα ίδια με εκείνα του 2000 (10 δις ευρώ). Το γλέντι του ελληνικού τουρισμού, το οποίο υποτίθεται πως θα ξεκίναγε μόλις έσβηνε η ολυμπιακή φλόγα, στην ουσία δεν έγινε ποτέ. Οι γύπες του ελληνικού τουρισμού, οι τεράστιοι ξενοδοχειακοί όμιλοι που επωφελήθηκαν από τα γενναία οικονομικά κίνητρα (μείωση φορολογίας, χαριστικός δανεισμός) και τις επιχορηγήσεις, το μόνο που άφησαν πίσω τους είναι άδεια ξενοδοχειακά κουφάρια και υποαπασχόληση.

Κατασκευαστικές

Η κατάρρευση του κλάδου των κατασκευών είναι ίσως η πιο εκκωφαντική της ελληνικής οικονομίας. Ναυαρχίδα της ονειρεμένης προολυμπιακής ανάπτυξης, η κατασκευαστική λαίλαπα που κατέκλισε την ελληνική οικονομία αποθεώθηκε σαν το σημαντικότερο δείγμα της «προόδου» της χώρας. Δρόμοι, κτήρια, γήπεδα, εμπορικά και συνεδριακά κέντρα. Οι κατασκευαστικές έχτιζαν πραγματικά όπου υπήρχε ελεύθερος χώρος μέσα στην Αττική, και όχι μόνο. Οι πάνω από 700 εταιρίες που δραστηριοποιούνταν στον κλάδο μέχρι το 2005 ρουφούσαν με κάθε τρόπο το δημόσιο χρήμα χωρίς φειδώ.

Ήταν αυτές οι εταιρίες που κατανάλωναν το 60-80% των πόρων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων το οποίο έφτασε να αντιπροσωπεύει μέχρι και το 5,5 % του ΑΕΠ. Περιβαλλοντικές καταστροφές, τεράστιες υπερκοστολογήσεις που έφτασαν μέχρι και το 120%, ταχύρυθμες διαδικασίες χωρίς ποιοτικό έλεγχο, και κακοτεχνίες συνθέτουν το μεγαλύτερο μεταπολιτευτικό κατασκευαστικό σκάνδαλο. 

Σήμερα ο κλάδος των κατασκευών παρουσιάζει εικόνα πραγματικού Τιτανικού. Με το ελληνικό δημόσιο να περιορίζει τις δημόσιες δαπάνες οι εταιρίες που ξεκοκάλιζαν τον δημόσιο πλούτο βαράνε κανόνια έχοντας φτάσει σε αριθμό μικρότερο και από αυτόν του 2003 και με συνεχώς μειούμενο πρόσημο. Οι εργολήπτες και οι εργολάβοι μπορεί να γκρινιάζουν γιατί το ελληνικό δημόσιο σταματάει σταδιακά να τους χαρίζει ζεστό χρήμα, όμως ξεχνάνε πως από το 2000 μέχρι την έναρξη των ολυμπιακών αγώνων οι εργοληπτικές εταιρίες έζησαν μια πραγματικά χρυσή τετραετία, αφού ξεκοκάλιζαν σχεδόν 10 δις το χρόνο. Μια ανεξέλεγκτη υπερκερδοφορία βασισμένη στην απίστευτη εκμετάλλευση των εκατοντάδων χιλιάδων ντόπιων και μεταναστών εργατών που εργάστηκαν νυχθημερόν στα κάτεργα των ολυμπιακών αγώνων, για να πεταχτούν στην ανεργία κατά χιλιάδες λίγο καιρό αργότερα. 

Τα 20 κουφάρια των Ολυμπιακών ακινήτων, «Λευκούς Ελέφαντες» ονόμασε ο Ζαγκ Ρογκ τις θηριώδεις εγκαταστάσεις που κατασκευάστηκαν για τους ολυμπιακούς αγώνες, διάσπαρτα σε ολόκληρη την Αττική, έχουν απομείνει να θυμίζουν τον αγώνα δρόμου για την ολοκλήρωσή τους. Οι σκανδαλώδεις περιβαλλοντικές συνέπειες στον αστικό κορμό της πόλης θα μπορούσαν να είναι αρκετές για να ασκηθούν ακόμα και ποινικές διώξεις. Όμως είναι το σκάνδαλο της μεταολυμπιακής διαχείρισης που είναι ακόμα πιο ξετσίπωτο.

Κατασκευασμένα σε περιοχές με ιδιαίτερο περιβαλλοντικό ή οικιστικό χαρακτήρα, τα ολυμπιακά ακίνητα έχουν γίνει το μήλον της έριδος μεταξύ επιχειρηματικών ομίλων και εμπορικών συγκροτημάτων. Κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει και την εμπλοκή στο σκάνδαλο της μονής Βατοπεδίου για το ακίνητο του ολυμπιακού χωριού στο Μενίδι. 

Εκτός μικρών περιπτώσεων οι εγκαταστάσεις που στοίχησαν πάνω από 2 δις στο ελληνικό δημόσιο σήμερα δεν έχουν αποδοθεί - όπως ήταν η αρχική υπόσχεση - στους κατοίκους μιας πόλης που έχει ανάγκη από χώρους πολιτισμού και αθλητισμού όσο καμιά άλλη πόλη στην Ευρώπη. Παρά την ακατάπαυστη προσπάθεια επιτροπών κατοίκων αλλά και δήμων της Αθήνας, η κυβέρνηση Καραμανλή προσπάθησε να τα ξεπουλήσει στα ιδιωτικά συμφέροντα. 

Μάλιστα σε εγκαταστάσεις όπως στο Μπάντμιντον στο Γουδί (που κατασκευάστηκε ως προσωρινή εγκατάσταση), στο ιστιοπλοϊκό κέντρο στον Άγιο Κοσμά, στο Κανόε-Καγιάκ στο Ελληνικό, ή στο Μπιτς Βόλεϊ στο Φάληρο συνεχίζονται τα περιβαλλοντικά εγκλήματα αφού παρά τις αντιδράσεις γίνονται προσπάθειες να χτιστούν επιπλέον χιλιάδες θέσεις πάρκινγκ ή να γίνουν επεκτάσεις εγκαταστάσεων. Στο Γαλάτσι, όπου το Παλαί χτίστηκε στην προέκταση του Αλσους Βεϊκου με τη δέσμευση ότι θα γίνει Δημοτικό Γυμναστήριο, κατέληξε να πουληθεί δια νόμου στον Ομιλο Χαραγκιώνη για να φτιάξει νέο Μολ σε μια περιοχή που είναι ένας από τους λίγους εναπομείναντες πνεύμονες της Αθήνας. Η πολιτική που ακολουθήθηκε καθ´ όλη την διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων, η πολιτική της περιβαλλοντικής καταστροφής, του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου, της κερδοσκοπίας των λίγων σε βάρος των πολλών, συνεχίζεται και σήμερα. 

«Ασφάλεια»

Τα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ που ξοδεύτηκαν για την «ασφάλεια» των ολυμπιακών αγώνων είναι ίσως αυτά που αποδεικνύουν περισσότερο από κάθε άλλο τομέα το μέγεθος της σπατάλης στους ολυμπιακούς αγώνες. Κανείς ακόμα δεν έχει βγάλει ένα συνολικό νούμερο για τις δαπάνες στον τομέα της ασφάλειας. Παρόλο που η κυβέρνηση Καραμανλή επισήμως ανακοίνωσε ένα ποσό της τάξης του 1 δις, στην πραγματικότητα και οι ίδιοι ομολόγησαν ότι δεν μπορεί πραγματικά να βγει ένα συνολικό νούμερο αφού άλλες 70 υπηρεσίες και δημόσιοι φορείς αναμείχθηκαν στην ασφάλεια των αγώνων. 

Όταν αργότερα οι ίδιες αρχές φτάσανε να μιλάνε για κονδύλια που ξεπερνάνε το 1,3 δις ενώ τα διεθνή μέσα ενημέρωσης έφτασαν στον αριθμό του 1,5 δις, έγινε κατανοητό το ανελέητο φαγοπότι που στήθηκε στο όνομα της ασφάλειας. Ακόμα και οι Ολυμπιακοί της υπερδύναμης Κίνας στο Πεκίνο το 2008 στοίχισαν πολύ λιγότερο στον τομέα της ασφάλειας. 

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της σκανδαλώδους διασπάθισης του δημόσιου χρήματος ήταν η προμήθεια του περίφημου συστήματος παρακολούθησης C4i (Σι-Φορ-Αϊ) που κόστισε περί τα 260 εκατομμύρια ευρώ με την υπεργολαβία της Ζίμενς. Λίγο αργότερα άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια όλες οι σκανδαλώδεις λεπτομέρειες των συμφωνιών κάτω από το τραπέζι και των δεκάδων εκατομμυρίων που μοιράστηκαν σε ημέτερους για να κλειστούν οι συμφωνίες.

Ζέπελιν, μπάτσοι, στρατός, λιμενικό, διακρατικές συνεργασίες μυστικών υπηρεσιών, ομπρέλες τηλεφωνικών υποκλοπών, πομποδέκτες και μηχανήματα ανίχνευσης, συστήματα παρακολούθησης και κάμερες, εξοπλισμοί ραδιοβιοχημικών κινδύνων, ειδικά οχήματα και όπλα, αμερικάνοι και βρετανοί μυστικοί πράκτορες, ειδικές αστυνομικές ομάδες και τμήματα των ειδικών δυνάμεων του στρατού. Η εμπέδωση της ασφάλειας των Ολυμπιακών αγώνων προϋπέθετε ένα πλέγμα εκφοβισμού και καταστρατήγησης βασικών δημοκρατικών δικαιωμάτων, μίζες και αμύθητες σπατάλες.