Ιστορία
Νοέμβρης 1927: Η Επανάσταση, 10 χρόνια μετά

Εξόριστοι της Αριστερής Αντιπολίτευσης διαδηλώνουν στη Σιβηρία το 1928. Τα πανό γράφουν “Ζήτω η δικτατορία του προλεταριάτου” και “Στρέψτε τα πυρά ενάντια στη Δεξιά”

Στις 7 Νοέμβρη 1927 χιλιάδες διαδηλωτές τίμησαν τη δέκατη επέτειο της Επανάστασης του Οκτώβρη και ήρθαν αντιμέτωποι με την έφιππη αστυνομία, που τους περικύκλωσε και τους ξυλοκόπησε. Ομως, αυτές οι σκηνές δεν εκτυλίχτηκαν στο Βερολίνο ή στη Ν. Υόρκη. Εκτυλίχτηκαν στη Μόσχα και το Λένινγκραντ -όπως είχε μετονομοστεί η Πετρούπολη. 

Οι διαδηλωτές ήταν μέλη και υποστηρικτές της Ενωμένης Αντιπολίτευσης με ηγέτες τον Τρότσκι, τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ. Μια βδομάδα μετά, αυτοί οι τρεις διαγράφηκαν από το κόμμα. Ήταν ένα σημείο καμπής που επισημοποιήθηκε τον Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς στο 15ο συνέδριο του κόμματος. Η συνέχεια ήταν ένα κύμα χιλιάδων διαγραφών, εκτοπίσεων και φυλακίσεων. Τον Φλεβάρη του 1928 ο Τρότσκι θα εξοριζόταν στην Αλμα Ατα του σημερινού Καζακστάν. 

Οι περιγραφές εκείνης της μέρας, της 7 Νοέμβρη 1927 είναι συγκλονιστικές. Ο Βίκτορ Σερζ περιγράφει πως στο Λένιγκραντ, έξω από το μουσείο Ερμιτάζ: “Τα άλογα έσπρωχναν το πλήθος όμως το ανθρώπινο κύμα επέστρεφε αψηφώντας τα, με επικεφαλής ένα ψηλό ανοιχτοπρόσωπο στρατιώτη, τον Μπακάεφ, πρώην διοικητή της Τσεκά μας. Είδα επίσης τον Λάσεβιτς, μεγαλόσωμο και γεροδεμένο, που είχε διοικήσει στρατιές, τυλιγμένο σε μια χλαίνη χωρίς διακριτικά, να πέφτει μαζί με μερικούς εργάτες πάνω σε ένα αστυνομικό, να τον ρίχνει από τη σέλα, κι αφού τον βοηθάει να σταθεί, να του λέει με τη δυνατή φωνή του παλιού διοικητή: 'Δεν ντρέπεσαι να σηκώνεις χέρι στους εργάτες του Λένινγκραντ;'”

Στη Μόσχα, οι διαδηλωτές της Αντιπολίτευσης δέχτηκαν σκληρές επιθέσεις από αστυνομικούς και ομάδες τραμπούκων που τους έσχιζαν τα πανό με κραυγές “Κάτω ο Εβραίος, ο προδότης ο Τρότσκι”. Μόνο οι νεαροί Κινέζοι κομμουνιστές που σπούδαζαν στο Πανεπιστήμιο Σουν-Γιατ-Σεν, κατάφεραν να μπουν στην Κόκκινη Πλατεία, πιασμένοι σε αλυσίδες που σχημάτιζαν ένα “μακρύ ελικοειδή δράκο” και πετώντας στον αέρα σαν προκηρύξεις κείμενα του Τρότσκι. 

Σε άλλα σημεία της πόλης, υποστηρικτές της Αντιπολίτευσης κρέμασαν στα παράθυρα και τα μπαλκόνια τους πορτραίτα του Λένιν και του Τρότσκι. Η αστυνομία μπήκε στα σπίτια τους και τους συνέλαβε. Ενας από αυτούς ήταν ο Ιβάρ Σμίλγκα. Δέκα χρόνια πριν, ο Σμίλγκα είχε οδηγήσει τον Στόλο της Βαλτικής και τους ναύτες του από την Κρονστάνδη στην Πετρούπολη για να εξασφαλίσουν την νίκη του Κόκκινου Οκτώβρη. Τώρα του έβαζαν χειροπέδες γιατί κρέμασε το πορτραίτο του οργανωτή του Οκτώβρη. 

Χάσμα

Οι αστικές ερμηνείες για εκείνη την περίοδο και την πάλη ανάμεσα στην Αντιπολίτευση και την σταλινική γραφειοκρατία, έχουν σαν κοινό τόπο ότι επρόκειτο για μια μάχη για την νομή της εξουσίας, αφού τίποτα ουσιαστικό δεν χώριζε τα δυο στρατόπεδα. Κι όμως, τα χώριζε ένα χάσμα που βάθαινε διαρκώς. Από τη μια μεριά η γραφειοκρατία και τα υλικά της συμφέροντα και από την άλλη η πτέρυγα του κόμματος που επέμενε να αναφέρεται στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και στην στρατηγική του Οκτώβρη. 

Στα μέσα της δεκαετίας του ’20 η νέα γραφειοκρατία που είχε διαμορφωθεί στις συνθήκες της περικύκλωσης της σοβιετικής Ρωσίας, είχε αρχίσει να αποκτάει συνείδηση των συμφερόντων της και να χαράζει μια στρατηγική για την ικανοποίησή τους. Ήταν η «θεωρία» ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να χτιστεί έστω «σε μια και μόνο χώρα». Μια τέτοια σύλληψη ερχόταν σε σύγκρουση με όλη τη μέχρι τότε μαρξιστική παράδοση και με τις επιλογές των ίδιων των μπολσεβίκων το 1917. Αυτό που έμπαινε σε αμφισβήτηση ουσιαστικά ήταν τι σήμαινε σοσιαλισμός: για τη γραφειοκρατία σοσιαλισμός σήμαινε η εξουσία της και ο έλεγχός της στο κράτος και την κοινωνία.

Για τον Τρότσκι, αντίθετα, σοσιαλισμός σήμαινε μια κοινωνία ανώτερη οικονομικά από τον καπιταλισμό που όμως την εξουσία –δηλαδή τη δυνατότητα λήψης και εφαρμογής των κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων- θα την είχε η εργατική τάξη. Και θα τη χρησιμοποιούσε για να ικανοποιεί τις ανάγκες της. Μια τέτοια κοινωνία δεν μπορούσε να χτιστεί “απομονωμένα” ακόμα και στην πιο πλούσια χώρα του κόσμου, πολύ περισσότερο στη ρημαγμένη Ρωσία. 

Γι’ αυτό, επέμενε ο Τρότσκι, η σωτηρία της ρωσικής επανάστασης βρισκόταν στη νίκη της επανάστασης στις άλλες χώρες της Ευρώπης και του κόσμου. Μπορεί το επαναστατικό κύμα να είχε υποστεί προσωρινές ήττες, αλλά οι επαναστατικές ευκαιρίες θα εμφανίζονταν ξανά και γρήγορα και τα Κομμουνιστικά Κόμματα θα έπρεπε να είναι σε θέση να τις αξιοποιήσουν. Η Κινέζικη Επανάσταση (1925-27) ήταν μια τέτοια ευκαιρία, που η πολιτική της ρώσικης γραφειοκρατίας την οδήγησε, εκείνη την άνοιξη, σε μια τραγική ήττα. 

Τον Απρίλη του 1927 ο στρατός του Τσανγκ Κάι Σεκ, του επικεφαλής του κόμματος Κουομιτάνγκ έσφαξε τους εργάτες και τους κομμουνιστές της Σαγκάης. Η πολιτική του Στάλιν (και του Μπουχάριν) είχε μετατρέψει το ΚΚ της Κίνας σε ουρά του ΚΜΤ. Αυτά τα τραγικά γεγονότα ώθησαν την Αντιπολίτευση στην πρώτη της δημόσια εμφάνιση μετά από πολλούς μήνες. Τον Μάη του 1927 κυκλοφόρησε τη Διακήρυξη των 84 (τελικά συγκέντρωσε χιλιάδες υπογραφές) που καυτηρίαζε την πολιτική της ηγεσίας στην Κίνα και την συνέδεε με την εσωτερική κατάσταση στην Ρωσία. Οι Κινέζοι φοιτητές που διαδήλωναν με τα λάβαρα της Αντιπολίτευσης είχαν πολύ “άμεσους” λόγους να το κάνουν. 

Πλατφόρμα

Ομως, η Αντιπολίτευση δεν έλεγε ότι το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν η “αναμονή” της επανάστασης στο εξωτερικό. Το καθεστώς στην Ρωσία μπορούσε να επιβιώσει αν έκανε βήματα στη σχεδιασμένη ανάπτυξη της βιομηχανίας για να ικανοποιεί τις ανάγκες των εργατών και των αγροτών, και αν το κόμμα έκανε βήματα για να αποκαταστήσει την εργατική δημοκρατία. 

Τον Σεπτέμβρη του 1927 αυτές οι ιδέες κωδικοποιήθηκαν στην Πλατφόρμα της Αντιπολίτευσης. Αυτό το πρόγραμμα αξίζει να διαβαστεί και σήμερα ιδιαίτερα από όσους/ες στην Αριστερά υιοθετούν τις απόψεις περί “επουσιωδών διαφορών” ανάμεσα στον Στάλιν και τον Τρότσκι. 

Ενας κεντρικός άξονας της Πλατφόρμας και συνολικά των επεξεργασιών της Αντιπολίτευσης ήταν η ανάγκη για σχεδιασμένη εκβιομηχάνιση της Ρωσίας, με πόρους που σε μεγάλο βαθμό θα προέρχονταν από τη φορολόγηση των στρωμάτων που κέρδιζαν από τις συνθήκες της αγοράς που είχε φέρει η Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ): τους εμπόρους και επιχειρηματίες στις πόλεις και τους πλούσιους αγρότες (κουλάκους) στην ύπαιθρο. 

Ο βασικός σκοπός της σχεδιασμένης εκβιομηχάνισης ήταν να ανασυγκροτήσει την ίδια την εργατική τάξη που ανάρρωνε ακόμα από την αιμορραγία του πολέμου και της οικονομικής κατάρρευσης. Και ταυτόχρονα να ενισχύσει την συμμαχία της με τους φτωχούς αγρότες. Για παράδειγμα, μια από τις προτάσεις ήταν να απαλλαγούν από οποιαδήποτε φορολογία και το βάρος να πέσει στους πλούσιους. 

Το αποτέλεσμα θα ήταν η ενίσχυση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης. Η Πλατφόρμα είναι γεμάτη με αιτήματα για αυξήσεις στους μισθούς που άρχιζαν να μένουν στάσιμοι, για υπεράσπιση των συλλογικών συμβάσεων που είχαν αρχίσει να παραβιάζονται, για αντιμετώπιση των άσχημων συνθηκών στέγασης των εργατών, για την προστασία των εργατριών από διακρίσεις και πολλά άλλα. 

Ο Εβγκένι Πρεομπραζένσκι, ένας από τους κύριους θεωρητικούς εκπροσώπους της Αντιπολίτευσης εκείνα τα χρόνια εξηγούσε ότι: “Από τη στιγμή της νίκης της η εργατική τάξη δεν μπορεί να έχει την ίδια στάση απέναντι στην ίδια την εργατική δύναμη, την υγεία και την εργασία με αυτή που έχει ο καπιταλιστής. Αυτό καθιστά ένα σαφές όριο στο ρυθμό της σοσιαλιστικής συσσώρευσης, ένα εμπόδιο που δεν αναγνώριζε η καπιταλιστική οικονομία στην πρώτη περίοδο της ανάπτυξής της”. 

Ο άλλος κεντρικός άξονας της Πλατφόρμας, ήταν η αναγέννηση της εργατικής δημοκρατίας τόσο στο Κόμμα, όσο και στα συνδικάτα και στα Σοβιέτ. Απαιτούσε: “Μετατροπή των σοβιέτ των πόλεων σε πραγματικά όργαναν προλεταριακής εξουσίας, που θα τραβούν στη δουλειά τους τους εργαζόμενους...Να μπει οριστικό τέλος στην απομάκρυνση εκλεγμένων αξιωματούχων παρά μόνο σε περιστάσεις απόλυτης ανάγκης και με τους λόγους να γίνονται σαφείς στους εκλογείς”. 

Η Αντιπολίτευση έδωσε ένα άνισο αγώνα. Απέναντί της είχε την συγκεντρωτική δύναμη του κράτους (γιατί αυτό σήμαινε η πλήρης γραφειοκρατικοποίηση του κόμματος). Είχε την συμπάθεια χιλιάδων εργατών αλλά δεν μπορούσε να στηριχτεί σε μια εργατική τάξη που ακόμα ήταν εξαντλημένη. 

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η γραφειοκρατία έκανε μια καίρια επιλογή. Να κάνει την Ρωσία μια υπερδύναμη που θα «φτάσει και θα ξεπεράσει» σε ισχύ στρατιωτική –άρα και οικονομική- τη Δύση. Το κόστος το φόρτωσε στους εργάτες και τους αγρότες με τον πιο βάρβαρο τρόπο. 

Ο Τρότσκι και χιλιάδες σύντροφοί του ωστόσο δεν βάφτισαν αυτή την στροφή “άλμα στο σοσιαλισμό” και έμειναν πιστοί στα ιδανικά της εργατικής δημοκρατίας και του γνήσιου σοσιαλισμού, τα ιδανικά του Οκτώβρη. Το πλήρωσαν με εξορίες, φυλακές και εκτελέσεις. Το 1936 ο Τρότσκι έγραφε ότι “ποταμοί αίματος χωρίζουν τον μπολσεβικισμό από τον σταλινισμό”. Το πρώτο βήμα σε αυτό το δρόμο είχε γίνει εκείνο τον Νοέμβρη του 1927.