Διεθνή
Τυνησία: Ξεσηκωμός ενάντια στο ΔΝΤ

Μεγάλες διαδηλώσεις ξέσπασαν στην Τυνησία από την αρχή της χρονιάς και συνεχίζονται. Η κυβέρνηση αντέδρασε με φόβο απέναντι στις κινητοποιήσεις και εξαπέλυσε τις αστυνομικές δυνάμεις με εντολή για ισχυρή καταστολή σε βαθμό που δεν έχει προηγούμενο μετά την επανάσταση του 2011. Πάνω από 800 άνθρωποι έχουν συλληφθεί, από τους οποίους 200 είναι μεταξύ 15 και 20 ετών. Ένας 55χρονος έπεσε νεκρός κατά τη διάρκεια συγκρούσεων με την αστυνομία στην Τεμπούρμπα, 30 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα Τύνιδα. Σε ορισμένα σημεία βγήκε και ο στρατός για να προστατεύσει κρατικά κτίρια και τράπεζες.

Στο επίκεντρο της σύγκρουσης βρίσκεται ο νέος ρυθμιστικός για την οικονομία νόμος που αυξάνει τους φόρους και τις τιμές στα πιο βασικά αγαθά, τη στέγη και τα καύσιμα. Ο νόμος είναι κομμάτι της επίθεσης λιτότητας που επιχειρεί η κυβέρνηση και μέσα από τον προϋπολογισμό του 2018. Οι επίσημες δικαιολογίες λένε πως εφτά χρόνια μετά την επανάσταση η δημοκρατία έχει κάνει τα πιο σημαντικά βήματα και τώρα έχει έρθει ώρα να μπει τάξη στην οικονομία. Τάξη σημαίνει να την πληρώσουν η εργατική τάξη και οι φτωχοί, με λιτότητα και ιδιωτικοποιήσεις.

Οι οικονομικές πολιτικές της κυβέρνησης μπορεί να ξεσηκώνουν θύελλα διαδηλώσεων αλλά της χάρισαν τα συγχαρητήρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου που χαρακτήρισε τον προϋπολογισμό τολμηρό βήμα. Η λιτότητα σχετίζεται άμεσα με τις απαιτήσεις του ΔΝΤ. Το 2016 συμφωνήθηκε με την κυβέρνηση ένα δάνειο περίπου 2,5 δισεκατομμυρίων ευρώ αλλά όπως συνηθίζεται οι δόσεις καταβάλλονται μόνο όταν το ΔΝΤ δώσει το ΟΚ ότι η κυβέρνηση έχει κάνει αρκετές μεταρρυθμίσεις.

Όμως από τις τρεις αφρικανικές χώρες που ξεσηκώθηκαν με την Αραβική Άνοιξη του 2011 (Αίγυπτος, Λιβύη, Τυνησία), η Τυνησία είναι η χώρα όπου η επανάσταση δεν ποδοπατήθηκε από την μπότα κανενός στρατάρχη ή πολέμαρχου. Παρότι δεν λείπουν τα καλέσματα των νοσταλγών του Μπεν Αλί για επιστροφή στην εποχή της “τάξης” και της “ασφάλειας”, το κίνημα συνεχίζει να βρίσκεται στους δρόμους, η Αριστερά και τα συνδικάτα κέρδισαν τη νομιμοποίησή τους το 2011 και βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης απέναντι στην κυβέρνηση και το ΔΝΤ. Πριν από δυο χρόνια η επέτειος της επανάστασης είχε ξαναγίνει αφορμή για μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στη λιτότητα και τη διαφθορά.

Δεν πρόκειται για “ταραχές” και “επεισόδια”. Η πρώτη φετινή διαδήλωση στις 3 Γενάρη είχε καλεστεί επίσημα από το καινούργιο κίνημα “Τι περιμένουμε;” που οργανώνεται τους τελευταίους μήνες για αντίσταση στην λιτότητα. Η Χέντα Σενάουϊ, εκπρόσωπος του κινήματος εξηγεί: “Συγκεντρωθήκαμε και αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε την εκστρατεία στις 3 Γενάρη, μια ημερομηνία συμβολική. Είναι η επέτειος των ‘ταραχών για το ψωμί’ του 1984”. Η επέτειος του 1984 συνδέθηκε γρήγορα με την επέτειο της 14ης Γενάρη του 2011, όταν μετά από ένα μήνα ξεσηκωμού έπειτα από την αυτοκτονία του μικροπωλητή Μοχάμεντ Μπουαζίζι, ο δικτάτορας Μπεν Αλί εγκατέλειψε τη χώρα για τη Σαουδική Αραβία. Η Σενάουϊ λέει ότι “το σημερινό κίνημα είναι η συνέχιση της επανάστασης. Υπήρξε μεταπολίτευση πολιτική, με ελεύθερες εκλογές. Αλλά αυτό που ζητάμε τώρα είναι η οικονομική αλλαγή, κάτι που ήταν στην ατζέντα μας από την αρχή. Είναι ώρα να γίνουν πραγματικότητα οι στόχοι της κοινωνικής δικαιοσύνης που είχε η επανάσταση. Οι κυβερνώντες δεν έχουν πλέον δικαιολογίες. Θα τους πιέσουμε εμείς, πρέπει να αλλάξουμε το ισοζύγιο των δυνάμεων”.

Μοντέλο

Η κυβέρνηση της Τυνησίας αυτοπροβάλλεται ως μοντέλο μετεπαναστατικής σταθερότητας. Τα δύο κόμματα που αναδείχθηκαν πρώτα στις εκλογές του 2014, το “κοσμικό” “Νιντάα” (Κάλεσμα) και το Εννάχντα (Αναγέννηση) συγκρότησαν κυβέρνηση συνεργασίας και προχωράνε από κοινού τη λιτότητα. Από κοινού πέρασαν και το νόμο που ξέπλυνε πολλά από τα στελέχη των μηχανισμών του παλιού καθεστώτος. Το κίνημα “Τι περιμένουμε;” έχει τις ρίζες του και στην καμπάνια “Δεν θα συγχωρήσω” που έδωσε και δίνει τη μάχη ενάντια στη λεγόμενη “εθνική συμφιλίωση”. Και τα δυο κυβερνητικά κόμματα ξεφορτώθηκαν ή απομόνωσαν τις πιο ακραίες τους πτέρυγες (οι μεν αυτούς που δεν ήθελαν καμιά συνεργασία με ισλαμιστές, οι δε αυτούς που δεν ήθελαν καμιά συνεργασία με παλιούς φίλους του δικτάτορα) και έγιναν προς το παρόν σάρκα μία με τις ευλογίες της Κριστίν Λαγκάρντ.

Οι διαδηλωτές έχουν την αντίθετη ατζέντα. Η ακτιβίστρια Ουάρντα Ατίκ λέει: “Θέλουμε να σταματήσουν οι αυξήσεις στις τιμές, να σταματήσει το μορατόριουμ στις προσλήψεις στο δημόσιο, ασφάλεια και δημόσια υγεία, να μπει τέλος στις ιδιωτικοποιήσεις και αγώνα ενάντια στη διαφθορά.” Όσο για την κυβερνητική προπαγάνδα ενάντια στη “βία” των διαδηλωτών η Σενάουϊ απαντάει: “Σίγουρα δεν ενθαρρύνω τη βία. Αλλά υπάρχουν νέοι που δεν έχουν μέλλον, δεν έχουν προοπτική, αποκλεισμένοι στη γειτονιά τους, και γι’αυτούς είναι ένας τρόπος να εκφραστούν”.