Ιστορία
Συνθήκη της Λωζάνης: Προϊόν ιμπεριαλιστικών μοιρασιών και εθνοκαθάρσεων

Τούρκοι πρόσφυγες από την Ελλάδα φτάνουν στη Σμύρνη. Η διπλή τραγωδία της “ανταλλαγής πληθυσμών”.

Οι αναφορές στη Συνθήκη της Λωζάνης είναι πλέον «ψωμοτύρι» για εφημερίδες και πολιτικούς. Το ρεφραίν είναι το εξής: η Τουρκία αμφισβητεί τη «Λωζάνη», η Ελλάδα την υπερασπίζει και μαζί της υπερασπίζει τη «διεθνή νομιμότητα» και την ειρήνη. 

Όμως, η Συνθήκη της Λωζάνης που υπογράφτηκε 95 χρόνια πριν, στις 24 του Ιούλη 1923, ήταν το επιστέγασμα ενός φρικτού πολέμου. Για την ακρίβεια μιας δεκαετίας πολέμων και προϊόν ιμπεριαλιστικών παζαριών και πιέσεων. Η Συνθήκη ήταν μέρος των ανάλογων συνθηκών που συνοδεύσανε το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και για την Ελλάδα το τραγικό τέλος της δεκαετούς πολεμικής εξόρμησης στα Βαλκάνια και τη Μικρά Ασία. 

Ήταν μια δεκαετία που οι Συνθήκες «ειρήνης» υπογράφονταν η μια μετά την άλλη και αποτελούσαν απλά μια ανάπαυλα πριν την επόμενη πολεμική αναμέτρηση. 

Πόλεμοι

Από τις αρχές του 20ου αιώνα, οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονταν και το 1914 θα οδηγούσαν στο μεγαλύτερο πολεμικό σφαγείο που είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα Βαλκάνια έγιναν η εστία ανάφλεξης του πολέμου. Το προανάκρουσμα ήταν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι του 1912-13. 

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο «Μεγάλος Ασθενής της Ευρώπης, όπως την περιέγραφαν διπλωμάτες και δημοσιογράφοι, ήταν μια αναχρονιστική απολυταρχία, απομεινάρι της φεουδαρχίας που εξακολουθούσε να υπάρχει επειδή η κάθε Μεγάλη Δύναμη φοβόταν ότι αν η Αυτοκρατορία καταρρεύσει κερδισμένη θα έβγαινε κάποια άλλη. Στις αρχές του 20ου αιώνα αυτή η «ισορροπία» κατέρρεε. Όλοι τρέχανε να εξασφαλίσουν οικονομικά, ακόμα και εδαφικά, οφέλη από την κρίση της. Για τις άρχουσες τάξεις των Βαλκανικών κρατών, ήταν η ευκαιρία να διεκδικήσουν ρόλο -και χώρο- σε αυτή τη μοιρασιά. 

Η ελληνική άρχουσα τάξη δεν ήταν εξαίρεση. Οι «εθνικοί θρίαμβοι» του 1912-13 διπλασίασαν την έκταση του ελληνικού κράτους. Υποτίθεται ότι η Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Αύγουστο του 1913 θα εξασφάλιζε με το κύρος της «διεθνούς νομιμότητας» το αποτέλεσμα των πολέμων με τους χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες, πρόσφυγες. Όμως, σε ένα χρόνο ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Το Βουκουρέστι ξεχάστηκε. 

Η Ελλάδα μπήκε επίσημα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο το 1917 στο πλευρό των συμμάχων της Αντάντ. Το έπαθλο που διεκδικούσε η άρχουσα τάξη με τον Βενιζέλο επικεφαλής, ήταν βέβαια λάφυρα από τη μοιρασιά της λείας. Έτσι ο ελληνικός στρατός βρέθηκε στις αρχές του 1919 στην Οδησσό και τη Σεβαστούπολη, και την άνοιξη της ίδιας χρονιάς στη Σμύρνη. Η Μικρασιατική Εκστρατεία είχε ξεκινήσει. 

Ενάμισι χρόνο μετά, ο Βενιζέλος επέστρεφε θριαμβευτής από το Παρίσι. Η Συνθήκη των Σεβρών, ήταν η επίσημη συνθήκη ειρήνης των χωρών της Αντάντ με την ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν επίσης, σύμφωνα με τον Βενιζέλο, η συνθήκη που έκανε πράξη το όνειρο για την «Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». Δυο χρόνια μετά, αυτές οι φιλοδοξίες γίνονταν στάχτη στις φλόγες της Σμύρνης. Ο «δεκαετής πόλεμος» είχε τελειώσει μέσα σε ποτάμια αίματος και δακρύων για τους λαούς της περιοχής. 

Οι διαπραγματεύσεις στη Λωζάνη ξεκίνησαν τον Νοέμβρη του 1922 και κράτησαν οχτώ μήνες. Δεν συμμετείχαν μόνο η Ελλάδα και η Τουρκία -δηλαδή το κράτος που είχε δημιουργήσει το κίνημα του Κεμάλ Ατατούρκ- αλλά και η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Γιουγκοσλαβία, η Ρουμανία ακόμα και η …Ιαπωνία (σύμμαχος της Αντάντ στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο). Ο επικεφαλής της ιταλικής αντιπροσωπείας ήταν ο Μπενίτο Μουσολίνι. 

Συνθήκη

Ο Λόρδος Κέρζον, υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας στις αρχές Οκτώβρη του 1923 εξήγησε στις αντιπροσωπείες της Αυτοκρατορικής Διάσκεψης στο Λονδίνο τη διαφορά με προηγούμενες συνθήκες για παράδειγμα των Σεβρών. Αυτό που γινόταν στις προηγούμενες ήταν: «υπαγόρευση υπό την απειλή της ξιφολόγχης. Ο ηττημένος εχθρός γινόταν δεκτός μόνο για να ακούσει την ποινή του… Η Λωζάνη διέφερε. Μέχρι τώρα υπαγορεύαμε τις συνθήκες ειρήνης. Τώρα διαπραγματευτήκαμε μία με ένα εχθρό που διαθέτει στρατό». 

Έτσι οι Σύμμαχοι αναγκαστήκανε να αναγνωρίσουνε τη νέα Δημοκρατία της Τουρκίας, απέσυραν τις τελευταίες μονάδες που συνέχιζαν να κατέχουν την Κωνσταντινούπολη, να εγκαταλείψουν το αποικιοκρατικό καθεστώς των «διομολογήσεων» (ιδιαίτερα προνόμια για τους υπηκόους και τις επιχειρήσεις τους). Επίσης, αναγνώρισαν την κυριαρχία της Τουρκίας στα Στενά, εξασφαλίζοντας όμως την ελευθερία διέλευσης για τα εμπορικά και πολεμικά πλοία τους. 

Όμως, ο Κέρζον θεωρούσε ότι ο απολογισμός ήταν θετικός για τη Βρετανία και τους άλλους ιμπεριαλιστές. Η Συνθήκη της Λωζάνης επισημοποιούσε τα σύνορα του νέου τουρκικού κράτους και κατ’ επέκταση ολόκληρης της Μέσης Ανατολής. Κι αυτά τα σύνορα ήταν αποτέλεσμα της κυνικής μοιρασιάς που είχαν κάνει η Βρετανία και η Γαλλία από την εποχή του πολέμου, με τη μυστική Συμφωνία Σάικς-Πικό. 

Η Παλαιστίνη, το Ιράκ, η Συρία κι ο Λίβανος γίνονταν επίσημα γαλλικά και βρετανικά προτεκτοράτα και «εντολές». Η Μοσούλη, στο σημερινό βόρειο Ιράκ, με τις πετρελαιοπηγές της θα κατοχυρωνόταν αργότερα στη Βρετανία. Οι Κούρδοι δεν αναφέρονται καν στα κείμενα της Συνθήκης. Το Κουρδιστάν μοιράστηκε ανάμεσα στην Τουρκία, τη Συρία, το Ιράν και το Ιράκ. Οι Άγγλοι ιμπεριαλιστές που το 1919-20 ενθάρρυναν τους Κούρδους να ξεσηκωθούν ενάντια στο κίνημα του Κεμάλ, τo 1923-24 βομβάρδιζαν χωριά στο σημερινό ιρακινό Κουρδιστάν. Την ίδια τύχη είχαν και οι Παλαιστίνιοι. Η «διεθνής νομιμότητα», δηλαδή τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστών, δεν είχε θέση για αυτούς. 

Ακόμα και ο Μουσολίνι πήρε το «κατιτίς» του από την Συνθήκη. Η Τουρκία αποκήρυξε κάθε αξίωση για τα Δωδεκάνησα που είχε κατακτήσει η Ιταλία το 1912 μετά τον ιταλοτουρκικό Πόλεμο. 

«Ανταλλαγή»

Ο διαπραγματευτής για την ελληνική κυβέρνηση (το «επαναστατικό» καθεστώς των στρατιωτικών που είχαν ανατρέψει την μοναρχία) ήταν ο Ε. Βενιζέλος. Υποτίθεται ότι ο «εθνάρχης» έσωσε την κατάσταση με τη ψυχραιμία αλλά και την αποφασιστικότητά του. Στην πραγματικότητα ο Βενιζέλος είχε δυο «χαρτιά» στις διαπραγματεύσεις. Το ένα, ήταν το σφιχταγκάλιασμα με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Το δεύτερο ήταν η συγκρότηση της «στρατιάς του Έβρου» υπό τον υποστράτηγο Θ. Πάγκαλο με δύναμη που έφτασε τις 100 χιλιάδες άνδρες. 

Η στρατιά συγκροτήθηκε με «αυστηρά μέτρα» αποκατάστασης της πειθαρχίας: «Εις την Θράκην οι στρατιώται επυροβόλουν κατά των αξιωματικών, όταν τους απηύθυνον διαταγάς» αναφέρει ο ιστορικός Γρ. Δάφνης. Ο Πάγκαλος επέβαλε την ποινή του θανάτου για λιποταξία και προχώρησε σε εκτελέσεις. Η αστική τάξη ανασυγκροτούσε το κράτος της. 

Κι ο Βενιζέλος έφτασε να απειλεί με προέλαση του ελληνικού στρατού στην Ανατολική Θράκη, μέχρι την Τσατάλτζα 65 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη. Προσπάθησε να κερδίσει και την υποστήριξη της Σερβίας στην επιχείρηση, ζητώντας να επιτεθεί στη Βουλγαρία. Το αντάλλαγμα θα ήταν η περιοχή της Φλώρινας. Έτσι κι αλλιώς η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της ήταν Μακεδόνες. Η Σερβία δεν δέχτηκε και η αγγλική κυβέρνηση δεν ενέκρινε την επιχείρηση. 

Σε αυτό που συμφώνησαν όλοι, ήταν στην «υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών». Ήταν ένας ευφημισμός. «Ανταλλαγές» γίνονταν σε όλη την προηγούμενη πολεμική δεκαετία. Ήταν οι εθνοκαθάρσεις που συνόδευαν τις επιχειρήσεις των αντίπαλων στρατών. Το 1919 η Συνθήκη του Νεϊγί πρόβλεπε μια τέτοια ανταλλαγή ανάμεσα στη Βουλγαρία και την Ελλάδα, υποτίθεται εθελοντική. 

Η συμφωνία που υπογράφτηκε στις 30 του Γενάρη και έγινε κομμάτι της τελικής Συνθήκης της Λωζάνης πρόβλεπε υποχρεωτική ανταλλαγή. Περίπου 900 χιλιάδες χριστιανοί πρόσφυγες είχαν καταφύγει σε απερίγραπτη δυστυχία στο ελληνικό κράτος. Περίπου 200 χιλιάδες προστέθηκαν μετά τη συμφωνία της «υποχρεωτικής ανταλλαγής». Όμως, δεν ήταν οι μόνοι. Περίπου 550 χιλιάδες μουσουλμάνοι που ζούσαν για αιώνες από τη Μακεδονία μέχρι την Κρήτη ξεριζώθηκαν από τα χωριά τους κι έκαναν το ταξίδι στην άλλη μεριά του Αιγαίου.

H Αριστερά χρειάζεται να θυμάται σήμερα την Συνθήκη της Λωζάνης. Όχι για να τάσσεται με τη γραμμή της ελληνικής άρχουσας τάξης και του κράτους της που παριστάνει την αθώα περιστερά της «διεθνούς νομιμότητας». Μια Συνθήκη προϊόν ιμπεριαλιστικών πολέμων και μοιρασιών, εθνοκαθάρσεων δεν ανήκει στο οπλοστάσιο της Αριστεράς. 

Δεν μπορεί και δεν πρέπει η Αριστερά να ζητήσει από τους Κούρδους να καθίσουν φρόνιμα για να μην «αμφισβητηθεί το διεθνές δίκαιο». Ούτε από τους Παλαιστίνιους, βέβαια. Οι λαοί που υφίστανται εθνική καταπίεση έχουν αναφαίρετο δικαίωμα να ζητούν να αλλάξουν τα σύνορα. Και μόνον αυτοί. Γι’ αυτό έχουμε να συγκρουστούμε με τις εθνικιστικές εκστρατείες της δεξιάς που ανοίγουν το δρόμο στους φασίστες και σε κάθε είδους πολεμοκάπηλο «τουρκοφάγο» και «σκοπιανοφάγο». 

Η υπεράσπιση της ειρήνης στην περιοχή περνάει από άλλο δρόμο. Την σύγκρουση με τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και ανταγωνισμούς, που όπως στην πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, αποσταθεροποιούν πάλι ολόκληρη την περιοχή από τα Βαλκάνια μέχρι τη Μέση Ανατολή. Την σύγκρουση με τις φιλοδοξίες της δικιάς μας άρχουσας τάξης που όπως και τότε, τρέχει να διεκδικήσει ρόλο και λεία. Σημαίνει σύγκρουση με τις κούρσες των εξοπλισμών, τον «άξονα» με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, το ρόλο του συνοριοφύλακα της Ευρώπης-Φρούριο ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες.