Οικονομία και πολιτική
Mετά τα “μέτρα Τσίπρα”: Τραπεζίτες 7 - Συνταξιούχοι 1

9/5, Συνταξιούχοι της Εθνικής Τράπεζας διαδηλώνουν υπερασπιζόμενοι τον ΛΕΠΕΤΕ

Μια μικρή ανακούφιση για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Και μια μεγάλη ανακούφιση για τις αγορές. Αυτή η παράφραση της διάσημης ρήσης περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο το νέο πακέτο των “θετικών μέτρων” που εξήγγειλε την περασμένη εβδομάδα και έφερε για ψήφιση στη Βουλή η κυβέρνηση.

Η σύγκριση και μόνο των ποσών αυτών των “θετικών μέτρων” βγάζει μάτια: 800 εκατομμύρια για την “13η σύνταξη”, το επίδομα των 360 (κατά μέσο όρο) Ευρώ που θα μοιράζει από φέτος κάθε Μάιο το δημόσιο στους χαμηλοσυνταξιούχους. 5,5 δις, 7 φορές δηλαδή περισσότερα, αυτά που η κυβέρνηση θα “βάλει στην άκρη”, στον ειδικό λογαριασμό που θα εγγυάται την επίτευξη των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος που έχει συμφωνήσει με τους δανειστές.

Όλα για τους τραπεζίτες

Το “Πρόγραμμα Σταθερότητας” που έστειλε στις αρχές του μήνα η κυβέρνηση στις Βρυξέλλες προέβλεπε θηριώδη πρωτογενή υπερπλεονάσματα για τα επόμενα τέσσερα χρόνια: 4,1% του ΑΕΠ φέτος, 3,9% το 2020, 4,1% το 2021 και 4,6% το 2022. Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί, όπως είναι γνωστό, να διατηρεί μέχρι το 2022 κάθε χρόνο πρωτογενή πλεονάσματα τουλάχιστον 3,5% του ΑΕΠ. Με άλλα λόγια τα έσοδα του δημοσίου θα πρέπει να ξεπερνούν τα έξοδα (πλην τόκων) κατά έξι περίπου δισεκατομμύρια κάθε χρόνο. 

Αυτό το 3,5% δεν ήταν αυθαίρετο. Ούτε οφειλόταν απλά και μόνο στους εκβιασμούς του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, του διαβόητου πρώην υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας: με ένα δημόσιο χρέος της τάξης του 180% του ΑΕΠ η Ελλάδα χρειάζεται θηριώδη πρωτογενή πλεονάσματα για να μπορεί να πληρώνει τους τόκους και τα μερίσματα των παλιών της χρεών. Το 3,5% ήταν μια δέσμευση απέναντι στις “αγορές” ότι η Ελλάδα θα εξυπηρετούσε από εδώ και πέρα στο ακέραιο τις υποχρεώσεις της απέναντι στους πιστωτές της.

Η κυβέρνηση κατάφερε μέσα στα προηγούμενα χρόνια όχι μόνο να πιάσει αυτόν τον στόχο αλλά και να τον ξεπεράσει. Και με το τελευταίο “Πρόγραμμα Σταθερότητας” υποσχέθηκε στις αγορές ότι αυτή η υπέρβαση θα συνεχιστεί απρόσκοπτα για τα επόμενα χρόνια. Αθροιστικά τα πρωτογενή πλεονάσματα που έχει υποσχεθεί η κυβέρνηση για την επόμενη τετραετία ξεπερνούν τα 33 δισεκατομμύρια Ευρώ. Οι αγορές έχουν εκφράσει ήδη τη βαθιά τους ικανοποίηση για τις δεσμεύσεις αυτές: τα επιτόκια των 10ετών ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, που είχαν πλησιάσει το καλοκαίρι του 2015 στο 15% βρίσκονται σήμερα στο 3,57%. Και η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας αναβαθμίζεται συνεχώς από τους οίκους αξιολόγησης (αν και, παρά τις αναβαθμίσεις τα ελληνικά ομόλογα εξακολουθούν να ανήκουν ακόμα στην κατηγορία ”σκουπίδια”). 

Ο αντίκτυπος των “θετικών μέτρων” που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση είναι απειροελάχιστος σε σχέση με αυτά τα 33 δις που ετοιμάζονται να τσεπώσουν οι τραπεζίτες. Με τη “13η σύνταξη” 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχοι θα μοιραστούν μέσα στην ερχόμενη τετραετία συνολικά 3,2 δις – λιγότερο δηλαδή και από το 10% του πλεονάσματος. Η μερίδα του λέοντος θα συνεχίσει να πηγαίνει στους τραπεζίτες. 

Ανησυχία

Θα καταφέρει το ελληνικό δημόσιο να διατηρήσει αυτά τα πλεονάσματα μέσα στα επόμενα χρόνια; Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι “επιτυχίες” της των προηγούμενων χρόνων (που στηρίχτηκαν στη φριχτή λιτότητα) εγγυώνται και το μέλλον. Οι δανειστές (η Τρόικα για να χρησιμοποιήσουμε το παλιό, καλό της όνομα), λέει τώρα ο Τσακαλώτος, αμφισβητούσαν πάντα τις προβλέψεις μας: “εμείς λέγαμε 800 εκατομμύρια ευρώ, η Κομισιόν έλεγε 500 εκατομμύρια ευρώ, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο 20 εκατομμύρια ευρώ...”. 

Αλλά τώρα ακόμα και η ίδια η κυβέρνηση ανησυχεί ότι αυτό το σερί των επιτυχιών για χάρη των αγορών και των δανειστών δεν θα συνεχιστεί. Και ο λόγος δεν είναι οι “προεκλογικές παροχές”, όπως λέει η Νέα Δημοκρατία. Η ανησυχία προέρχεται από την ίδια τη διεθνή κατάσταση. Η παγκόσμια οικονομία έχει μπει σε μια νέα τροχιά ύφεσης και ο κίνδυνος ότι θα γίνει ξανά μεγάλη βουτιά είναι υπαρκτός.

Το πρόγραμμα των θηριωδών υπερπλεονασμάτων ήταν έτσι και αλλιώς από την αρχή υπερβολικά αισιόδοξο. Μέχρι τώρα καμιά χώρα στον κόσμο δεν έχει καταφέρει να διατηρεί πρωτογενή πλεονάσματα αυτού του ύψους για πολλά χρόνια. Ένα μεγάλο κομμάτι των εργαζομένων και των συνταξιούχων αδυνατούν ήδη να πληρώσουν τους λογαριασμούς τους και τους φόρους τους στην ώρα τους. Πάνω από 350 χιλιάδες νοικοκυριά έχουν αναγκαστεί να έρθουν σε διακανονισμό με τη ΔΕΗ για να μην τους κόψει το ρεύμα. Η πλειοψηφία των φορολογουμένων έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία. Οι περισσότεροι, βέβαια, έχουν μικρές μόνο οφειλές (κάτω από 500 ευρώ). Αλλά με την ανεργία ακόμα στα ύψη και τα μεροκάματα στα σημερινά επίπεδα είναι βέβαιο ότι η κατάσταση θα επιδεινώνεται όσο περνάει ο χρόνος. Και, ακόμα χειρότερα, θα πάρει εκρηκτικές διαστάσεις αν και όταν το νέο κύμα της ύφεσης χτυπήσει την ελληνική οικονομία.

Η “φορολογική κόπωση” (η ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία της πληρωμής των φόρων) και ο κίνδυνος της νέας ύφεσης αναγκάζουν τώρα την κυβέρνηση να κατεβάσει τον “πήχη” των πλεονασμάτων του 3,5%. Σε αυτό το μέτρο συμφωνούν πρακτικά και τα δυο μεγάλα κόμματα. Μπορεί να μην πιάσουμε τον στόχο μέσα στα επόμενα χρόνια, λέει τώρα ο Τσίπρας. Αλλά οι αγορές δεν πρέπει να ανησυχούν: η κυβέρνηση θα βάλει από τώρα 5,5 δις στην άκρη με τα οποία θα μπορεί να καλύψει τις τυχόν διαφορές. Γιατί οι εργαζόμενοι θα πρέπει να θεωρήσουν αυτή την προκλητική παροχή προς τις αγορές σαν ένα ακόμα “θετικό μέτρο” παραμένει μυστήριο.

Ομολογία αποτυχίας

Τον υπαρκτό κίνδυνο μιας νέας ύφεσης προσπαθεί να αντιμετωπίσει και η μετάταξη μιας σειράς προϊόντων και υπηρεσιών σε χαμηλότερους συντελεστές ΦΠΑ -το άλλο σκέλος των “θετικών μέτρων” που έφερε αυτή την εβδομάδα στη Βουλή η κυβέρνηση. Οι “καταναλωτές”, όμως, δεν πρόκειται να κερδίσουν ούτε μια δεκάρα από αυτή τη μείωση – οι εμπειρίες από το παρελθόν το δείχνουν αυτό ξεκάθαρα. 

Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την “επαναφορά” διαφόρων τροφίμων (ψάρια, ζυμαρικά, αλάτι κλπ) στην κατηγορία χαμηλού ΦΠΑ (από το 24% στο 13%). Θεωρητικά οι τιμές στα ράφια θα έπρεπε να πέσουν αυτόματα 11% κάτω. Ίσως και να γίνει. Για μερικές μέρες. Μακροπρόθεσμα, όμως, οι τιμές θα επιστρέψουν στα επίπεδα που ορίζουν οι “νόμοι της αγοράς”. Δηλαδή, θα μοιραστούν αυτό το 11% μεταξύ τους οι βιομηχανίες των τροφίμων, οι μεγαλέμποροι και τα σούπερμαρκετ.

Το ίδιο ισχύει για τη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ για την ενέργεια (ηλεκτρικό ρεύμα και φυσικό αέριο). Η μείωση -από το 13% στο 6%- είναι στην ουσία ένα δώρο προς τη ΔΕΗ και τις νέες ιδιωτικές εταιρείες ενέργειας που έχουν ξεπηδήσει από τις μνημονιακές ιδιωτικοποιήσεις και όχι στήριξη των νοικοκυριών.

Τα “θετικά μέτρα” δεν είναι για τους “πολλούς” όπως ισχυρίζεται η κυβέρνηση. Ο βασικός τους στόχος είναι να προστατεύσουν για μια ακόμα φορά τον ελληνικό καπιταλισμό, τα συμφέροντα των “λίγων” από τις αναταράξεις που διαφαίνονται ήδη στον ορίζοντα. Μοιράζει ψίχουλα στους φτωχούς και παχυλές εγγυήσεις και κίνητρα στους τραπεζίτες, τους βιομηχάνους, τους χονδρεμπόρους και τους πλούσιους.

Για την κυβέρνηση, η πολιτική αυτή ισοδυναμεί με μια ανοιχτή ομολογία αποτυχίας. Εδώ και τέσσερα χρόνια ο Τσίπρας και οι υπουργοί του προσπαθούν να μας πείσουν ότι η απάντηση στην κρίση είναι τα πρωτογενή πλεονάσματα και οι ισοσκελισμένοι προϋπολογισμοί, που θα άνοιγαν τον δρόμο για την επιστροφή στην “κανονικότητα” των αγορών. Ότι το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια “τίμια” κυβέρνηση που θα “καθάριζε” τον ελληνικό καπιταλισμό από όλα εκείνα -την Νοβαρτις, τα Paradise Papers, τις μπίζνες τύπου Folli-Follie- που οδήγησαν στην άβυσσο των μνημονίων.  Εμείς, η αντικαπιταλιστική αριστερά, εξηγούσαμε από την αρχή ότι το πρόβλημα είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός και όχι η διαχείριση ή η διαφθορά του. Ότι η κανονικότητα των αγορών την οποία μας υπόσχεται ο Τσίπρας είναι η κανονικότητα της κρίσης και της λιτότητας.

Τώρα η κυβέρνηση ομολογεί, στην πράξη με τα νέα μέτρα, ότι είχαμε δίκιο. Ο καπιταλισμός δεν εξορθολογίζεται. Η μόνη λύση είναι η ανατροπή του.  

Διαβάστε επίσης στο περιοδικό ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ από τα κάτω