Οικονομία και πολιτική
Ο κεντροαριστερός ΣΥΡΙΖΑ: Ανάμεσα σε Συναίνεση και Αντιπολίτευση

«Είναι στρατηγική απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ να προχωρήσουμε μαζί σε μια θαρραλέα διαδικασία ανασυγκρότησης, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα μαζικό, λαϊκό κόμμα όλων των προοδευτικών και δημοκρατικών πολιτών και να παύσει η κομματική αναντιστοιχία με την ευρεία κοινωνική βάση. Το 31,53% θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία ενός πλατιού μετώπου για μαχητική προγραμματική και κοινωνική αντιπολίτευση...»

Aυτά δήλωσε ο Τσίπρας μετά τη συνεδρίαση του Συντονιστικού της “Προοδευτικής Συμμαχίας” (που μετατρέπεται σε “Γραμματεία της Προοδευτικής Συμμαχίας”) στις 15 Ιουλίου τοποθετώντας τον στόχο στα 180.000 μέλη. Αλλά μάλλον ξεκίνησε στραβά.

Δεν θα μπορούσε να διαλέξει κανείς χειρότερο τόπο για να ξεκινήσει την “επανίδρυση” ενός “μαζικού, λαϊκού κόμματος” ακόμη περισσότερο μια “μαχητική” αντιπολίτευση από τα γραφεία της ΔΗΜΑΡ στην Αγίου Κωνσταντίνου, από την έρημη εδώ και χρόνια έδρα ενός χρεοκοπημένου κόμματος που διελύθη εις τα εξ ων συνετέθη μετά την συγκυβέρνηση με τον Σαμαρά πριν μερικά χρόνια. Η επιλογή αυτή δεν ήταν ούτε τυχαία ούτε “λάθος” αλλά ένα συμβολικό μήνυμα ότι η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι αποφασισμένη να κλιμακώσει την δεξιόστροφη προσαρμογή και πορεία της. Αυτό δείχνουν και όλες οι τελευταίες πρωτοβουλίες που έχει πάρει ο Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.

Ακολουθώντας το παράδειγμα του ΓΑΠ, ο Τσίπρας προτείνει να εκλεγεί  ο πρόεδρος του νέου κόμματος μέσα από κάλπη-δημοψήφισμα των μελών και όχι από συνέδριο αντιπροσώπων. Ουσιαστικά, ο Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκουν να εξουδετερώσουν την οποιαδήποτε αντιπολίτευση και κυρίως το δικαίωμα της βάσης να παρεμβαίνει στην ηγεσία. Το τι ακριβώς πέτυχε βέβαια μέσα από τέτοιου είδους μεθοδεύσεις ο ΓΑΠ το έγραψε η ιστορία. Το ΠΑΣΟΚ του πρόεδρου του “ενός εκατομμυρίου μελών” το 2004 και του 44% το 2009, έγινε ατμός το 2011, με τα μέλη του να απεργούν και να καταλαμβάνουν ένα ένα τα υπουργεία του.

Το πρόβλημα στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι οργανωτικό αλλά πολιτικό. Ο Τσίπρας θεωρεί το 31% που πήρε στις πρόσφατες εκλογές ως επιβράβευση της δεξιόστροφης “ρεαλιστικής” πολιτικής που ακολούθησε. Και εντοπίζει την εκλογική ήττα στην “οργανωτική αδυναμία” του ΣΥΡΙΖΑ να επικοινωνήσει με τις “πλατιές μάζες” επειδή ήταν “παραπάνω αριστερός”, προτείνοντας και τυπικά τον πολιτικό και οργανωτικό του μετασχηματισμό σε ένα κόμμα της κεντροαριστεράς. “Μετασχηματισμός σημαίνει να επιχειρήσουμε να φτιάξουμε το κόμμα μας ξανά από την αρχή, όχι να παραμείνουμε θάμνος, να κρατήσουμε τις ρίζες μας αλλά να μη φοβηθούμε να γίνουμε δέντρο...” όπως χαρακτηριστικά δήλωσε.

Aντιστροφή

Πρόκειται για αντιστροφή της πραγματικότητας. Ποιος πέτυχε να κάνει τον ΣΥΡΙΖΑ “θάμνο” αν όχι ο ίδιος μετατρέποντας το 62% του δημοψηφίσματος το 2015 σε 23% στις ευρωεκλογές και 31% στις βουλευτικές του 2019; Πιστεύει στα αλήθεια ότι το 1,8 εκατομμύριο  ψηφοφόροι που πήγαν να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ το έκαναν επειδή εμπνεύστηκαν από την πολιτική του ή επειδή ψήφισαν τακτικά για να μη βγει ο Μητσοτάκης; Οι ψήφοι που πήρε παραπάνω στις βουλευτικές από τις ευρωεκλογές είναι ένα επιπλέον επιχείρημα ότι ισχύει το δεύτερο. 

Σε αυτόν τον κόσμο, που περιμένει από τον ΣΥΡΙΖΑ εδώ και τώρα να κοντράρει το Μητσοτάκη και τις επιθέσεις που ετοιμάζει, ο Τσίπρας  έχοντας αποβάλει από το λεξιλόγιό του τη λέξη κίνημα, υπόσχεται “μαχητική”  αλλά “υπεύθυνη” και “προγραμματική” αντιπολίτευση. Ήτοι “υπευθυνότητα” στους χώρους δουλειάς και στους δρόμους. Κοκορομαχίες στη Βουλή για το “πρόγραμμα” που θα εφαρμόσει όταν και εφόσον επανεκλεγεί. Και συναινέσεις (άντε καμιά κριτική “εμείς αυτήν την ιδιωτικοποίηση θα την κάναμε κοινωνικότερα”) είτε για να μην ανατραπεί η “αναπτυξιακή πορεία της χώρας” είτε γιατί δεν μπορούμε να τα σπάσουμε με τους “εταίρους”. 

Το συναινετικό αυτό κλίμα, που φάνηκε και στις τελετές αποχώρησης-παραλαβής στα υπουργεία, δεν περνάει απαρατήρητο. Σε άρθρο που υπογράφει ο Γ.Μελλιγγώνης (Αυγή) με τίτλο “Έ όχι και καλή επιτυχία” θυμίζει τον Βασίλη Μουλόπουλο που το 2004, μία εβδομάδα μετά την εκλογική νίκη του Κώστα Καραμανλή, έγραφε: “εγώ δεν θα ευχηθώ στην κυβέρνηση της Ν.Δ. καλή επιτυχία στο έργο της... Δυστυχώς για το συναινετικό κλίμα που φοριέται πολύ αυτή την πολιτική περίοδο, ο λαός της Αριστεράς αρνείται να ακολουθήσει τη μόδα του κοινού συμφέροντος και επιμένει στα παλιομοδίτικα ταξικά συμφέροντα...». Σε άλλη συνέντευξη, ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος από τους 53+ του ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει ότι δεν θεωρεί “πολιτική συμμετοχή την ανά τέσσερα χρόνια δυνατότητα να εκλέγεις τον πρόεδρο του κόμματος και όλη την επόμενη περίοδο να είσαι στην απ' έξω” προσθέτοντας ότι είναι “υπέρ του ανοικτού πλειοψηφικού αριστερού κόμματος” αλλά όχι ένα κόμμα κεντροαριστεράς ή σοσιαλδημοκρατίας. 

Το εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα -που έχει να δώσει μάχες με το καλημέρα ενάντια στην επερχόμενη ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, την επίθεση στο φοιτητικό άσυλο, τη ρατσιστική πολιτική των διακρίσεων ενάντια στους μετανάστες- δεν έχει να ελπίσει τίποτε από τον “μετασχηματισμό” του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε μπορεί να περιμένει πότε και εάν ποτέ η όποια εσωτερική αντιπολίτευση θα αποφασίσει να συγκρουστεί με την ηγεσία. Η απάντηση στον Μητσοτάκη χτίζεται μέσα στο εργατικό και το ευρύτερο κίνημα, στην οργάνωση των αγώνων για να μην περάσουν και να ανατραπούν στην πράξη μια προς μια οι επιθέσεις που προχωράει, εδώ και τώρα, όχι περιμένοντας τις επόμενες κάλπες. 

Απέναντι στο “μαζικό κόμμα¨της αναμονής που προτείνει ο Τσίπρας στους εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες που τον ψήφισαν στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας η άμεση απάντηση δεν μπορεί να είναι παρά ένα μαζικό ενωτικό κίνημα στα συνδικάτα, τις σχολές, τις γειτονιές, ένα κίνημα που θα ανατρέψει όχι μόνο τα μέτρα αλλά και την ίδια τη Νέα Δημοκρατία. Η αντικαπιταλιστική αριστερά έχει καθήκον να μπει τώρα μπροστά σε αυτόν τον στόχο ενωτικά με τη βάση, μέλη και ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και όλης της Αριστεράς, χτίζοντας ταυτόχρονα την δική της εναλλακτική απέναντι στην αμετανόητη δεξιά προσαρμογή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ.