Πολιτισμός
Κινηματογράφος: Κεν Λόουτς - “Δυστυχώς απουσιάζατε”

“Έχω δουλέψει σαν καλουπατζής, σαν υδραυλικός, σαν ηλεκτρολόγος, πατωματζής, ακόμα και σε τάφους. Τα έχω κάνει όλα. Δεν με φοβίζει η δουλειά”, λέει ο Ρίκι στην συνέντευξη για δουλειά που περνάει στα πρώτα λεπτά της νέας ταινίας του Κέν Λόουτς με τίτλο “Δυστυχώς απουσιάζατε” (Sorry we missed you), που βγαίνει στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα. 

Ο Ρίκι (Κρις Χίτσεν) είναι ένας μεσόκοπος εργάτης που ζει στο Νιουκάστλ και παλεύει “περνώντας από δουλειά σε δουλειά”, όπως υπογραμίζει η γυναίκα του Άμπι (Ντέμπι Χάνεϊγουντ), να κρατήσει το βιοτικό επίπεδο της οικογένειάς τους με τα δυο παιδιά σε αξιοπρεπή επίπεδα. Η πρόταση να βρεθεί ως αυτοαπασχολούμενος οδηγός με ενοικιαζόμενο φορτηγό σε μια εταιρία ταχυμεταφορών φαίνεται στην αρχή ιδιαίτερα ικανοποιητική. “Πλέον θα είμαι αφεντικό του εαυτού μου”, αναφέρει με αυτοπεποίθηση την ώρα της συνέντευξης για δουλειά. “Σε αυτή την εταιρία δεν δουλεύεις για εμάς, δουλεύεις μαζί με εμάς”, απαντάει χαμογελώντας το νέο του αφεντικό λίγο πριν την υπογραφή της σύμβασης. 

Ο Ρίκι πιστεύει πως με σκληρή δουλειά και ένα καλό μεροκάματο σε δυο χρόνια θα έχει ξεχρεώσει με τις οικονομικές υποχρεώσεις του και θα μπορέσει να πάρει την οικογένειά του από το νοίκι. Υπεύθυνος εργαζόμενος και πατέρας, μετρημένος στις αντιδράσεις του και δουλευταράς δείχνει πως μπορεί να τα βγάλει πέρα. Η Άμπι, ωρομίσθια νοσηλεύτρια σε πρόγραμμα Βοήθεια στο Σπίτι, μπορεί να διαφωνεί με την επιλογή του Ρίκι θεωρώντας ιδιαίτερα ψηλό το κόστος ενοικίασης του φορτηγού, αλλά δέχεται να πουλήσει το αυτοκίνητό της σαν προκαταβολή για το βαν του άντρα της. Όλα δείχνουν προγραμματισμένα και σίγουρα -όπως τα χρονοδιαγράμματα που ελέγχονται μέσα από τους σκάνερ που κουβαλάνε μαζί τους οι οδηγοί. Αν κάποιος ακολουθήσει το πρόγραμμα όλα θα πάνε καλά. 

Όμως η ζωή και η καθημερινότητα της εργατικής τάξης δεν είναι απλές γραμμές στα γραφήματα των εταιρειών. Άπειρες ώρες δουλειάς και μετακίνησης. Ατελείωτο τρέξιμο σε μια καθημερινότητα δυσβάσταχτη. Παιδιά που μπαίνοντας στην εφηβεία αντιδρούν μπροστά στο αδιέξοδο που τους ρίχνει το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα. Και φυσικά η πίεση της εταιρείας για όλο και περισσότερη δουλειά, οδηγεί σε ανατροπή τα σχέδιά τους. 

Ο Κεν Λόουτς μετά το “Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ” που κέρδισε το πρώτο βραβείο στις Κάννες το 2016, συνεχίζει, σαν ένα ακόμα επεισόδιο, να απαθανατίζει εικόνες της ζωής της σύγχρονης εργατικής τάξης στην Αγγλία και παντού. Η ιστορία του Ρίκι και της Άμπι θα μπορούσε να είναι η καθημερινή ιστορία για εκατομμύρια εργατικές οικογένειες σε όλο τον κόσμο. Ο πιο σημαντικός εν ζωή εκφραστής του κινηματογραφικού κοινωνικού ρεαλισμού δίνει ένα ακόμα μάθημα υψηλής αισθητικής χρησιμοποιώντας ως καμβά την σύγχρονη μεγαλούπολη και ως πινέλο τις καθημερινές ιστορίες των απλών ανθρώπων. Και σε αυτή την ταινία αποτυπώνει σχεδόν δημοσιογραφικά την κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία.

Αιτία

Όμως, όπως κάνει και στις υπόλοιπες ταινίες του, προσπαθεί να αναδείξει την πραγματική αιτία πίσω από τις δυσκολίες της καθημερινότητας στη ζωή της εργατικής τάξης. Την ανατροπή δεν τη φέρνει κάποιο υπερφυσικό γεγονός, ούτε μια ατομική -εξηγημένη ή ανεξήγητη- πράξη, αλλά προετοιμάζεται από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι απότοκο και δημιούργημα της ίδιας της κοινωνικής παραγωγικής λειτουργίας, της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης.

Πόσες και πόσες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες σε όλο τον κόσμο τις τελευταίες δεκαετίες με την αύξηση της ελαστικής εργασίας, δεν έχουν ακούσει την παραίνεση των αφεντικών ότι πλέον δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ τους, αλλά είναι όλοι “συνεργάτες”. “Συνεργάτες” γιατί δουλεύουν ως αυτοαπασχολούμενοι με μπλοκάκι, αλλά φυσικά όχι συνεργάτες στα κέρδη.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο BBC ο Κεν Λόουτς κέρδισε το χειροκρότημα του κοινού όταν αναφέρθηκε σε ένα παρόμοιο με τον Ρίκι παράδειγμα: 

“Τι θα έλεγες στη χήρα του Ντον Λέιν, ενός 53χρονου διαβητικού οδηγού φορτηγού, που είχε ραντεβού με έναν γιατρό στο νοσοκομείο. Πήγε, αλλά αναγκάστηκε να πληρώσει πρόστιμο στην εταιρία του -150 λίρες τη μέρα- γιατί δεν μπόρεσε να βρει αντικαταστάτη. Έπρεπε να πάει και σε περαιτέρω ραντεβού, αλλά τελικά αποφάσισε να μην πάει γιατί θα πλήρωνε από την τσέπη του και θα βρισκόταν με χρέος. Δεν είχε τις δυνατότητες, δεν πήγε, έχασε ένα ραντεβού, άρχισε να αρρωσταίνει, παρόλα αυτά έχασε και δεύτερο ραντεβού, οι συνάδελφοί του άρχισαν να ανησυχούν γι'αυτόν, έχασε και ένα τρίτο ραντεβού και τελικά κατέρρευσε και πέθανε. Και ήταν μόλις 53. Ήταν ένας επισφαλής εργαζόμενος οδηγώντας ένα από τα δεκάδες άσπρα βανάκια που βλέπουμε στους δρόμους. Τώρα πείτε μου ότι είναι δίκαιο. Πείτε μου ότι είναι δίκαιο ένας εργάτης να είναι τόσο τρομοκρατημένος στη δουλειά του που δεν μπορεί να πάρει μια μέρα άδεια για λόγους υγείας και γι'αυτό τελικά χάνει τη ζωή του”.

Ο Λόουτς για άλλη μια φορά επιμένει στο να αναδεικνύει τις ζωές των απλών οδηγών, νοσηλευτριών, εργατών και συνταξιούχων αυτής της κοινωνίας. Όμως, πέρα από την διαπίστωση της μιζέριας που σπέρνει ο καπιταλισμός πάνω στις ζωές των απλών ανθρώπων, είναι ανάγκη να θυμόμαστε πως η απάντηση της εργατικής τάξης είναι συλλογική. Όχι μόνο σαν ένδοξη ανάμνηση του παρελθόντoς, όπως κάνει η γιαγιά που προσέχει η Άμπι που μέσα από φωτογραφίες θυμάται τις απεργίες των ανθρακωρύχων την δεκαετία του ‘80, αλλά σαν αναγκαία προοπτική στο σήμερα. Αυτή ίσως είναι και η μοναδική αδυναμία του “Δυστυχώς απουσιάζατε”. Απέναντι στη φρίκη του καπιταλισμού οι εργάτες σε όλο τον κόσμο αντιστέκονται στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα πως δεν θα συνεχίσουν να αποδέχονται ότι τα κέρδη των καπιταλιστών θα κοστίζουν τις δικές τους ζωές.