Ιδέες
Μαρξισμός 2020 - Τα όρια του ρεφορμισμού

Μαρξισμός 2020, το πάνελ της συζήτησης “Τα όρια του ρεφορμισμού”.

Στο επίκεντρο του φετινού Μαρξισμού 2020 βρέθηκε το ερώτημα, τι είδους αριστερά και τι είδους κόμματα έχουν ανάγκη οι ταξικοί αγώνες που ξεσπάνε σήμερα στην Ελλάδα και παγκόσμια. Η Αργυρή Ερωτοκρίτου, ο Ευκλείδης Μακρόγλου και ο Γιάννης Σηφακάκης ήταν οι βασικοί ομιλητές στη συζήτηση με θέμα “Τα όρια του ρεφορμισμού”. Παρουσιάζουμε τα βασικά σημεία των ομιλιών τους.


Αργυρή Ερωτοκρίτου

Μήνα το μήνα διαψεύδεται η εικόνα που ήθελε η εκλογική επικράτηση της ΝΔ να μεταφράζεται σε παθητικότητα για το εργατικό κίνημα και απογοήτευση, ιδιαίτερα μετά την επιβολή της καραντίνας. Ξεκινώντας από τις 7 Απρίλη, οπότε με πρωτοβουλία της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία βγήκαν στις πύλες και έσπασαν τις απαγορεύσεις, έχει ανοίξει ένας ολόκληρος κύκλος κινητοποιήσεων: Ακολούθησαν οι εργαζόμενοι στον επισιτισμό, οι εκπαιδευτικοί, οι εργάτες τέχνης, εργαζόμενοι σε μικρούς και μεγάλους χώρους που λένε δεν θα πληρώσουμε εμείς την κρίση. Ταυτόχρονα είχαμε ξεσηκωμό πάνω στο ζήτημα του ρατσισμού ξεκινώντας από τις 21 Μάρτη με την κινητοποίηση της ΚΕΕΡΦΑ που έσπασε την απαγόρευση των συναθροίσεων στο Σύνταγμα και κορυφώνοντας στη μεγάλη διαδήλωση Black Lives Matter – Refugees Lives Matter στις 26 Ιούνη.

Αυτά τα έχει κάνει ο κόσμος, αλλά τι έχει κάνει όλο το προηγούμενο διάστημα ο Τσίπρας και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σαν αντιπολίτευση; Συναίνεση “γιατί εμείς δεν θα ζητήσουμε να φύγει η ΝΔ από τους πρώτους πέντε μήνες”. “Εμείς βάζουμε πλάτη” στους χειρισμούς της κυβέρνησης ΝΔ για το προσφυγικό στον Έβρο αλλά “αυτή δεν μας θέλει”, στη συνέχεια. Συναίνεση γιατί “τώρα είναι η πανδημία” και “θα λογαριαστούμε αργότερα”. Ενώ ακόμη και στη συζήτηση που έγινε στην Βουλή για το νόμο που χτυπάει το δικαίωμα στη διαδήλωση, ο Τσίπρας τοποθετήθηκε αρνητικά λέγοντας ότι το νομικό πλαίσιο για απαγόρευση διαδηλώσεων υπήρχε ούτως ή άλλως.

Συναίνεση

Το χειρότερο, αντί να κοντράρουν τον εθνικισμό και την πολεμοκαπηλεία της κυβέρνησης της ΝΔ πάνω στα ζητήματα των ελληνοτουρκικών ανταγωνισμών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τα κόμματα της ρεφορμιστικής αριστεράς έρχονται να της δώσουν συναίνεση ή και να της κάνουν αντιπολίτευση από τα δεξιά ότι δεν είναι όσο σκληρή θα έπρεπε. Όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, που ούτως ή άλλως είχε ανοίξει το δρόμο με την “επιθετική διπλωματία” που ακολούθησε σαν κυβέρνηση με τις συνεργασίες με το Ισραήλ και τη δικτατορία του Σίσι, αλλά και το ΚΚΕ με τις εκάστοτε δηλώσεις Κουτσούμπα που εγκαλεί την κυβέρνηση ΝΔ ότι είναι υποχωρητική πάνω σε ζητήματα που αφορούν “κυριαρχικά μας δικαιώματα”.

Η σύμπλευση με την αστική τάξη πάνω στα λεγόμενα “εθνικά ζητήματα” είναι το πρώτο στοιχείο που χαρακτηρίζει διαχρονικά όλα τα ρεφορμιστικά κόμματα κάτι που μέσα στην Ιστορία έχει αποδειχθεί εξαιρετικά επώδυνο για την εργατική τάξη. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι βέβαια η πίστη στους “θεσμούς” και ένα τρίτο η υποτίμηση της εργατικής τάξης σαν υποκείμενο κοινωνικών αλλαγών και επαναστάσεων. 

Ποτέ για τους ρεφορμιστές το εργατικό κίνημα δεν είναι “έτοιμο”, ποτέ οι συσχετισμοί και οι συνθήκες δεν είναι αρκετά “ώριμες”, η λύση πάντα είναι στις κάλπες, οπότε ούτε κλιμακώνουμε τους αγώνες ούτε πάμε σε σύγκρουση, αλλά κάνουμε συμβολικές κινήσεις αναμένοντας την ψήφο. Αυτός είναι ο ρεφορμιστικός δρόμος, ένα αδιέξοδο που οδηγεί το εργατικό κίνημα σε ήττες. Το ζήτημα είναι να βρούμε τρόπο να κερδίσουμε στις γραμμές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, όλο εκείνο τον κόσμο της βάσης των ρεφορμιστικών κομμάτων που αναζητά εναλλακτική. 


Ευκλείδης Μακρόγλου

Η στάση της κοινοβουλευτικής και ρεφορμιστικής αριστεράς σήμερα δεν είναι αποτέλεσμα αδυναμίας των ηγεσιών της. Οφείλεται στον ίδιο τον πυρήνα της στρατηγικής του ρεφορμισμού: την εγκατάλειψη της επαναστατικής ανατροπής του αστικού κράτους στο όνομα της απόσπασης προοδευτικών/ δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων. 

Ο Λένιν στο «Κράτος κι επανάσταση» οριοθέτησε τον πυρήνα του κράτους των καπιταλιστών: πέρα από τα πολιτικά του περιβλήματα, είναι ένας ειδικός μηχανισμός καταπίεσης που ασκεί το μονοπώλιο της βίας σε μια εδαφική περιοχή με εργαλεία το στρατό, την αστυνομία, τα δικαστήρια και τις φυλακές, ενώ συμπληρώνεται από την διοικητική μηχανή. 

Αυτός ο πυρήνας βρίσκεται στο απυρόβλητο από “δημοκρατικές διαδικασίες”, όπως φάνηκε να ανακαλύπτει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Όπως το έθετε η Ρόζα 120 χρόνια πριν, η συμμετοχή της αριστεράς στην κυβέρνηση δεν σημαίνει τη μερική κατάκτησή της από την αριστερά, αλλά την μερική κατάκτηση της αριστεράς από το αστικό κράτος. Η εργατική τάξη δεν μπορεί απλά να αναλάβει τη διαχείριση του κράτους, αλλά θα πρέπει να τσακίσει αυτή τη μηχανή επαναστατικά. 

Κορμός της τακτικής του ρεφορμισμού είναι ένας ιδιότυπος καταμερισμός εργασίας: άλλη η δουλειά των συνδικάτων και του εργατικού κινήματος, άλλη η δουλειά των βουλευτών της αριστεράς. Άλλο οικονομικοί, άλλο πολιτικοί αγώνες.

Όμως η επαναστατική αντιμετώπιση του Λένιν ξέφευγε από τα αδιέξοδα μιας τέτοιας διαχείρισης προτείνοντας την υλοποίηση των πολιτικών στόχων με τις δυνάμεις του ίδιου του κοινωνικού κινήματος. Στους φαντάρους που πάλευαν για να σταματήσει ο πόλεμος πρότεινε να παίρνουν τον έλεγχο των μονάδων στα χέρια τους με ανταρσίες κατά των στρατηγών. Στους αγρότες που ήθελαν την αγροτική μεταρρύθμιση πρότεινε την κατάληψη των κτημάτων πετώντας έξω τους τσιφλικάδες. Στους εργάτες που διεκδικούσαν το οχτάωρο και συναντούσαν τα λοκάουτ της εργοδοσίας πρότεινε την επιβολή του εργατικού ελέγχου από τους ίδιους σε κάθε εργοστάσιο και στην οικονομία συνολικά. Με αυτή τη στρατηγική οι Μπολσεβίκοι οδήγησαν στη νίκη την εργατική τάξη.


Γιάννης Σηφακάκης

Ο ρεφορμισμός δεν είναι απλά οι ηγεσίες και οι κωλοτούμπες τους από τη μια και η αγνή βάση από την άλλη, αλλά ένα υπαρκτό ρεύμα μέσα στην εργατική τάξη που πατάει πάνω στην αντιφατική συνείδηση της εργατικής τάξης για την οποία μιλούσε ο Γκράμσι. 

Τα ρεφορμιστικά κόμματα όχι μόνο δεν θέλουν να σπάσει αυτή η αντιφατική συνείδηση, αλλά τη συστηματοποιούν σε ένα πολιτικό ρεύμα μέσα στο εργατικό κίνημα. Προσαρμόζονται στα όρια του συστήματος και της πολιτικής του, κουβαλάνε την αστική πολιτική σε μια εργατική τάξη που προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο, είναι αυτό που ο Λένιν αποκαλούσε αστικά-εργατικά κόμματα. Γι' αυτό τα ρεφορμιστικά κόμματα της Β' Διεθνούς στήριξαν τις άρχουσες τάξεις στο σφαγείο του Α' Παγκόσμιου Πόλεμου και απέναντι σε αυτά, ξεκινώντας από τη Ρωσία και τους μπολσεβίκους το 1917, νέα επαναστατικά διεθνιστικά κόμματα έκαναν την εμφάνισή τους σε αντιπαράθεση μαζί τους. 

Η προσπάθεια να φτιάξεις ανεξάρτητο επαναστατικό κόμμα δεν είναι όμως το τέλος αλλά το πρώτο βήμα πάνω στο πώς αντιμετωπίζεις τα ρεφορμιστικά κόμματα. Το δεύτερο, είναι πώς μπορείς να επηρεάσεις τη μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης που τα ακολουθεί. Ο Λένιν έγραψε τον “Αριστερισμό” το 1920 προσπαθώντας να πείσει ότι το να καταγγείλουμε τις ηγεσίες των κομμάτων από τα οποία φύγαμε δεν αρκεί. Υποστήριξε ότι χρειάζεται να αξιοποιήσουμε όλα τα μέσα για να είμαστε κομμάτι της κίνησης της τάξης και να την κερδίζουμε βήμα-βήμα με την πολιτική του ενιαίου μετώπου. 

Κοινή δράση

Διεκδικούμε να μπαίνουμε σε κοινή δράση και αγώνες γιατί έτσι μπορούμε να πετύχουμε νίκες και να δυναμώνουμε την αυτοπεποίθηση της τάξης. Βρεθήκαμε να διαδηλώνουμε χιλιάδες κόσμος στο Σύνταγμα τη μέρα που ψήφισαν το νόμο ενάντια στις διαδηλώσεις, σωματεία, κόσμος του ΚΚΕ, του ΣΥΡΙΖΑ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όλης της αριστεράς. 

Ενότητα στη δράση, με συγκεκριμένους κάθε φορά στόχους, που δεν αποκλείει τις ηγεσίες των ρεφορμιστικών κομμάτων, αλλά τις τραβάει αναδεικνύοντας στα μάτια των εργατών τα όρια και τις ανεπάρκειές τους. Το “χτυπάμε μαζί-βαδίζουμε χώρια” ήταν μια επιλογή που την δεκαετία του '20 -και όχι μόνο- βοήθησε τα επαναστατικά κόμματα να μαζικοποιηθούν. Το ίδιο μπορεί να γίνει και σήμερα.