Ιστορία
100 χρόνια Τρίτη Διεθνής: “Σχολείο” της Επανάστασης

Τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1920, εκατοντάδες κομμουνιστές, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες αλλά και αναρχικοί και επαναστάτες συνδικαλιστές από 40 χώρες συναντήθηκαν στη Μόσχα. Το γεγονός που τους έφερνε εκεί ήταν το Δεύτερο Συνέδριο της Τρίτης Κομμουνιστικής Διεθνούς.

Η Κομιντέρν (όπως έμεινε γνωστή η Γ’ Διεθνής) ήταν πρωτοβουλία των Μπολσεβίκων, του κόμματος που είχε οδηγήσει τα εργατικά συμβούλια της Ρωσίας στην κατάληψη της εξουσίας τον Οκτώβρη του 1917, στην πρώτη νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος του κύρους της. Στόχος της ήταν η εξάπλωση της επανάστασης μέσα από τη δημιουργία δυνατών επαναστατικών κομμάτων παντού, ικανών να πρωταγωνιστήσουν σε αυτή τη διαδικασία στις χώρες τους.

Μόλις ένας χρόνος και κάτι είχε περάσει από την ιδρυτική της συνάντηση το Μάρτη του 1919 και η διαφορά ήταν ήδη εντυπωσιακή. Στο Πρώτο Συνέδριο συμμετείχαν μόλις 35 αντιπρόσωποι με δικαίωμα ψήφου για τις αποφάσεις και 18 με ψήφο συμβουλευτική. Πέρα από εκείνους των Μπολσεβίκων καθώς και έναν από το KPD -το ΚΚ Γερμανίας, οι υπόλοιποι δεν αντιπροσώπευαν παρά μικρές ομάδες και ρεύματα. Στο Δεύτερο Συνέδριο η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Παρόντες και παρούσες ήταν 217 αντιπρόσωποι από 67 οργανώσεις και κόμματα που συσπείρωναν εκατοντάδες χιλιάδες μέλη.

Αυτό που είχε μεσολαβήσει και «έσπρωχνε» ολοένα και μεγαλύτερες δυνάμεις στις γραμμές της ήταν το ντόμινο των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων που είχε δημιουργήσει η Ρώσικη Επανάσταση σε όλη την Ευρώπη. Στην Ιταλία, το κίνημα της «κόκκινης διετίας» που είχε ξεκινήσει το 1919 έπαιρνε, τις παραμονές του δεύτερου συνεδρίου της Κομιντέρν, φόρα για το μεγάλο κύμα εργοστασιακών καταλήψεων που θα ξεσπούσε τον Σεπτέμβρη.

Η χρεοκοπία της Β’ Διεθνούς σε συνδυασμό με τη γενικευμένη πια διάθεση «να το κάνουμε όπως οι Ρώσοι» (το σύνθημα των απεργιών στη Βιέννη το 1918) συμπαράσερνε στην Κομιντέρν κόμματα ασύγκριτα μεγαλύτερα από τα υπάρχοντα –ή νεοϊδρυθέντα- κομμουνιστικά. Για παράδειγμα στο Δεύτερο Συνέδριο δεν συμμετείχαν μόνο οι αντιπρόσωποι του KPD με τα 50.000 μέλη του, αλλά και του USPD, του Ανεξάρτητου Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας, της αριστερής διάσπασης του SPD με 800.000 μέλη. Ίδια εικόνα από χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία, η Νορβηγία. «Από μια άποψη», γράφει ο Ντάνκας Χάλας στο βιβλίο του “Κομιντέρν – Η Τρίτη Διεθνής”, «αυτό ήταν το πραγματικό ιδρυτικό συνέδριο της Διεθνούς».

Ωστόσο, πολλές από τις ηγεσίες των κομμάτων που τώρα χτυπούσαν την πόρτα της Κομιντέρν μόνο επαναστατικές δεν ήταν. Μπορεί η επαναστατική συγκυρία και η βάση τους που εμπνεόταν από τη Ρώσικη Επανάσταση να τις έφερναν εκεί, αλλά η προοπτική τους παρέμενε το κοινοβούλιο και οι εκλογές, η μεταρρύθμιση του καπιταλισμού και όχι η ανατροπή του. Κάποιες είχαν υποστηρίξει ακόμα και τον πόλεμο. «Η Κομμουνιστική Διεθνής, μέχρι ενός σημείου, έχει γίνει της μόδας», έγραφε ο Λένιν.

Ήταν μια πρόκληση για τους Μπολσεβίκους, που ήθελαν η Κομιντέρν να αποτελέσει το «γενικό επιτελείο» της παγκόσμιας επανάστασης και όχι ένα κακέκτυπο της Δεύτερης Διεθνούς με ετήσιες συγκεντρώσεις ρητόρων που ψήφιζαν αποφάσεις τις οποίες ο καθένας μπορούσε μετά να γράψει στα παλιά του τα παπούτσια. Θα μπορούσαν να κάνουν τα στραβά μάτια στο όνομα της «ενότητας». Ή απλά να καταγγείλουν τις υποκριτικές ή πουλημένες ηγεσίες. Και στις δυο περιπτώσεις όμως θα χάριζαν σ’ αυτές τις ηγεσίες εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες με γνήσιες επαναστατικές διαθέσεις αλλά που δεν μπορούσαν ακόμα να διακρίνουν τις διαφορές.

21 όροι

Επέλεξαν τον πιο δύσκολο αλλά συνεπή δρόμο. Μοίρασαν στους συνέδρους το βιβλίο του Τρότσκι «Τρομοκρατία και Κομμουνισμός», μια μαχητική υπεράσπιση της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού και της δικτατορίας του προλεταριάτου απέναντι στον κοινοβουλευτικό δρόμο του Κάουτσκι και άλλων ρεφορμιστών ηγετών. Αυτή ήταν η βάση της συζήτησης που ακολούθησε, κατάληξη της οποίας ήταν οι περίφημοι «21 όροι για την ένταξη στην Κομμουνιστική Διεθνή».

Σύμφωνα με τους όρους, τα κόμματα της Κομιντέρν έπρεπε να κάνουν επαναστατική δουλειά στο στρατό και στα συνδικάτα. Οι βουλευτές, δήμαρχοι, σύμβουλοι κλπ έπρεπε να υποτάσσονται πλήρως στις αποφάσεις των οργάνων του κόμματος. Δεν θα υπήρχε πλέον χώρος για «κοινοβουλευτικούς αστέρες» και τα παζάρια τους. Το ίδιο ίσχυε για τις εφημερίδες, τα περιοδικά, τους εκδοτικούς οίκους που μέχρι τότε στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα βρίσκονταν στον έλεγχο των γραφειοκρατών ή όσων είχαν την υλική υποδομή (δηλαδή το χρήμα), πνίγοντας τη φωνή και θέληση της βάσης. Επιπλέον, μέσα σε έξι μήνες, η ηγεσία τους έπρεπε να περάσει στα χέρια όσων είχαν παλέψει από την αρχή για ένταξη στην Κομιντέρν. Ενώ έπρεπε να διαγράψουν τους «σοσιαλπατριώτες», τη δεξιά τους πτέρυγα δηλαδή που είχε στηρίξει τον πόλεμο και επιδίωκε τη σταθεροποίηση του καπιταλισμού.

Η αντιπαράθεση ήταν για όλα τα θέματα σκληρή. Για παράδειγμα ένας από τους 21 όρους υποχρέωνε τα κόμματα-μέλη να υποστηρίξουν έμπρακτα, χωρίς δισταγμό και με όλες τους τις δυνάμεις κάθε αντι-αποικιακό κίνημα ή καταπιεσμένης μειονότητας μέχρι και του αποχωρισμού από το κράτος «του». Αντι-αποικιακές εξεγέρσεις ξεσπούσαν την ίδια περίοδο σε όλο τον κόσμο, στο Ιράκ, την Ιρλανδία, την Ινδία, την Αίγυπτο, τη Συρία, το Μαρόκο και μέσα στην ίδια τη ρωσική επικράτεια. Οι αντιδράσεις όσων αντιπροσωπειών επηρεάζονταν από το ρεφορμισμό ήταν μεγάλες –το ίδιο η προσπάθειά τους να «μετριάσουν» την απόφαση σε «απλή στήριξη».

Η συζήτηση αυτή επεκτάθηκε στους μετανάστες στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αυστραλία. Το συνέδριο κάλεσε σε «σθεναρή καμπάνια ενάντια στους αντι-μεταναστευτικούς νόμους, σε αγώνα για ίση αμοιβή στους μη λευκούς εργάτες και για οργάνωση των μεταναστών στα συνδικάτα».

Στόχος των 21 όρων ήταν να «σχηματίσουν ένα τόσο συμπαγές εμπόδιο, που οι οπορτουνιστές δεν θα ήταν σε θέση να το διασχίσουν», περιγράφει ο Αλφρέντ Ροσμέρ στο βιβλίο του «Η Μόσχα του Λένιν». Ήταν η πιο αποτελεσματική επιλογή που κέρδισε εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες στη συνέχεια. Στην Γερμανία τον Σεπτέμβρη το συνέδριο του USPD αποφάσισε την αποδοχή των 21 όρων. Η δεξιά πτέρυγα αποχώρησε και η πλειοψηφία προχώρησε στην ενοποίηση με το KPD. Προέκυψε ένα νέο κομμουνιστικό κόμμα με 400.000 μέλη. Παρόμοιες εξελίξεις, αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο επιτυχημένες, σημειώθηκαν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες.

Την ίδια στιγμή στο Συνέδριο συμμετείχαν κομμάτια αγωνιστών ξεκάθαρων ως προς την επαναστατική στρατηγική αλλά που δήλωναν «ορκισμένοι εχθροί» των πολιτικών κομμάτων. Η στάση των Μπολσεβίκων απέναντί τους ήταν συντροφική αλλά ανυποχώρητη. Από το βήμα ο Τρότσκι διακήρυττε ότι νιώθει πολύ πιο κοντά σε αναρχικούς ή επαναστάτες συνδικαλιστές με τους οποίους διαφωνεί για το ζήτημα της πολιτικής πάλης και του κόμματος αλλά θέλουν να ξεριζώσουν το κεφάλι των καπιταλιστών, παρά με τους ηγέτες της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας που είναι «ξεκάθαροι» για την αναγκαιότητα της πολιτικής πάλης ή ενός σοσιαλιστικού κόμματος, αλλά στήριζαν τον καπιταλισμό πιο μανιασμένα και από τους καπιταλιστές.

Αλλά δεν έκανε καμιά έκπτωση στο ζήτημα της ανάγκης του επαναστατικού κόμματος, επιμένοντας ότι η μαχητική δράση από τα κάτω και ο επαναστατικός συνδικαλισμός δεν αρκούν για να φτάσει η εργατική τάξη στη νίκη. Και σε αυτό το θέμα, μόνο να κερδίσουν είχαν οι Μπολσεβίκοι. Ο Ροσμέρ, που από το ρεύμα του αναρχοσυνδικαλισμού πέρασε στο Μπολσεβικισμό και έγινε ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Γαλλίας, δεν ήταν η μοναδική τέτοια περίπτωση.

Ανάλογη ήταν η αντιμετώπισή τους σε κομμάτια επαναστατών που σε όλα τα ζητήματα τακτικής η απάντησή τους βρισκόταν στην απόλυτη καθαρότητα. Έχοντας ως κεντρικό σύνθημα “κανένας συμβιβασμός από θέση αρχής”, αυτά τα κομμάτια υποστήριζαν ότι τα παλιά συνδικάτα ήταν “αντιδραστικά”, ο κοινοβουλευτισμός “ιστορικά ξεπερασμένος”. Οι κομμουνιστές, έλεγαν, έπρεπε να απορρίπτουν οποιαδήποτε συμμαχία ή συνεργασία με τους ρεφορμιστές από τους οποίους διαχωρίστηκαν, να απέχουν από τις εκλογικές διαδικασίες, να μη συμμετέχουν στα συνδικάτα.

Γι’ αυτές τις απόψεις έγραψε ο Λένιν το κλασσικό βιβλίο «Αριστερισμός, η παιδική αρρώστια του κομμουνισμού» -το δεύτερο βιβλίο που μοιράστηκε στους συνέδρους. Αφετηρία του ήταν ότι την επανάσταση δεν την κάνει η πρωτοπορία της εργατικής τάξης που είναι οργανωμένη στο επαναστατικό κόμμα, αλλά η πλειοψηφία των εργατών και των καταπιεσμένων. Το κρίσιμο λοιπόν ζήτημα ήταν πώς τα επαναστατικά κόμματα θα βοηθούσαν τα πλατιά κομμάτια της τάξης και των καταπιεσμένων να στραφούν στην επαναστατική προοπτική μέσα από τη δική τους πρακτική πολιτική πείρα.

Οι επαναστάτες, υποστήριζε, πρέπει να βρίσκονται και να παλεύουν εκεί που βρίσκονται οι μάζες όπως στα συνδικάτα. Να χρησιμοποιούν τις εκλογές και το βήμα του αστικού κοινοβουλίου για να επικοινωνούν μαζί τους μέχρι να είναι σε θέση να το διαλύσουν –μαζί με το αστικό κράτος. Να διατηρούν την απαραίτητη πολιτική ανεξαρτησία τους από τους ρεφορμιστές χωρίς όμως αυτή να γίνεται εμπόδιο στην κοινή δράση και τις αναγκαίες συνεργασίες. Αυτή ήταν η πείρα των Μπολσεβίκων και ο οδηγός του Λένιν. Ήταν μια συζήτηση που θα συνεχιζόταν στο Τρίτο και Τέταρτο Συνέδριο με κέντρο την τακτική του Ενιαίου Μετώπου.

Η Κομιντέρν αποτέλεσε «σχολείο» στρατηγικής και τακτικής για μια ολόκληρη γενιά επαναστατών στις αρχές του προηγούμενου αιώνα με το Δεύτερο Συνέδριο να κατέχει ξεχωριστή θέση σε αυτή την πορεία. Την ίδια αξία έχουν οι συζητήσεις και οι αποφάσεις του μέχρι σήμερα, εκατό χρόνια μετά.