Ιστορία
Τι ήταν η “Συνθήκη των Σεβρών”

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε βρεθεί στο στρατόπεδο των ηττημένων του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Συνθηκολόγησε τον Οκτώβρη του 1918. Κι από τότε ξεκίνησε ένα μακρύ παζάρι των νικητών για να μοιράσουν τα λάφυρα της νίκης τους. Τον Απρίλη του 1919 ιταλικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην περιοχή της Αττάλειας. Τον επόμενο μήνα ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόιντ Τζορτζ εξασφάλισε από τους «συμμάχους» την άδεια για να αποβιβαστεί ελληνικός στρατός στη Σμύρνη. 

Τον Δεκέμβρη του 1919 ξεκίνησε και επίσημα το παζάρι, που τα βασικά του σημεία είχαν καταλήξει μέχρι την άνοιξη του 1920. Έτσι στις 10 Αυγούστου (με το νέο ημερολόγιο) υπογράφτηκε η «Συνθήκη Ειρήνης» που έμεινε στην ιστορία ως Συνθήκη των Σεβρών. Οι διπλωμάτες του Σουλτάνου που έδρευε ακόμα στην Κωνσταντινούπολη κλήθηκαν απλά να βάλουν την υπογραφή τους. 

Ήταν μια συνθήκη λεηλασίας. Το σημερινό Ιράκ, η Συρία (με το Λίβανο) και η Παλαιστίνη έγιναν προτεκτοράτα της Κοινωνίας των Εθνών που έδωσε «εντολή» στη Βρετανία και την Γαλλία να τις διοικούν. Δηλαδή οι αποικιοκράτες έδωσαν «εντολή» στον εαυτό τους. Αυτή ήταν μια σχετικά εύκολη μοιρασιά, ξεκινημένη από τη μυστική συμφωνία Σάικς-Πικό του 1916 και επισημοποιημένη στη Συνθήκη του Σαν Ρέμο τον Απρίλη του 1920. 

Όμως, το ζήτημα που παρέμενε ήταν τι θα γινόταν με το υπόλοιπο κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτό που θα ονομαζόταν Τουρκία. Η γαλλική κυβέρνηση ενδιαφερόταν πρώτα απ’ όλα για τη διασφάλιση της αποπληρωμής του οθωμανικού χρέους στις γαλλικές τράπεζες. Προπολεμικά αυτές κατείχαν περισσότερο από το 60% των ομολόγων αυτού του χρέους. Οι Άγγλοι διαπραγματευτές δεν μπορούσαν να μην διακρίνουν ότι οι προτάσεις των Γάλλων συμμάχων οδηγούσαν σε ένα τουρκικό κράτος ελεγχόμενο πολιτικά και οικονομικά από αυτούς.  

Αντίθετα, αυτό που διεκδικούσε η Αγγλία με το πανίσχυρο ναυτικό της ήταν η «ελευθερία της ναυσιπλοΐας» στα Στενά των Δαρδανελίων. Εξασφάλισε ότι η περιοχή θα ανακηρυσσόταν «διεθνής ζώνη» υπό τη διοίκηση μιας επιτροπής. Με μια μυστική «τριμερή συμφωνία», Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία μοίρασαν την Τουρκία σε σφαίρες επιρροής για να την βοηθήσουν υποτίθεται να αναπτύξει τις πλουτοπαραγωγικές δυνάμεις της! 

Η Βρετανία έβαλε στη συμφωνία την πρόβλεψη για δημιουργία ενός κουρδικού κράτους που θα ήταν προέκταση του «προτεκτοράτου» της στο Ιράκ. Ένα αρμενικό κράτος θα εμφανιζόταν στα σύνορα με την Σοβιετική Ρωσία. Αλλά αυτές οι προβλέψεις ήταν για τα μάτια του κόσμου, και αργότερα οι Μεγάλες Δυνάμεις θα τις «ξεχνούσαν» τόσο κυνικά όσο τις «θυμήθηκαν». 

Όταν τέλειωσε το παζάρι, αυτό που προέκυψε ήταν η μετατροπή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας σε προτεκτοράτο: Η κεντρική τράπεζα, το νόμισμα, τα τελωνεία του οθωμανικού κράτους περνούσαν στον έλεγχο των ...μεγάλων δυνάμεων! Το κράτος αυτό θα μπορούσε να διατηρεί μια συμβολική στρατιωτική δύναμη 50.000 ανδρών και λιγοστών ελαφρών σκαφών για ναυτικό -απαγορευόταν ρητά να συγκροτήσει αεροπορία.

Βενιζέλος

Η ελληνική άρχουσα τάξη έσπευσε και αυτή στο τραπέζι της μοιρασιάς. Ο Βενιζέλος γύρισε θριαμβευτικά από το Παρίσι, προβάλλοντας τα κέρδη του. Στο χάρτη αυτά τα κέρδη φαίνονταν ιδιαίτερα εντυπωσιακά: η «Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» όπως λεγόταν τότε.

Το πρώτο λάφυρο ήταν η ανατολική Θράκη, (η Βουλγαρία παραιτήθηκε από κάθε διεκδίκηση από την δυτική Θράκη) και νησιά όπως η Ίμβρος-Τένεδος. Το μεγαλύτερο έπαθλο ήταν η ζώνη της Σμύρνης. Ο ελληνικός στρατός την κατείχε από τον Μάη του 1919 μετά από αίτημα των Αγγλογάλλων. Στο χρόνο που μεσολάβησε οι «αντι-αντάρτικες» επιχειρήσεις ενάντια στο κίνημα του Κεμάλ Ατατούρκ σήμαιναν ακόμα μεγαλύτερη προώθηση των ελληνικών μονάδων. Οι Εγγλέζοι ιμπεριαλιστές θέλανε μια «ασπίδα» γύρω από τα Δαρδανέλια και ο ελληνικός στρατός την πρόσφερε. 

Η περιοχή της Σμύρνης έμενε μόνο τυπικά κάτω από την επικυριαρχία του Σουλτάνου, αλλά θα την διοικούσε Έλληνας Αρμοστής. Σε πέντε χρόνια θα μπορούσε να γίνει δημοψήφισμα που θα αποφάσιζε αν θα ενωνόταν με την Ελλάδα. Υποτίθεται ότι αυτό ήταν δικαίωση των «προαιώνιων πόθων» για απελευθέρωση της «γης της Ιωνίας» που «ήταν ελληνική από αρχαιοτάτων χρόνων». Στην πραγματικότητα, η Σμύρνη ήταν μια πολύχρωμη, πολυεθνική πόλη. Ακόμα και στα παράλια το ελληνικό στοιχείο ήταν απλά μια σημαντική μειοψηφία, όχι πάνω από 40%. Στην ενδοχώρα οι συσχετισμοί γίνονταν ακόμα πιο συντριπτικοί. 

Δεν ήταν, όμως, η βοήθεια στους «αδελφούς» της Μικράς Ασίας (που όντως είχαν πέσει θύματα διωγμών το 1914-15) που έσπρωχνε την ελληνική διπλωματία να ζητάει την Σμύρνη. Ήταν τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου. Η Επανάσταση του 1917 στη Ρωσία είχε στερήσει στους Έλληνες εμπόρους και τραπεζίτες επικερδείς δραστηριότητες στην Ουκρανία και τη Μαύρη Θάλασσα. Θέλανε να ρεφάρουν διασφαλίζοντας την παρουσία τους στην Μικρά Ασία. Οι Έλληνες καπιταλιστές πριν τον Α΄ΠΠ κυριαρχούσαν στο εισαγωγικό και το εξαγωγικό εμπόριο. Το 1914 το 46% από τους τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Έλληνες. Την ίδια χρονιά από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες της Αυτοκρατορίας το 49% ανήκε σε Έλληνες.

Αποτυχία

Για να εφαρμοστεί η Συνθήκη χρειάζονταν δυο πράγματα. Η δυνατότητα του ελληνικού κράτους να επιβάλλει τη θέληση των «συμμάχων». Επίσης, να ηττηθεί το κίνημα του Κεμάλ Ατατούρκ. Η αποτυχία ήρθε και στα δυο. 

Ο Λόιντ Τζορτζ, ο Βρετανός πρωθυπουργός, θεωρούσε ότι τα «δώρα» της Συνθήκης θα εξασφάλιζαν τη δημοτικότητα του Βενιζέλου και κατ’ επέκταση της εκστρατείας στη Μικρά Ασία. Όταν όμως έγιναν εκλογές τον Νοέμβρη του 1920 ο Βενιζέλος μαυρίστηκε. Εκατοντάδες χιλιάδες αγρότες και εργάτες σιχαίνονταν τον πόλεμο που με διαλείμματα κρατούσε από το 1912 και είχε κοστίσει θάνατο, φτώχεια, πείνα και ένοπλες επεμβάσεις των Συμμάχων. 

Τον Αύγουστο του 1920 το νεαρό ΣΕΚΕ (Κ) έβγαλε μια διακήρυξη για την Συμφωνία των Σεβρών που δεν φοβήθηκε να πει ποιος κέρδιζε και ποιος έχανε από αυτήν. Η θαρραλέα διεθνιστική γλώσσα της είναι μια πολύτιμη κληρονομιά για τη σημερινή Αριστερά:

«Η ειρήνη την οποία πανηγυρίζουν είναι εκείνη που καθιερώνει την ιδικήν μας δυστυχία και την ιδικήν των κυριαρχίαν. Είναι ειρήνη μεταξύ των αστικών τάξεων των κυρίων μας, εναντίον των εργαζομένων τάξεων των δούλων. Η πατρίς, της οποίας ιδιοποιούνται το όνομα, η πατρίς των, για την οποία μας έστειλαν να πολεμήσουμε, δεν είναι παρά η γεωγραφική εκείνη έκτασις επί της οποίας απλώνεται η εκμεταλλευσίς των. Το μεγάλωμά της δια το οποίον πανηγυρίζουν είναι η επέκτασις των ορίων της εκμεταλλεύσεώς των, και της προσοδοφόρου τοποθετήσεως των κεφαλαίων των...»

Με αυτές τις ιδέες τα μέλη του ΣΕΚΕ (Κ) ρίχτηκαν στις απεργίες που ξεσπούσαν και στο αντιπολεμικό κίνημα, τόσο στα μετόπισθεν όσο και στο μέτωπο. Και δεν απομονώθηκαν, αντίθετα η φωνή τους ακουγόταν πιο δυνατά. 

Γιατί οι θυσίες στο μέτωπο συνεχίζονταν -μαζί με τη βαρβαρότητα της “συμμαχικής” κατοχής που έφτανε εκατοντάδες χιλιόμετρα στο εσωτερικό της Τουρκίας. Οι Έλληνες στρατηγοί προσπάθησαν να συντρίψουν το στρατό του Κεμάλ σε μια σειρά «μεθοδικές μάχες» (γαλλική ορολογία) αλλά απέτυχαν. Την ίδια αποτυχία συνάντησε και η εκστρατεία στον Σαγγάριο την επόμενη χρονιά. 

Στην πραγματικότητα, η Συνθήκη των Σεβρών δυνάμωσε το κίνημα που δεν ήθελε η Τουρκία να γίνει αποικία. Ο Κεμάλ Ατατούρκ επέβαλε την ηγεσία του σ’ αυτό το κίνημα. Δεν ήταν ούτε δημοκράτης ούτε -πολύ περισσότερο- αριστερός. Ήθελε να φτιάξει ένα σύγχρονο αστικό κράτος στη θέση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για να το καταφέρει αυτό, έπρεπε να ξεσηκώσει τους αγρότες και να στηριχτεί, για όπλα και τεχνική υποστήριξη, στην Σοβιετική Ρωσία. Αυτό κι έκανε. 

Με το αντιμπεριαλιστικό κίνημα στην Τουρκία να μην λέει να παραδοθεί στα «τετελεσμένα» των Συνθηκών, και με την ελληνική άρχουσα τάξη και το στρατό της ανίκανους να επιβάλλουν τις θελήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, η Συνθήκη των Σεβρών έμεινε στο χαρτί. Καλά-καλά δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι της, πριν η κάθε χώρα αρχίσει να υπονομεύει την ανταγωνίστριά της. Οι Αρμένιοι, οι Κούρδοι, οι Πόντιοι πλήρωσαν ακριβά  τα παιχνίδια των Μεγάλων Δυνάμεων, με ποτάμια αίματος. Το 1922 θα ερχόταν και η σειρά των χριστιανικών πληθυσμών στα παράλια της Μικράς Ασίας. Η Μικρασιατική Καταστροφή, η μαζική προσφυγιά ήταν καρπός της Συνθήκης των Σεβρών.

Εκατό χρόνια μετά δεν θα αφήσουμε τις νέες «μεγάλες ιδέες» και φιλοδοξίες της άρχουσας τάξης για τις ΑΟΖ και το φυσικό αέριο να γίνουν ξανά αιτία θυσιών στο βωμό των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο.