Ιστορία
1945 - Το τέλος του Μουσολίνι

Στις 29 Απρίλη του 1945 το συγκεντρωμένο πλήθος στην Πιατσάλε Λορέτο του Μιλάνο πανηγύριζε. Από ένα δοκάρι πάνω από ένα κοντινό βενζινάδικο κρεμόταν ανάποδα το πτώμα του Μουσολίνι, της Κλάρας Πετάτσι και άλλων πρωτοκλασάτων φασιστών.  

Τα πτώματα κρεμάστηκαν από κει και για να είναι ορατά από μεγαλύτερη απόσταση αλλά και για να αποτρέψουν τις εκδηλώσεις οργής των συγκεντρωμένων. Οι παρτιζάνοι που εκτελούσαν χρέη φρουράς μόλις και κατάφεραν να εμποδίσουν μια ομάδα γυναικών από τις εργατογειτονιές του Μιλάνο να βάλουν ένα ψόφιο ποντίκι στο στόμα του Μουσολίνι και ένα ξεροκόμματο μαύρο ψωμί στο χέρι του. Αυτά ήταν τα «σύμβολα» της πείνας που είχε σαρώσει τις εργατογειτονιές στη διάρκεια του πολέμου. 

Και βέβαια η ίδια η Πιατσάλε Λορέτο δεν επιλέχθηκε τυχαία. Δεν ήταν η κεντρική πλατεία του Μιλάνο. Όμως εκεί, στις 10 Αυγούστου του 1944 οι φασίστες πέταξαν τα πτώματα 15 αγωνιστών της Αντίστασης που είχαν πρώτα βασανίσει και μετά εκτελέσει με εντολή του διοικητή των SS της πόλης. 

Συνήθως, στα περισσότερα βιβλία της ιστορίας, η αντίστροφη μέτρηση για τον Μουσολίνι ξεκινάει στις 25 Ιούλη του 1943. Εκείνη η μέρα ξεκίνησε με την καθαίρεσή του από το Ανώτατο Φασιστικό Συμβούλιο και τέλειωσε με την σύλληψή του από τους καραμπινιέρους του βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Β’. 

Ο βασιλιάς δεν έγινε αντιφασίστας μετά από 21 χρόνια συνύπαρξης και συνεργασίας με τη φασιστική δικτατορία του Μουσολίνι. Ούτε ο πρώην στρατάρχης Μπαντόλιο που διόρισε πρωθυπουργό. Ο πόλεμος χανόταν, οι Σύμμαχοι είχαν αποβιβαστεί στην Σικελία και η μοναρχία μαζί με την άρχουσα τάξη ήθελαν να σώσουν την εξουσία τους. Σαράντα πέντε μέρες μετά, στις 8 Σεπτέμβρη, ο Μπαντόλιο ανακοίνωσε την «ανακωχή» με τους Συμμάχους. 

Τα γερμανικά στρατεύματα κινήθηκαν αμέσως. Κατέλαβαν τη βόρεια και κεντρική Ιταλία και εγκατέστησαν τον Μουσολίνι σαν την κεφαλή της λεγόμενης «Ιταλικής Κοινωνικής Δημοκρατίας». Ήταν γνωστή και σαν «Δημοκρατία του Σαλό» από την κωμόπολη που είχε αρχικά ως έδρα. Μέχρι τον Απρίλη του ’45 οι συμμορίες των φασιστών σκορπούσαν τον τρόμο σε όλη τη βόρειο Ιταλία. 

Όμως, η αντίστροφη μέτρηση για το Μουσολίνι και τους φασίστες είχε ξεκινήσει νωρίτερα. Τον Μάρτη του 1943 ένα μαζικό απεργιακό κίνημα άρχισε να απλώνεται από κάποια εργοστάσια του Τορίνο σε όλη την πόλη και μετά να μεταδίδεται μέχρι το Μιλάνο και την Γένοβα. Η σπίθα που πυροδότησε την απεργία ήταν ένα οικονομικό αίτημα. Οι συμμαχικοί βομβαρδισμοί είχαν ξεσπιτώσει χιλιάδες εργατικές οικογένειες και το καθεστώς τους έδωσε ένα μικρό επίδομα. Η απεργία ξεκίνησε με το αίτημα το επίδομα να το πάρουν όλοι και όλες. 

Σύντομα το αίτημα γενικεύτηκε σε μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς και ενάντια στις άθλιες συνθήκες δουλειάς. Και συνδέθηκε με το μίσος για τον πόλεμο. Όπως έγραφε μια αφίσα έξω από ένα εργοστάσιο: «Κάτω το 12ωρο και ο καταραμένος πόλεμος!».

Οι απεργίες του Μάρτη 1943 ήταν ένα καταλυτικό γεγονός. Η άρχουσα τάξη και η μοναρχία είχαν δώσει το 1922 την εξουσία στο φασιστικό κίνημα του Μουσολίνι για να τσακίσει μια και καλή τη συλλογική οργάνωση της εργατικής τάξης. Πλήρωναν πρόθυμα «προστασία» στους φασίστες για να τους εξασφαλίσουν την «κοινωνική ειρήνη». Είκοσι χρόνια μετά αυτή η «ειρήνη» γινόταν κομμάτια. 

Και δεν ήταν «στιγμιαίο» ξέσπασμα. Τον Δεκέμβρη του 1943 ένα νέο απεργιακό κύμα αγκάλιασε το Τορίνο και το Μιλάνο. Σε ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα και καλύτερα οργανωμένο ξέσπασε ένα τρίτο, τον Μάρτη του 1944. Εκατοντάδες χιλιάδες εργάτριες και εργάτες απέργησαν στο Βορρά. Απαιτούσαν αυξήσεις, καλύτερο εφοδιασμό σε τρόφιμα, σταμάτημα των συλλήψεων συναδέλφων και της αναγκαστικής αποστολής χιλιάδων άλλων σε εργοστάσια της Γερμανίας. Απέναντί τους δεν είχαν μόνο τα Ες-Ες και τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση, αλλά και τους φασίστες της «Κοινωνικής Δημοκρατίας» του Μουσολίνι και τους βιομήχανους. Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση είχε αναρτήσει στα εργοστάσια πίνακες με «ύποπτους» που θα απολύονταν ή και θα στέλνονταν στη Γερμανία με την πρώτη «αταξία». Οι βιομήχανοι, οι διευθυντές και οι σπιούνοι τούς είχαν προμηθεύσει τα ονόματα.

Ριζοσπαστικοποίηση

Η εργατική τάξη έμπαινε σε κίνηση και έκφραζε όλη τη δυσαρέσκεια και οργή για τον πόλεμο, τα φασιστικά εγκλήματα και το ταξικό χάσμα που μεγάλωνε. Αυτή η διαδικασία τροφοδοτούσε την οργανωμένη Αντίσταση με νέες γενιές ριζοσπαστικοποιημένων αγωνιστών και αγωνιστριών. 

Το δίκτυο των Επιτροπών Εθνικής Απελευθέρωσης γιγαντωνόταν στις πόλεις και την ύπαιθρο. Μαζί του γιγαντωνόταν και το αντάρτικο. Οι παρτιζάνικες ταξιαρχίες έφταναν τις 80 χιλιάδες μαχητές και μαχήτριες το καλοκαίρι του 1944. Τον Απρίλη του 1945 ήταν περισσότεροι από 150 χιλιάδες. Και είχαν πληρώσει βαρύ φόρο αίματος. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 45 χιλιάδες παρτιζάνοι και αντιστασιακοί έχασαν τη ζωή τους σε μάχες ή δολοφονήθηκαν από τους φασίστες του Σαλό ή τους γερμανούς ναζί. 

Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI) έγινε ένα μαζικό κόμμα με την πιο οργανωμένη παρουσία στα εργοστάσια και στους εργάτες γης της κεντρικής Ιταλίας. Πολιτικά, η στρατηγική του ήταν ίδια με αυτή του ΚΚΕ στην Ελλάδα. Η νέα Ιταλία δεν θα ήταν των εργατών, αλλά της «προοδευτικής δημοκρατίας», αγκαλιά με τους αστούς και το κόμμα τους, τους χριστιανοδημοκράτες. 

Αυτή η στρατηγική σήμαινε ότι τη στιγμή της Απελευθέρωσης, η Αντίσταση στο Βορρά ήταν δεμένη χειροπόδαρα από το «δικό της» Λίβανο και Καζέρτα. Συγκεκριμένα με τα «πρωτόκολλα της Ρώμης» τον Δεκέμβρη του 1944. Η ηγεσία της CLNAI, (Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης Άνω Ιταλίας) χρειαζόταν απελπισμένα όπλα και χρήματα. Η κυβέρνηση Μπαντόλιο και οι σύμμαχοι, δέχτηκαν να την αναγνωρίσουν ως «προσωρινή αρχή» στη βόρειο Ιταλία, αλλά με όρους: όταν θα ερχόταν η Απελευθέρωση, η εξουσία θα παραδιδόταν ομαλά στην κεντρική κυβέρνηση και οι αντάρτες θα παρέδιδαν τα όπλα.

Πράγματι η στιγμή της Απελευθέρωσης ήρθε στο τελευταίο δεκαήμερο του Απρίλη. Κι ήταν έργο της Αντίστασης, των εργατών, εργατριών και των παρτιζάνων. Τα αμερικανοβρετανικά στρατεύματα έμπαιναν σε απελευθερωμένες πόλεις. Σε πολλά εργοστάσια οι εργάτες αποφάσιζαν ότι είχε έρθει η ώρα να κλείσουν οι λογαριασμοί: διευθυντές και εργοδηγοί πετάγονταν έξω –οι τελευταίοι με τη κατηγορία ότι έδειχναν δουλικότητα στους καπιταλιστές.

Στο Τορίνο η απελευθέρωση ξεκίνησε με την γενική απεργία που ξέσπασε στις 20 Απρίλη. Οι εργάτες της FIAT Μιραφιόρι κατέλαβαν το εργοστάσιο και οχυρώθηκαν σε αυτό. Το ίδιο έγινε και σε άλλα εργοστάσια. Οι μάχες ξεκίνησαν από τις 25 Απρίλη και κράτησαν δυο μέρες, μέχρι που έφτασαν οι ενισχύσεις, οι ταξιαρχίες των παρτιζάνων από το βουνό. Στην Γένοβα οι μάχες στο κέντρο και το λιμάνι τέλειωσαν με την παράδοση χιλιάδων Γερμανών στρατιωτών. Στο Μιλάνο η απεργία και οι μάχες  είχαν νικήσει το απόγευμα της 26 Απρίλη. 

Η παράδοση της εξουσίας στην κεντρική κυβέρνηση και τους Συμμάχους γινόταν παντού «ομαλά». Αυτό δεν σήμαινε ότι γινόταν και πρόθυμα. Το ΚΚ έπρεπε να χρησιμοποιήσει όλο το κύρος του για να πείσει ότι η συνέχεια θα έρθει από τους «θεσμούς». Ένα καυτό ζήτημα που έμπαινε ήταν η μοίρα των φασιστών και των συνεργατών τους. 

Ένα επεισόδιο είναι χαρακτηριστικό. Ο Βαλέτα, ο γενικός διευθυντής της FIAT ήταν ο άνθρωπος που υπηρετούσε τους φασίστες και ταυτόχρονα είχε ανοίξει επαφές και με τους Συμμάχους και με την Αντίσταση, όπως το αφεντικό του ο Ανιέλι. Οι ένοπλοι εργάτες στη FIAT Μιραφιόρι τον πήραν από το γραφείο του για να τον εκτελέσουν, αλλά η ηγεσία τους σταμάτησε.

Ο κόσμος της Αντίστασης αξιοποίησε τις λίγες μέρες που είχε στη διάθεσή του τον Απρίλη και Μάη του 1945 για την «άγρια εκκαθάριση» των φασιστών. 

Ο Μουσολίνι είχε πάει στο Μιλάνο στις 18 Απρίλη για να προετοιμάσει ή το φευγιό του ή την παράδοσή του στους Συμμάχους. Ο καρδινάλιος Σούστερ της Καθολικής Εκκλησίας ήταν ο μεσολαβητής με τους δεύτερους. Τελικά ο Μουσολίνι έφυγε τρομοκρατημένος από το Μιλάνο ενώ ξεκινούσε η εξέγερση. Κρύφτηκε σε ένα γερμανικό κομβόι αυτοκινήτων και οι παρτιζάνοι τον ανακάλυψαν στις 27 Απρίλη. Τον εκτελέσανε την επόμενη μέρα το απόγευμα. 

Θα έπαιρνε πολύ καιρό στην κυβέρνηση και την άρχουσα τάξη να επιβάλλει τον έλεγχό της. Ένα προϊόν αυτής της διαδικασίας ήταν ότι ακόμα και τη δεκαετία του ’60 οι περισσότεροι νομάρχες, αρχιδικαστές και αρχιμπάτσοι είχαν στο βιογραφικό τους την πιστή υπηρεσία στη διάρκεια του φασιστικού καθεστώτος. Η εκτέλεση του Μουσολίνι έμεινε σαν υπενθύμιση της δύναμης του κινήματος και του δρόμου που θα μπορούσε να βαδίσει αν είχε μια διαφορετική στρατηγική.