Ιστορία
80 χρόνια από το ΟΧΙ: Αντίσταση - ο αληθινός αντιφασιστικός πόλεμος

Η εργατική αντίσταση στη φασιστική κατοχή ξεκίνησε με την απεργία των εργαζόμενων της ΤΤΤ (14 Απρίλη 1942) και κορυφώθηκε με την απεργία ενάντια στην επιστράτευση το Μάρτη του 1943

 

Συνήθως ο πόλεμος που ξεκίνησε με την εισβολή του στρατού του Μουσολίνι στην Ελλάδα παρουσιάζεται σαν μια ατέλειωτη σειρά ηρωισμών και αυτοθυσίας που έφεραν τη νίκη στα ελληνικά όπλα. Η «εθνική ενότητα» είναι το μήνυμα που έρχεται με διάφορους τρόπους αλλά επίμονα. Αυτή η εικόνα είναι ψεύτικη. 

Η αλήθεια είναι ότι ο πόλεμος ξεκίνησε πράγματι σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα «με το χαμόγελο στα χείλη» που λέει και το γνωστό τραγούδι. Όμως, η πραγματικότητα του πολέμου και της Κατοχής που τον ακολούθησε, γκρέμισε αυτή την επίπλαστη εθνική ενότητα. Είναι μύθος ότι οι «Ιταλοί έτρεχαν σαν λαγοί» μπροστά στις ελληνικές ξιφολόγχες και την ιαχή «αέρα». Οι μάχες ήταν σκληρότατες σε μεγάλα υψόμετρα μέσα στην καρδιά του χειμώνα όπου τα κρυοπαγήματα, οι ψείρες και η πείνα ήταν στην ημερήσια διάταξη. Όχι για όλους βέβαια, οι ανώτεροι αξιωματικοί έκαναν πόλεμο από άνετα αρχηγεία και τα παιδιά των αστών πάντα είχαν τις «άκρες» για μια ασφαλή μετάθεση στα μετόπισθεν. 

Μια μαρτυρία από τον Νοέμβρη του 1940 από ένα έμπεδο επιστρατευμένων περιγράφει: «Ένα περίεργο πράμα. Κανείς απ’ όλους τους “Έμπεδους” δεν θέλει να φύγη για το Μέτωπο. Όλοι θα ‘τανε ευτυχείς, αν τους κρατούσανε εδώ. Πού είναι, λοιπόν, τα φανταχτερά λόγια ‘οι φαντάροι μας αδημονούν να μεταβούν εις την πρώτην γραμμήν’;». Εντωμεταξύ στα μετόπισθεν η “καλή κοινωνία” έκανε πατριωτικούς εράνους ενώ ζούσε μέσα στην πολυτέλεια. Για τους «από κάτω» τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά: 

«Οι κυρίες της Κηφισιάς έχουν οργανώσει, και για τις οικογένειες των επιστρατευμένων, συσσίτια. Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο, φτιάχνουν ένα φαΐ. Μια έγκυος μου παραπονιέται πως λιποθυμάει συχνά από την πείνα. Ο άνδρας της είναι εργάτης άνεργος και ανάπηρος. Όμως, οι ‘φιλάνθρωπες’ κυρίες τη διώχνουν, κάθε που πάει να ζητήσει συσσίτιο, γιατί ο ‘κανονισμός δεν προβλέπει τας οικογενείας των μη επιστρατευμένων’». Συσσίτια, λιποθυμίες από την πείνα σε εργατικές οικογένειες; Δεν είναι (ακόμα) η Αθήνα του λιμού τον χειμώνα του ‘41-‘42, είναι η Αθήνα του «ένδοξου πολέμου».  

Οι φαντάροι, με τις τρομακτικές εμπειρίες του μετώπου χαραγμένες στο μυαλό και τα κορμιά τους, γύρισαν σε πόλεις και χωριά που ζούσαν τα χτυπήματα της πείνας, του θανάτου και της φασιστικής καταπίεσης. Ολόκληρη η άρχουσα τάξη βρέθηκε στην απέναντι πλευρά. Συνεργάζονταν είτε με τους ναζί, είτε με τους Εγγλέζους συμμάχους -συχνά και με τους δυο- ενώ κερδοσκοπούσε ασύστολα στην «κανονική» και στη «μαύρη» αγορά. 

Παράλληλα, η «συνέχεια του κράτους» είχε θρυμματιστεί. Οι στρατηγοί που τον Δεκέμβρη ονειρεύονταν την προσάρτηση της Νότιας Αλβανίας και τον Απρίλη έτρεξαν να υπογράψουν τη συνθηκολόγηση και να υποδεχτούν τον ναζιστικό στρατό, σχημάτισαν την πρώτη δωσιλογική κυβέρνηση με επικεφαλής τον στρατηγό Τσολάκογλου. H «επίσημη» κυβέρνηση, δηλαδή η συνέχεια της 4ης Αυγούστου, η βασιλική οικογένεια μαζί με όλο το σκυλολόι των παρατρεχάμενων και το χρυσό της Τράπεζας της Ελλάδας πήγαν στην Αίγυπτο υπό την προστασία των Άγγλων. 

Ο πόλεμος και η Κατοχή γέννησαν την Αντίσταση. Και η αντιφασιστική Αντίσταση γέννησε την επανάσταση στην Ελλάδα. Το εργατικό κίνημα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη και τη ριζοσπαστικοποίησή της με τη συλλογική δράση, ενάντια στην πείνα και τους φασίστες.

Απεργίες

Είναι γνωστή η ίδρυση του ΕΑΜ τον Σεπτέμβρη του 1941. Λιγότερη γνωστό είναι ότι δυο μήνες πριν, τον Ιούλη, είχε ιδρυθεί το Εργατικό ΕΑΜ που έπαιξε το ρόλο του συντονισμού των συνδικάτων και των μαχητικών εργατών εργατριών σε κάθε χώρο. Η πρώτη μεγάλη μάχη ήρθε την άνοιξη του 1942. 

Στις 14 Απρίλη ένας ταχυδρομικός λιποθυμάει από την πείνα στο Κεντρικό Ταχυδρομείο στην Αθήνα. Και όπως περιγράφει το σχετικό χρονικό, το απόγευμα, όταν το νέο έκανε το γύρο όλων των βαρδιών: “Κάποιος φωνάζει στο προαύλιο: ´Τι καθόμαστε παιδιά! Θα πεθάνουμε στα πόδια μας!'. Και μια δεύτερη φωνή απαντάει: 'Απεργία!' 'Ζήτω η Απεργία!' ξεσπάει το συγκεντρωμένο στο προαύλιο πλήθος και μ' ενθουσιασμό πλημμυρίζει τους δρόμους αψηφώντας τους κινδύνους.”

Απεργία, λοιπόν, σε ένα νευραλγικό τομέα σε καιρό πολέμου, όπως ήταν τα ΤΤΤ, Ταχυδρομεία-Τηλέγραφοι-Τηλέφωνα. Η απεργία απλώθηκε σε όλους τους δημόσιους υπάλληλους. Οι απεργοί συγκρότησαν μια Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή και παρά τις πιέσεις και τους κινδύνους κράτησαν για μέρες. Στο τέλος νίκησαν.

Τον Σεπτέμβρη του 1942 το Εργατικό ΕΑΜ οργάνωσε ένα ακόμα κύμα απεργιών που απλώθηκε σε πολλούς κλάδους. Συμμετείχαν οι “τριατατικοί”, οι τραπεζικοί, οι εργάτες της Ουλεν (ύδρευση), του Ηλεκτρικού Εργοστασίου, του ΦΙΞ, τα Λιπάσματα στην Δραπετσώνα, οι λιγνιτωρύχοι της Καλογρέζας, πολλοί υφαντουργοί, λιμενεργάτες και σιδηροδρομικοί. Το σύνθημα ήταν: “Όχι άλλος χειμώνας σαν του 1941-42” τότε που στις εργατογειτονιές θέριζε ο θάνατος από την πείνα και τις αρρώστιες.

Τα αιτήματα αυτών και άλλων απεργιών ή κινητοποιήσεων που θα ακολουθούσαν, ήταν αυξήσεις στους μισθούς και επειδή το χρήμα δεν είχε αξία, συσσίτια και εφοδιασμός με είδη πρώτης ανάγκης. Η οργάνωση που εξασφάλιζε ότι αυτά τα αγαθά θα πήγαιναν πράγματι στους εργάτες και τις οικογένειές τους ήταν οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, που στην ουσία επέβαλαν τον εργατικό έλεγχο στη διάθεση των τροφίμων.

Οι απεργίες δεν προκάλεσαν μόνο τη λύσσα των συνεργατών των ναζί και των αρχών Κατοχής αλλά χτύπησαν και συναγερμό στην καρδιά της αστικής τάξης. Τον Σεπτέμβρη του 1942 ο διοικητής της Εθνικής Τράπεζας Κ. Ζαβιτσιάνος έλεγε στο ΔΣ της τράπεζας: 

«Και ενώ παντού βαδίζει ο κόσμος εις κατάργησιν της απεργίας, ενώ θεσπίζονται νόμοι τιμωρούντες τας απεργίας και με την ποινήν του θανάτου ακόμη, εδώ, οι υπάλληλοι της Τραπέζης θεωρούν δικαίωμα ανεξέλεγκτον την απεργίαν, άνευ μάλιστα αιτίας και αφορμής. Δύναται να κηρύξουν απεργίαν όχι διά μίαν μέραν, όχι διά μίαν εβδομάδα, αλλά δι’ εν έτος. Και κατά την αντίληψην των απεργών η Τράπεζα ουδέν δικαίωμα έχει να προασπίση εαυτήν και τα γενικώτερα συμφέροντα τα οποία εξυπηρετεί».

Τον Μάρτη του 1943 ήρθε μια αποφασιστική καμπή, η γενική απεργία που ακύρωσε την «πολιτική επιστράτευση» και οδήγησε σε παραίτηση τη δεύτερη δωσιλογική κυβέρνηση του Ι. Λογοθετόπουλου. Στις 19 Φλεβάρη, ο στρατηγός Βίλχελμ Σπάιντελ –στρατιωτικός διοικητής νοτίου Ελλάδας τότε- υπέγραψε το διάταγμα «περί υποχρεωτικής εργασίας του αστικού πληθυσμού της Ελλάδας». Το Διάταγμα δεν ανέφερε ρητά ότι οι επιστρατευμένοι θα μεταφέρονταν μέχρι και στα εργοστάσια στην Γερμανία. Όμως, αυτή ήταν η γενική πεποίθηση. Η φασιστική κατοχή είχε ήδη βάλει όλες τις ελληνικές επιχειρήσεις να δουλεύουν για τις παραγγελίες της. Το παραπάνω βήμα, η επιστράτευση, είχε μόνο μια πιθανή εξήγηση: οι εργάτες θα γίνονταν σκλάβοι, είτε στην Ελλάδα είτε στην Γερμανία.

Η αποφασιστική μέρα ήταν η 5 Μάρτη. Η Γενική Απεργία κι οι διαδηλώσεις επισκίασαν τα πάντα. Κεντρικό ρόλο στην οργάνωσή τους έπαιξε ο Νίκος Πλουμπίδης, μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ που καθοδηγούσε το Εργατικό ΕΑΜ. Σε ένα σημείωμά του δέκα σχεδόν χρόνια μετά, στις παραμονές της δολοφονίας του από το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς τον Μάρτη του 1954, θυμόταν:

«Από το μεσημέρι της Τρίτης 4 του Μάρτη δεκάδες χιλιάδες λαϊκοί αγωνιστές βρίσκονταν σε πυρετώδη κίνηση. Τα τυπογραφεία και οι πολύγραφοι δούλευαν αδιάκοπα. Πλακάτ, σημαίες, συνθήματα ετοιμάστηκαν. Τα σχέδια πορείας του κάθε κλάδου καταστρώθηκαν. Χιλιάδες προκηρύξεις και τρυκ μοιράστηκαν. Οι συνδέσεις των διαφόρων κρίκων κανονίστηκαν. Τα χωνιά τότε εφευρέθηκαν και τέθηκαν σε εφαρμογή. Όλοι οι τομείς, όλα τα γρανάζια της πολύπλοκης και πολύπλευρης μηχανής τέθηκαν σε κίνηση κι άρχισαν ταχύτατα και κανονικά. Ξημέρωσε η Τετάρτη 5 Μάρτη του 1943. Όλη η κίνηση, όλες οι υπηρεσίες σταματημένες».

Ο Ι. Χανδρινός στο βιβλίο του «Το τιμωρό χέρι του λαού», για τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ της Αθήνας-Πειραιά, γράφει για τη «μάχη της ασφάλτου» εκείνη τη μέρα. Χιλιάδες διαδηλωτές/τριες:

«Ξεχύθηκαν από τα σημεία προσυγκέντρωσης σε Πλατεία Κάνιγγος, Ομόνοια, Μοναστηράκι, Μητρόπολη και Εξάρχεια στην Πανεπιστημίου αντιμετωπίζοντας πραγματικά πυρά από Αστυνομία, Χωροφυλακή, Ιταλούς Καραμπινιέρους και Γερμανούς που είχαν διαταγή να εμποδίσουν την κίνηση του πλήθους προς το Υπουργείο Εργασίας. Σκληρές οδομαχίες, πετροπόλεμος και χειροβομβίδες συγκλόνισαν ξανά τους δρόμους γύρω από το Πολυτεχνείο κάνοντας τους πάντες να παρατηρήσουν με θαυμασμό πως ‘αυτή η νεολαία δε διαλύεται πια ούτε από άρματα μάχης’».

Τις σφαίρες που δολοφόνησαν διαδηλωτές γύρω από το υπουργείο Εργασίας στις 5 Μάρτη τις έριξε το απόσπασμα της Αστυνομίας Πόλεων που το φρουρούσε με επικεφαλής τον υπαστυνόμο Παπαδάκη. Διοικητής της Αστυνομίας Πόλεων ήταν ο Άγγελος Έβερτ. Ήταν ο ίδιος που έδωσε την εντολή για να ανοίξουν πυρ οι άνδρες του στο Σύνταγμα στις 3 Δεκέμβρη του 1944. Κάποιοι από αυτούς ίσως συμμετείχαν και στη σφαγή της 5 Μάρτη του 1943. Ο Α. Έβερτ ήταν ο μπαμπάς του Μ. Έβερτ που διέπρεψε σαν τραμπούκος ΕΚΟΦίτης στη δεκαετία του ’60 πριν γίνει υπουργός και μετά αρχηγός της ΝΔ στη δεκαετία του ’90. Η Δεξιά έχει και αυτή την «συνέχειά της». 

Το διάταγμα της πολιτικής επιστράτευσης αποσύρθηκε τελικά. Ήταν μια νίκη μοναδική για όλη την Ευρώπη. Πουθενά αλλού η επιστράτευση του εργατικού δυναμικού για τις ανάγκες της πολεμικής οικονομίας των ναζί δεν ακυρώθηκε με μια μεγάλη εργατική εξέγερση. Γιατί αυτό ήταν η Γενική Απεργία της 5 Μάρτη, μια εργατική εξέγερση που τράβηξε μαζί της τη νεολαία, τη «φτωχολογιά» που υπέφερε από τα δεινά της κατοχής και του πολέμου.

Εξουσία

Ήδη η φωτιά της εξέγερσης είχε αρχίσει να απλώνεται και στα χωριά, στην ύπαιθρο. Ο ΕΛΑΣ, με «ψυχή» τον Άρη Βελουχιώτη, είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μαζικά και μετά την συνθηκολόγηση της φασιστικής Ιταλίας τον Σεπτέμβρη του ’43, η ανάπτυξή του πήρε ραγδαίους ρυθμούς. 

Όταν τον Σεπτέμβρη του 1944 ο ΕΛΑΣ άρχισε να απελευθερώνει τις πόλεις από τους ναζί που υποχωρούσαν, ήταν πια μια δύναμη περισσότερων από 130.000 ανταρτών -και ανταρτισσών- στις τακτικές και εφεδρικές μονάδες του. 

Η εξουσία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στις περιοχές που έλεγχε έχει τα χαρακτηριστικά κρατικής εξουσίας. Εκτός από την ένοπλη δύναμη του ΕΛΑΣ και της Πολιτοφυλακής, δρούσαν εκεί οι θεσμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης, η λαϊκή δικαιοσύνη με τα δικαστήρια και τους δικαστές της, και μια σειρά οργανώσεις και θεσμοί που ρύθμιζαν τις οικονομικές λειτουργίες. Η «κυβέρνηση του Βουνού» η «Ελεύθερη Ελλάδα» καθιέρωσε μορφές φορολόγησης: παρακράτημα στην παραγωγή (κλιμακωτά) και εισφορά στο εμπόριο (των προϊόντων που έμπαιναν στις ελεύθερες περιοχές). 

Αυτή η εξουσία προχώρησε και στην έκδοση του δικού της «νομίσματος»: ομόλογα με αντίκρισμα ποσότητες σιταριού μιας κι η δραχμή είχε γίνει κουρελόχαρτο και η βρετανική αποστολή είχε σταματήσει τη χρηματοδότηση. Οργανώνονται σχολεία, νοσοκομεία και άλλες δομές υγείας. Οργανώθηκε η βοήθεια σε πληθυσμούς που είχαν πληγεί από τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του στρατού κατοχής, και σε πολύ φτωχούς ορεινούς πληθυσμούς. Για πρώτη φορά οι εργάτες γης απέκτησαν ένα είδος συλλογικών συμβάσεων, με τις αμοιβές ορισμένες σε ποσότητες σταριού. Μόνο συνδικαλισμένοι εργάτες θα μπορούσαν να προσληφθούν για τα έργα που έκαναν οι αρχές της «ελεύθερης Ελλάδας». Οι αστοί, η κυβέρνηση του Καϊρου, για να μη μιλήσουμε για τους δωσίλογους, μισούσαν και φοβόντουσαν αυτή την εξουσία.

Συμβιβασμοί

Έτσι φτάσαμε στις 12 Οκτώβρη του 1944, στο πανηγύρι της Απελευθέρωσης της Αθήνας. Για δυο μέρες, το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ κυριαρχούσαν στην πρωτεύουσα. Όμως, η συνέχεια δεν ήταν η νίκη της Αντίστασης. Ήταν οι συμβιβασμοί της ηγεσίας που είχαν ξεκινήσει καιρό πριν. 

Η είσοδος στην κυβέρνηση των αστικών κομμάτων που είχαν στήσει οι Άγγλοι ιμπεριαλιστές στη Μέση Ανατολή ήταν μια κορυφαία στιγμή σε αυτή την πορεία. Η αρχική απόφαση για την συγκρότηση μιας κυβέρνησης «Εθνικής Ενότητας» περιλαμβανόταν στη Συμφωνία του Λιβάνου τον Μάη του 1944. Η ηγεσία του κινήματος είχε στείλει εκεί την αντιπροσωπεία της επιμένοντας «τουλάχιστον 50% των υπουργείων» για να καταλήξει σε έξι, και στο αίσχος της αποκήρυξης του κινήματος των φαντάρων και των ναυτών της Μέσης Ανατολής. Στα τέλη Αυγούστου πήρε πίσω και τον τελευταίο όρο της, να μην είναι πρωθυπουργός ο Γ. Παπανδρέου.

Η συνέχεια ήρθε στις 26 Σεπτέμβρη με την Συμφωνία της Καζέρτας (απ’ την ιταλική πόλη όπου υπογράφτηκε). Με βάση τη συμφωνία, όλες οι ένοπλες δυνάμεις και οργανώσεις στην Ελλάδα περνούσαν στη δικαιοδοσία της κυβέρνησης, που με την σειρά της έβαζε ένα Άγγλο στρατηγό, τον Ρέτζιναλντ Σκόμπι, επικεφαλής τους, με τον τίτλο του «Στρατηγού διοικούντος τας εν τη Ελλάδι δυνάμεις». 

Από την Αθήνα μέχρι την Θεσσαλονίκη, εκείνος ο Οκτώβρης του ’44 είναι μια μεγάλη απόδειξη των απεριόριστων δυνατοτήτων του κινήματος και της Αριστεράς. Η στρατηγική που είχε σαν πυξίδα της όμως η ηγεσία του κινήματος οδηγούσε στο στόμωμα και το πισωγύρισμα αυτών των δυνατοτήτων. Στο κέντρο της ήταν η επιλογή ότι η εργατική τάξη δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να πάρει την εξουσία, μια επιλογή που είχε γίνει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 όταν εγκατέλειψε την στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης. 

Αντί γι’ αυτό η σταθερή επιδίωξη της ηγεσίας του ΚΚΕ στα χρόνια της Αντίστασης ήταν να γίνει εταίρος σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», δηλαδή συνεργασίας με τα αστικά κόμματα και τους «Μεγάλους Συμμάχους». Αυτό το δρόμο τον βάδιζαν ήδη τα μεγάλα Κομμουνιστικά Κόμματα στην Γαλλία και την Ιταλία. Πίστευε ότι έτσι θα εξασφάλιζε ίσως και την πλειοψηφία στις εκλογές που θα γίνονταν μεταπολεμικά. Αυτός ο κοινοβουλευτικός δρόμος έφερνε τον ένα συμβιβασμό μετά τον άλλο. 

Αυτό δεν σήμαινε ότι το κίνημα πήγε σπίτι του. Οι μήνες από τον Οκτώβρη μέχρι τον Δεκέμβρη του 1944 ήταν μήνες ταξικής και πολιτικής πόλωσης, που οδήγησε στην έκρηξη του «Κόκκινου Δεκέμβρη». Ο κόσμος που υποδεχόταν τον Παπανδρέου στις 18 Οκτώβρη και τον χειροκροτούσε όταν έλεγε «θα ομιλήσωμεν και διά την λαοκρατίαν» φώναζε στις 3 Δεκέμβρη στο Σύνταγμα «Παπανδρέου παπατζή χίτης ήσουνα και συ». Οι οργανώσεις του Εργατικού ΕΑΜ που κρέμαγαν πανό στα αγγλικά Welcome Our Allies τον Οκτώβρη, τον Δεκέμβρη πολεμούσαν στα οδοφράγματα ενάντια στα αγγλικά τανκς.

Κάθε συμβιβασμός της ηγεσίας στη διάρκεια της Αντίστασης, προκαλούσε διαμαρτυρίες, αμφιβολίες και δυσαρέσκεια στον κόσμο που έδινε το αίμα του για να συντρίψει το φασισμό αλλά και για να δημιουργήσει μια κοινωνία χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση. Όμως, η αμφισβήτηση και η διαμαρτυρία δεν μετατρέπεται αυτόματα σε στρατηγική και πολιτικές επιλογές που αλλάζουν τον ρου της ιστορίας. Για κάτι τέτοιο χρειάζεται ένα επαναστατικό κόμμα. Η απουσία του οδήγησε στη τραγωδία μια «νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε». 


Διαβάστε επίσης