Ιστορία
80 χρόνια από το ΟΧΙ: Ποιοι ήταν οι συνεργάτες των Ναζί

Aξιωματικοί ναζί εκπαιδεύουν ταγματασφαλίτες.

Ο Μιχάλης Λυμπεράτος δίνει την αλήθεια για τους Ταγματασφαλίτες

 

Η Βέρμαχτ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποτελούσε έναν πολυεθνικό φασιστικό στρατό. Έτσι, ο στρατός, για παράδειγμα, που εισέβαλε στην Σοβιετική Ένωση αποτελούνταν και από 600.000 Κροάτες, Ρουμάνους, Ιταλούς, Σλοβάκους, Φιλανδούς, Δανούς, Λετονούς, Ούγγρους, Ισπανούς, ακόμα και Αλβανούς. 

Η Ελλάδα συνιστούσε μια μελανή σελίδα για την γερμανική προπαγάνδα γιατί ήταν η μόνη χώρα της Ευρώπης που δεν παρείχε ταξιαρχίες στην Βέρμαχτ. Η προσπάθεια του στρατηγού Μπάκου και της κυβέρνησης Τσολάκογλου που καταβλήθηκε ώστε να δημιουργήσουν μια Κυανόλευκη Ταξιαρχία προσέκρουσε στην ανατίναξη των γραφείων της φασιστικής ΕΣΠΟ στην Πατησίων, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1942, την «τρομοκρατία» που ασκούσε ο ΕΛΑΣ και αργότερα η ΟΠΛΑ στους επίδοξους Έλληνες στρατιώτες του Ράιχ. Εντούτοις, οι Γερμανοί αναζητούσαν μια δεύτερη ευκαιρία, ιδίως από την στιγμή που μετά τα μέσα του 1943 ο ναζιστικός στρατός σε πανευρωπαϊκό επίπεδο αντιμετώπιζε έλλειψη ανδρών. 

Ειδικά μετά τη συμμαχική νίκη στο Ελ Αλαμέιν, τον Οκτώβριο του 1942, και την αποβίβαση συμμαχικών στρατευμάτων, τον επόμενο μήνα, σε διάφορα σημεία των ακτών της Αλγερίας και του Μαρόκου, οι Γερμανοί βρέθηκαν μπροστά στο φάσμα μιας συμμαχικής αντεπίθεσης από τα νώτα τους, στο «μαλακό τους υπογάστριο», δηλαδή τη νότια Γαλλία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Επιπλέον, συνεπεία και της μεγάλης έκτασης των σαμποτάζ της ελληνικής Αντίστασης, οι Γερμανοί έπρεπε να αποκαταστήσουν, πάση θυσία, τις ροές πρώτων υλών από το ελληνικό έδαφος προς τα γερμανικά εργοστάσια.

Η οχύρωση, όμως, ιδιαίτερα της Ελλάδας, απαιτούσε νέες δυνάμεις, τις οποίες οι Γερμανοί δεν μπορούσαν καν να συντηρήσουν, ακόμα και αν καταλήστευαν ανηλεώς την χώρα. Άλλωστε, η παγίδευση της Έκτης Στρατιάς της Βέρμαχτ στο Στάλιγκραντ και η τελική παράδοση της, τον Φεβρουάριο του 1943, καθιστούσε αδύνατη τη μεταφορά καθεαυτό γερμανικών δυνάμεων στην Ελλάδα. 

Ειδικά όταν το καλοκαίρι του 1943 γενικεύτηκαν οι συγκρούσεις με τον ΕΛΑΣ λόγω της εντολής του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής να παραπλανηθούν οι Γερμανοί σε σχέση με την επικείμενη συμμαχική απόβαση στην Σικελία (σχέδιο Animals), η μόνη λύση για την Βέρμαχτ ήταν να αναζητήσει επικουρικές δυνάμεις στην ίδια την Ελλάδα. Ήταν, ωστόσο, κάτι ιδιαίτερα σύνθετο γιατί είχε τρωθεί το κύρος του ανίκητου γερμανικού στρατού και οι Έλληνες ακροδεξιοί στην πλειονότητα τους ήταν ιστορικά υπό την επιρροή της Μεγάλης Βρετανίας. Το πρόσκομμα αυτό μπορούσε, όμως, να καμφθεί αφού με ρητή εντολή του ίδιου του Χίτλερ, τον Δεκέμβριο του 1943, είχε αντικατασταθεί η φιλολογία της «νέας τάξης πραγμάτων», με έναν άκρατο αντικομμουνισμό που υπαινισσόταν μια επικείμενη συνεργασία  της Γερμανίας με τη Δύση κατά της Σοβιετικής Ένωσης. 

Τάγματα Ασφαλείας

Σε εφαρμογή του σχεδίου αυτού, ειδικά μετά την ιταλική συνθηκολόγηση, τον Σεπτέμβριο του 1943, οι Γερμανοί, αφού έπνιξαν μαζικά στη θάλασσα τους Ιταλούς στρατιώτες, προχώρησαν άμεσα στον εξοπλισμό και την μαζικοποίηση των Ταγμάτων Ασφαλείας. Για τη συγκρότησή τους αξιοποιήθηκε η υπάρχουσα Χωροφυλακή, οι άνδρες τις οποίας είχαν μαζικά μετατεθεί στις μεγάλες πόλεις, οι «άνευ θητείας χωροφύλακες» που είχαν ήδη συγκροτήσει 19 τμήματα εθελοντών, αλλά και η εντολή της κυβέρνησης Λογοθετόπουλου να ανοίξει τις φυλακές και να στρατολογήσει τους πρώην καταδίκους. 

Όταν η αρχική απόπειρα ενεργοποίησης των παλιών Σωμάτων Ασφαλείας φάνηκε να αποτυγχάνει, (η απεργία στις 23 Ιουνίου του 1943 των αστυνομικών έδειξε ότι και εκεί ασκούσε έλεγχο το ΕΑΜ) επιστρατεύθηκαν κάποιοι απόστρατοι αξιωματικοί, με επικεφαλής τους στρατηγούς Πάγκαλο και Γονατά, που επικαλέστηκαν και την ανάγκη προστασίας της χώρας από την μοναρχία, προσφέροντας άλλοθι σε αρκετούς αξιωματικούς που αναζητούσαν την επάνοδο στην ενεργό υπηρεσία, όντας αποταγμένοι στα 1933 και 1935 μετά τα αποτυχημένα βενιζελικά πραξικοπήματα. Με αυτούς συντάχθηκαν αξιωματικοί του ΕΔΕΣ Αθήνας, τους οποίους ακόμα και ο Ζέρβας είχε αποκηρύξει, καθώς και μέλη οργανώσεων που είχαν έρθει σε σύγκρουση με τον ΕΛΑΣ ή είχαν διαλυθεί από αυτόν και αναζητήσει άσυλο σε γερμανικά στρατιωτικά σώματα, όπως οι 200 άνδρες της ΕΚΚΑ που κατέφυγαν στην Πάτρα μετά την διάλυση της ΕΚΚΑ από τον ΕΛΑΣ, τον Απρίλιο του 1944. 

Οι όλες επαφές με την γερμανική διοίκηση έγιναν από τον  Ιωάννη Βουλπιώτη, ελληνο-γερμανό «επενδυτή» στη Θεσσαλονίκη, με τη συνδρομή του πρώην στρατιωτικού ακολούθου της Γερμανίας στην Αθήνα Κρίστιαν φον Κλεμ και του Αρχηγού των Ες-Ες στην Ελλάδα Βάλτερ Σίμανα. Η τελευταία, με απόφαση της, στις 19 Οκτωβρίου 1943, υπήγαγε οργανωτικά τα Τάγματα στον γερμανικό στρατό, οι άντρες των οποίων έδωσαν όρκο ότι θα υπακούν απόλυτα τον Αδόλφο Χίτλερ και τους γερμανικούς στρατιωτικούς νόμους.

Ωστόσο, η απροθυμία κατάταξης σε αυτά εξακολουθούσε. Και ήταν τότε που επενέβησαν οι Βρετανοί, μέσω κρυφών συνεννοήσεων μεταξύ ακροδεξιών παραγόντων και του βρετανού αξιωματικού του Ντοτ Στότ, ώστε να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι η συγκρότηση των Ταγμάτων είχε την βρετανική έγκριση. Τον Ιανουάριο του 1944, η πίεση αυξήθηκε προς τους εν ενεργεία αξιωματικούς, οι οποίοι κλήθηκαν να καταταγούν υποχρεωτικά στα Τάγματα Ασφαλείας με κυρώσεις, τη διακοπή χορήγησης κουπονιών διατροφής, την αποστράτευση ή την απώλεια του δικαιώματος σύνταξης.

Συγκρότηση

Τελικά κατέστη δυνατό να συγκροτηθούν 4 Τάγματα στην Αθήνα με δυναμικό 300 οπλίτες και 20 αξιωματικούς έκαστο. Η βασική εκπαίδευση δινόταν από την Μονάδα του Άγνωστου Στρατιώτη, και στη συνέχεια τα Τάγματα έφευγαν για την ύπαιθρο, κυρίως τη δυτική Ελλάδα, την Εύβοια και την Πελοπόννησο. Σε κάθε Τάγμα υπήρχε ως επικεφαλής ένας Γερμανός αξιωματικός. Τα Τάγματα αυτά συγκρότησαν δύο Συντάγματα, ένα των Αθηνών και ένα της Πελοποννήσου με επικεφαλής τον υποστράτηγο Βασίλειο Ντερτιλή, πατέρα του δολοφόνου στο Πολυτεχνείο Νικόλαου. Πέρα αυτών, σε ανάλογους σχηματισμούς εντάχθηκαν και άτακτες δυνάμεις που ασκούσαν τοπικές εξουσίες, ιδίως στη Μακεδονία ή μειονοτικά σώματα τοπικής εξουσίας (Τσάμηδες, Σλαβομακεδόνες, Πόντιοι, Βλάχοι), ή ομάδες πλήρως ενταγμένες στον γερμανικό στρατό, όπως το τάγμα του Γεωργίου Πούλου, καθώς και στρατιωτικοποιημένα φασιστικά κόμματα (ΕΚΕ, ΕΣΠΟ, ΟΕΔΕ, ΕΕΕ, ΕΑΣΑΔ κ.α). Συστατικό ρόλο στην συγκρότηση των Ταγμάτων έπαιξαν και το Ι και ΙΙΙ Αστυνομικά Τάγματα Εθελοντών και η Ειδική Υπηρεσία Ασφαλείας, που διοικούσε ο Λάμπου, όσο και το Μηχανοκίνητο Τμήμα της Αστυνομίας Πόλεων του Μπουραντά. Παράλληλα, στην Πελοπόννησο ιδρύθηκαν και ειδικά Τάγματα, ως  «Πρότυπα Τάγματα Χωροφυλακής», υπό τον  έλεγχο του Υπουργείου Εσωτερικών. 

Τα Τάγματα πραγματοποιούσαν εφόδους για να συλλάβουν και να απαγχονίσουν ΕΑΜικούς, εκδίωκαν μη εγκεκριμένους ασθενείς από νοσοκομεία, επέδραμαν σε σπίτια, λεηλατώντας τα, ξυλοκοπούσαν πολίτες και βίαζαν γυναίκες, έκαιγαν οικίες και μαγαζιά σε εφαρμογή συμβολαίων θανάτου, ενώ είχαν μετατρέψει τοπικές φυλακές και ορφανοτροφεία (Χατζηκώστα, Φυλακές Χαϊδαρίου κ.α), σε  ειδικούς τόπους βασανιστηρίων και εκτελέσεων. Από τον Ιούνιο του 1944 οργάνωναν και εκτελούσαν όλα τα μπλόκα των Γερμανών στην Αθήνα και συνόδευαν τα SS στις μαζικές επιδρομές τους στις συνοικίες της Αθήνας. Φρουρούσαν τα πτώματα όσων κρεμούσαν οι Γερμανοί, έτσι ώστε να μην τα απομακρύνουν οι συγγενείς και να παραμένουν σε δημόσια θέα για εκφοβισμό, αλλά και βοήθησαν στον εντοπισμό, τη σύλληψη και την μεταφορά Εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα. Οργάνωσαν δίκτυα μαύρης αγοράς και υφαρπαγής περιουσιών αλλά και λαθρεμπορίου στην Αθήνα. Πρωτίστως, όμως, ανέλαβαν να αποτελέσουν την οπισθοφυλακή των υποχωρούντων Γερμανών στην Απελευθέρωση. 

Όπως ήταν φυσικό κέρδισαν γρήγορα το ενδιαφέρον των Βρετανών που αναζητούσαν διακαώς αντίβαρο στον ΕΛΑΣ. Για αυτό καθυστέρησαν να τα αποκηρύξουν (το έκαναν μόνο ως δέλεαρ για να συμμετάσχει το ΕΑΜ στη Συμφωνία της Καζέρτας) και επέβαλαν την αναίμακτη παράδοση τους στην βρετανική διοίκηση. Μόνο αυτοδικίες έξαλλων πολιτών, όπως στον Μελιγαλά, τους απέδωσαν κάποια τιμωρία. Έτσι, κατέληξαν στο στρατόπεδο στο Γουδί, παρέμειναν εκεί οπλισμένοι και σε  στρατιωτική ετοιμότητα, για να χρησιμοποιηθούν με βρετανικές στολές στη μάχη των Δεκεμβριανών.

Ήταν αναμενόμενο μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας να αξιοποιηθούν στη συγκρότηση του παρακράτους που επέβαλε την «λευκή τρομοκρατία», να διακριθούν στον Εθνικό Στρατό ή στα βοηθητικά του σώματα (ΜΑΥ, ΜΑΔ) στον εμφύλιο και να αναλάβουν τις εκτελέσεις και τους αποκεφαλισμούς των αιχμαλώτων του ΔΣΕ. Στη συνέχεια μορφοποιήθηκαν ως ημιστρατιωτικά σώματα στην ύπαιθρο, τα περιβόητα Τάγματα Εθνοφυλακής Αμύνης (ΤΕΑ). Θα αφομοιωθούν σταδιακά και στον στρατό, όπου και θα αποτελέσουν το δυναμικό της Χούντας. Στην μεταπολίτευση έγινε απόπειρα ανασύνταξης τους, βάζοντας βόμβες σε  κινηματογράφους («Έλλη», «Ρεξ) και αριστερά κομματικά γραφεία (1978).  Πρόσφατα ενέπνευσαν τα Τάγματα Εφόδου της «Χρυσής Αυγής». 

Ο Μιχάλης Λυμπεράτος είναι ιστορικός και καθηγητής Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

Γερμανοτσολιάδες σε δράση