Οικονομία και πολιτική
Οι αμερικάνικες εκλογές: “Είναι η πανδημία και ο καπιταλισμός, ηλίθιε”

Ήταν ένας από τους συμβούλους του Μπιλ Κλίντον που επινόησε το σύνθημα “Είναι η οικονομία ηλίθιε!”. Αλλά έχει γίνει η συνταγή (χωρίς επιτυχία) για την προσπάθεια του Τραμπ για  επανεκλογή.

Τα “Τραμπονόμικς” είχαν δύο βασικές πτυχές. Η πρώτη ήταν η απότομη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και τους πλούσιους με την ελπίδα ότι έτσι θα τονωνόταν η ανάπτυξη. Η δεύτερη ήταν ο εμπορικός προστατευτισμός στοχεύοντας κύρια στην Κίνα και σε μικρότερο επίπεδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γράφει ο Άλεξ Καλλίνικος

Αυτό είχε σχεδιαστεί για να μειώσει το αμερικάνικο έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών και να ενθαρρύνει την εκ νέου απορρόφηση βιομηχανικών θέσεων εργασίας στη “ζώνη της σκουριάς”, στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ.

Η μείωση των φόρων ήταν μια μορφή αυτού που ο Μάρτιν Γουλφ των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς είχε αποκαλέσει “οπισθοδρομικό κεϋνσιανισμό”. Ο οικονομολόγος Μέιναρντ Κέινς πίστευε ότι το κράτος πρέπει να μειώνει τους φόρους και να αυξάνει τις δαπάνες προκειμένου να τονώσει την κατανάλωση και τις επενδύσεις κι έτσι να πετύχει την πλήρη απασχόληση.

Αλλά -παρότι ο Τραμπ μείωσε σχεδόν στο μισό τον φόρο επί των κερδών- οι επενδύσεις δεν αυξήθηκαν ιδιαίτερα. Οι εταιρίες χρησιμοποίησαν το έξτρα χρήμα κυρίως για να παίρνουν πίσω μετοχές και να ανεβάσουν τις τιμές τους.

Ο εμπορικός πόλεμος με την Κίνα δεν μείωσε ιδιαίτερα το έλλειμμα και λίγες επιχειρήσεις “επαναπατρίστηκαν”.

Παρ' όλα αυτά η ανεργία έπεσε την προηγούμενη χρονιά στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1969 και το χρηματιστήριο ανέβηκε. Ο Τραμπ επένδυσε σε αυτά την επανεκλογή του.

Μετά ήρθε η πανδημία και η χειρότερη ύφεση εδώ και σχεδόν 100 χρόνια. Το ποσοστό της ανεργίας εκτινάχθηκε κατά 10 μονάδες τον Απρίλη. Ξαφνικά υπήρχε ανάγκη να δοθεί χρήμα στον κόσμο που χάνει τη δουλειά του.

Ο μαρξιστής μπλόγκερ Μάικλ Ρόμπερτς έγραψε, “τα Τραμπονόμικς είναι στην πραγματικότητα ένας συνδυασμός κεϋνσιανισμού και νεοφιλελευθερισμού”. Παρά τις προτάσεις για την άμεση οικονομική ενίσχυση των νοικοκυριών προκειμένου να χτυπηθεί η κατάρρευση της οικονομίας, ο νεοφιλελευθερισμός επικράτησε το 2020.

Ο Τραμπ συμπορεύτηκε με τους Ρεπουμπικάνους του Κογκρέσου ενάντια στις προτάσεις που είχαν οι Δημοκρατικοί  προκειμένου να συνεχιστούν οι δαπάνες για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας. Αντί για τη στήριξη των νοικοκυριών, ο Τραμπ πόνταρε στον άμεσο τερματισμό του λοκντάουν προκειμένου να κινηθεί ξανά η οικονομία. Αυτό του γύρισε μπούμερανγκ.

Ρεκόρ

Τα ημερήσια κρούσματα κορονοϊού στις ΗΠΑ έφτασαν σε αριθμό ρεκόρ. Σε αντίθεση με αυτά που ισχυρίζονται Ρεπουμπλικάνοι και Τόρηδες, δεν υπάρχει “ένας ενάρετος κύκλος” ανάμεσα στο άνοιγμα της οικονομίας μετά την καραντίνα και τη μάχη απέναντι στην πανδημία. Η Deloitte προβλέπει ότι η αμερικάνικη οικονομία είτε θα τελματώσει είτε θα συρρικνωθεί το τελευταίο τετράμηνο του 2020. 

Ο Δημοκρατικός αντίπαλος του Τραμπ, ο Τζο Μπάιντεν, εμφανίστηκε να παίρνει τον Covid 19 πιο σοβαρά. Υποσχέθηκε επίσης ότι θα ανοίξει την κάνουλα των δαπανών με προγράμματα αξίας 5,6 τρις δολαρίων για 10 χρόνια. Παρότι απορρίπτει το Πράσινο Νιου Ντιλ που προτείνουν οι αριστεροί Δημοκρατικοί όπως η Αλεξάντρια Οκάσιο Κορτέζ, ο Μπάιντεν λέει ότι θα δαπανούσε κοντά στο 1.5 τρις δολάρια για να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή.

Οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς σε ένα κύριο άρθρο τους με τον τίτλο “Τα Μπαϊντενόμικς μπορούν να παρέχουν στήριξη στον Καπιταλισμό” επεσήμαναν ότι αυτές οι πολιτικές τοποθετούν τον Μπάιντεν σαφέστατα στα αριστερά τόσο του Κλίντον όσο και του Ομπάμα. Αλλά αντί να τον κατακεραυνώνουν ως “υπερβολικά αριστερό”, όπως έκαναν με τον Τζέρεμι Κόρμπιν, κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι αυτό είναι σε καλή κατεύθυνση!

“Ένας αχαλίνωτος καπιταλισμός δεν θα επιβίωνε από την κρίση του εκλογικού σώματος” έλεγαν οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς. “Σίγουρα υπήρξαν στιγμές μετά την κρίση του 2008 όπου η λαϊκή αίσθηση περί ανισότητας, ειδικά ανάμεσα στους νέους, απειλούσε να μετατραπεί σε διεκδικήσεις για συνολική συστημική αλλαγή. Αν εφαρμοστούν, τα Μπαϊντενόμικς θα έκαναν τη ζωή πιο δύσκολη για μερικές επιχειρήσεις και κάποιους υψηλόμισθους. Αλλά θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια μεγαλύτερη αναταραχή στους από κάτω”. 

Αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα απεικόνιση του πόσο τρομαγμένο είναι το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο κατεστημένο. Συνειδητοποιεί ότι ο Τραμπ έφτασε στο Λευκό Οίκο πατώντας πάνω στην οργή που  πυροδότησε η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-2009 και ελπίζει ότι αυτό που οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς αποκαλούν “μετριοπαθή σοσιαλδημοκρατική” πολιτική μπορεί να απορροφήσει τη δυσαρέσκεια. 

Είναι μια μάταιη ελπίδα για δύο λόγους. Πρώτον, όπως αποδεικνύει κι ο Μάικλ Ρόμπερτς, οι ΗΠΑ, όπως και οι άλλες ανεπτυγμένες οικονομίες, συνεχίζουν να παλεύουν με τα χαμηλά ποσοστά κερδοφορίας. Γι' αυτό το λόγο παραμένουν στάσιμες οι επενδύσεις. Η αύξηση των κρατικών δαπανών προσφέρει στην καλύτερη περίπτωση μια βραχυπρόθεσμη ώθηση και δεν ξεπερνάει την οικονομική κρίση.

Δεύτερον, η λαϊκή δυσαρέσκεια στις ΗΠΑ είναι πολύ βαθύτερη και διευρυμένη απ' όσο νομίζει το κατεστημένο. Ακόμα κι αν χάσει τις εκλογές ο Τραμπ, το καπάκι της εργατικής οργής θα είναι δύσκολο να κλείσει.