Οικονομία και πολιτική
ΣΥΡΙΖΑ: “Σχέδιο σωτηρίας” αλλά για ποιον;

Στην πρόσφατη συνάντησή του με την πρόεδρο της Δημοκρατίας Σακελλαροπούλου ο Αλέξης Τσίπρας ζήτησε «για άλλη μια φορά έστω και τώρα άμεση σύγκληση συμβουλίου πολιτικών αρχηγών υπό την πρόεδρο της Δημοκρατίας και με τη συμμετοχή της επιτροπής εμπειρογνωμόνων ώστε να καταρτιστεί σχέδιο αντιμετώπισης» καλώντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη «να αφήσει το “εγώ” απέναντι στην ανάγκη της ενίσχυσης της προστασίας της δημόσιας Υγείας».

Δεν θα σχολιάσουμε εδώ την ουσία των προτάσεων (ανάληψη πρωτοβουλίας από την κυβέρνηση για να εξασφαλίσει η ΕΕ τις πατέντες από τα εμβόλια ώστε το κάθε κράτος-μέλος να τις διαχειριστεί με τις εγχώριες δυνάμεις της φαρμακοβιομηχανίας, διμερείς συμφωνίες με χώρες που παράγουν μαζικά το εμβόλιο, ενίσχυση του ΕΣΥ, επίταξη των ιδιωτικών κλινικών) με κάποιες από τις οποίες θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει.

Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί αυτή η εμμονή στην ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών με την κυβέρνηση Μητσοτάκη; Ο ίδιος ο Μητσοτάκης έχει επανειλημμένα απαντήσει αρνητικά σε ανάλογες εκκλήσεις του ΣΥΡΙΖΑ όπως το “αίτημα για οικουμενικό υπουργό Υγείας κοινής αποδοχής” στο όνομα της καθηγήτριας Λινού τον περασμένο Νοέμβρη. Στη νέα πρόταση, απάντησε προκαλώντας συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών, αντιπαράθεση δηλαδή, στην Βουλή την Παρασκευή 15 Γενάρη.

«Ζητάμε σχέδιο σωτηρίας, όχι συγκυβέρνησης» δηλώνει ο Τσίπρας. Αλλά πιστεύει στα αλήθεια ότι η έξοδος από την κρίση της πανδημίας μπορεί να έρθει μέσα από οικουμενική συνεργασία όλων των κομμάτων με την κυβέρνηση Μητσοτάκη; Πιστεύει στα αλήθεια ότι το πρόβλημα στην πολιτική της κυβέρνησης έγκειται στο “εγώ” του πρωθυπουργού;

Είναι δυνατόν ο ΣΥΡΙΖΑ να ακολουθεί μια τέτοια αντιπολιτευτική γραμμή όταν απέναντί μας έχουμε μια κυβέρνηση που συνειδητά χρησιμοποιεί την πανδημία για να περάσει τις χειρότερες αντιδραστικές επιθέσεις; Περικοπές στη δημόσια Υγεία και Παιδεία, οικονομική ενίσχυση σε κάθε λογής καπιταλιστικό λόμπι, πετσόκομα μισθών και συντάξεων, μπατσοκρατία, χτύπημα των συνδικαλιστικών κατακτήσεων, νέο πτωχευτικό κώδικα;   

Ας είμαστε ειλικρινείς. Με τον πρόσφατο ανασχηματισμό της κυβέρνησης να δίνει περισσότερο χώρο στους Βορίδηδες και στους Χατζηδάκηδες, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για “σύγκληση των πολιτικών αρχηγών” στοχεύει σε μια πολιτική σύγκλιση, ελπίζοντας σε κάποια ρήγματα στην “κεντροδεξιά” και κυρίως στο ΚΙΝΑΛ -μια σύγκλιση που πάνω απ' όλα δεν θα ανησυχήσει τους “εταίρους” στην ΕΕ και την άρχουσα τάξη αυτής της χώρας ότι μπαίνουμε ξανά σε σκηνικό ταξικών συγκρούσεων, όπως το 2010-15. 

Περιμένοντας τη φθορά

Μην τολμώντας να θέσει ούτε καν στα λόγια ζήτημα ανατροπής αυτής της επικίνδυνης κυβέρνησης, κάνοντας πίσω κι άλλα βήματα ολοταχώς από την εναλλακτική έστω της όποιας αριστερής διακυβέρνησης, κρατώντας “χαμηλούς τόνους” και περιμένοντας την “φθορά” να κάνει από μόνη της τη δουλειά μέχρι τις εκλογές (όποτε ο Μητσοτάκης θεωρήσει ωφέλιμο γι' αυτόν να τις προκαλέσει) η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ το μόνο που πετυχαίνει είναι να σπέρνει απογοήτευση στην βάση της, να παρατείνει τη ζωή αυτής της εγκληματικής κυβέρνησης.   

Αυτή είναι η εξήγηση για την αδυναμία της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να επικοινωνήσει και να συσπειρώσει την ολοένα και αυξανόμενη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Και αυτό δεν αφορά μόνο στον Τσίπρα και στον στενό του κύκλο. Η πλατφόρμα της “Ομπρέλας” (ενόψει της ψηφιακής προγραμματικής συνδιάσκεψης) που τις προηγούμενες μέρες έδωσε στη δημοσιότητα το δικό της κείμενο είναι μια διεύρυνση των “53+” προς τα δεξιά (περιλαμβάνει π.χ. τον Δημήτρη Παπαδημούλη) που δεν θέλει να “σπάσει αυγά”. 

Όπως διαβάζουμε στην ΕφΣυν: “Το μανιφέστο της Ομπρέλας είναι προσεκτικά γραμμένο, προφανώς για τον φόβο της παρερμηνείας από κάποιους ότι επιθυμεί να προκαλέσει εσωκομματικό ζήτημα στον ΣΥΡΙΖΑ”. Όσον αφορά στο “ύφος της αντιπολίτευσης” το μανιφέστο τοποθετείται ενάντια σε μια “ανομολόγητη, επιφανειακή και πολωτική ρητορική” και υπέρ μιας “τεκμηριωμένης, μαχητικής προγραμματικής αντιπολίτευσης που δημιουργεί ρωγμές και αποδομεί το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, διεισδύει και βρίσκει αποδοχή σε ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά ακροατήρια”.

Πρόκειται βέβαια για μια κατεύθυνση που ήδη υλοποιεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έχοντας εγκαταλείψει την αντιπολίτευση στους δρόμους και τις απεργίες προς όφελος της “προγραμματικής αντιπολίτευσης” των “σχεδίων σωτηρίας”. Το ίδιο ανώδυνη για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και την πολιτική της γραμμή μοιάζει να είναι και η εμφάνιση της Ριζοσπαστικής Εναλλακτικής Ενότητας (ΡΕΝΕ) από στελέχη που έφυγαν από την προεδρική πτέρυγα, ανάμεσά τους και ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ Κοτσακάς “για τη μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία σε κορμό της προοδευτικής παράταξης”.

Η μόνη ελπίδα για ένα πραγματικό σχέδιο σωτηρίας από την εγκληματική πολιτική του Μητσοτάκη βρίσκεται στους αγώνες των εργαζομένων και στη δύναμή τους. Όχι μόνο για να ανατρέψουν αυτήν την επικίνδυνη κυβέρνηση αλλά για να πάρουν οι ίδιοι στα χέρια τους τον έλεγχο και την διαχείριση όχι μόνο της πανδημίας αλλά και της ίδιας της κοινωνίας, διαμορφώνοντας την δική τους εργατική εναλλακτική πρόταση.