Οικονομία και πολιτική
Αρρωστημένος καπιταλισμός

Για πολλούς από εμάς - ειδικά για όσους είναι αρκετά τυχεροί και δεν έχουν κολλήσει Covid-19, ο τελευταίος χρόνος ήταν σαν να έχουν μπει οι ζωές μας στην αναμονή. Η εξάπλωση νέων, πιο μολυσματικών παραλλαγών του ιού και η ανάλγητη και ανίκανη κυβέρνησή μας μας οδηγούν σε μία περαιτέρω αναβολή του τέλους αυτής της κατάστασης.

Αλλά ας μη φανταζόμαστε ότι βρίσκεται σε αναμονή και ο καπιταλισμός. Αυτός πάντα κινείται, πάντα αλλάζει. Αυτό αποδεικνύεται σε δύο πολύ ενδιαφέροντα άρθρα, στα τελευταία φύλλα της χρονιάς, της εφημερίδας Φαϊνάνσιαλ Τάιμς.

Το ένα ανέφερε ότι “Οι πολιτικές των τραπεζών και των κεντρικών τραπεζών σε συνδυασμό με τις αλλαγές στη συμπεριφορά των καταναλωτών έχουν ενισχύσει τις τάσεις που από πριν τοποθετούσαν περισσότερο πλούτο και ανάπτυξη στα χέρια μερικών μεγάλων εταιρειών, σύμφωνα με ακαδημαϊκούς και εταιρικούς συμβούλους”.

Η πανδημία ευνόησε τις μεγάλες εταιρείες σε βασικούς τομείς -πληροφορική, λιανική και φαρμακευτική. Οι καταναλωτές έχουν επικεντρωθεί στην αγορά προϊόντων από ένα περιορισμένο φάσμα γνωστών εταιρειών οι οποίες έχουν τους πόρους ώστε να προσαρμοστούν στη λειτουργία μέσω διαδικτύου.

Αλλά η αύξηση της δύναμης των μεγάλων εταιρειών είναι μια πιο μακροπρόθεσμη τάση. Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Harvard Business Review το 2019 ανέφερε πως "Οι μεγάλες εταιρείες έχουν όλο και περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσουν τις κυρίαρχες θέσεις τους, ενώ οι μικρές εταιρείες είναι όλο και λιγότερο πιθανό να γίνουν μεγάλες και κερδοφόρες."

Η διαφορά στην κερδοφορία ως ποσοστό μεταξύ μεγάλων και μικρών επιχειρήσεων αυξήθηκε από 15% στη δεκαετία του 1990 σε 30-35% τη δεκαετία του 2010. Ένας παράγοντας φαίνεται πως είναι ότι οι μεγάλες εταιρείες μπορούν και επενδύουν πολύ περισσότερο στην έρευνα και στην ανάπτυξη. “Κατά μέσο όρο, μια μεγάλη εταιρεία ξόδεψε 330 εκατομμύρια δολάρια για έρευνα και ανάπτυξη το 2017”, αναφέρει το Harvard Business Review. “Η μέση μικρή εταιρεία ξόδεψε το πενιχρό ποσό των 6 εκατομμυρίων δολαρίων -ποσό που προφανώς δεν αρκεί να αντιμετωπίσει έναν μεγάλο ανταγωνιστή, εκτός αν προκύψει μια τυχαία ανακάλυψη”.

Χρηματοδότηση

Οι επενδύσεις εξαρτώνται από την πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Και εδώ η πανδημία έχει αναδείξει τη δύναμη των μεγάλων εταιρειών, όπως μας δείχνει ένα άλλο άρθρο των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς.

Τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε αύξηση του εταιρικού δανεισμού, καθώς οι εταιρείες προσαρμόστηκαν στα χαμηλά επιτόκια και στις πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης των κεντρικών τραπεζών – που δημιουργούσαν νέο χρήμα και το διοχέτευαν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Οι εταιρείες δανείζονται πλέον κυρίως με την έκδοση ομολόγων στις αγορές χρέους, παρά απευθυνόμενες στις τράπεζες.

Τον περασμένο Μάρτη, καθώς τα κρούσματα αυξήθηκαν εκθετικά, έπιασε πανικός σε αυτές τις αγορές και οι τιμές των ομολόγων κατέρρευσαν. Η κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα παρέμβηκε, υποσχόμενη να αγοράσει διαφόρων ειδών εταιρικά ομόλογα και άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. “Χωρίς καν να αγοράσει ούτε ένα ομόλογο, οι τιμές άρχισαν να ανακάμπτουν, ενισχυμένες από την υποστήριξη της Fed”, έλεγε το άρθρο “και οι πόρτες των  φραγμάτων άνοιξαν για μια νέα αύξηση του εταιρικού χρέους.”

Μέσα στο “μεγαλύτερο όργιο εταιρικού δανεισμού που έχει ποτέ καταγραφεί”, οι αμερικανικές εταιρείες συγκέντρωσαν 1,8 τρισεκατομμύρια δολάρια στην αγορά ομολόγων το 2020. Οι μεγάλες εταιρείες κατάφεραν να συγκεντρώσουν χρήματα πιο εύκολα. Σύμφωνα με τον Ολιβιέρ Ντραμούνι του Columbia Business School, “Φέτος έγινε πολύ δυσκολότερη η πρόσβαση στα τραπεζικά δάνεια, από τα οποία εξαρτώνται οι μικρότερες επιχειρήσεις, καθώς οι τράπεζες έκαναν πιο αυστηρά τα κριτήρια δανεισμού. Η αύξηση των τραπεζικών πιστώσεων κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020 προήλθε σχεδόν εξ ολοκλήρου από μεγάλες εταιρείες”, κατέληγε η έρευνά του.

Εν τω μεταξύ, “η ικανότητα των εταιρειών να πληρώνουν για την αύξηση του χρέους τους έχει μειωθεί, με τον αριθμό των λεγόμενων εταιρειών ζόμπι – αυτές των οποίων οι πληρωμές τόκων ήταν υψηλότερες από τα κέρδη για τρία συνεχόμενα χρόνια – να πλησιάζει το ιστορικό ανώτατο, σύμφωνα με στοιχεία του Leuthold Group”.

Αυτό παγιδεύει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα μαζί και με τις άλλες κεντρικές τράπεζες στο να συνεχίσουν να ενισχύουν τις αγορές χρέους, όπως έχουν κάνει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-9.

"Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα έχει δημιουργήσει στις επιχειρήσεις μια προσδοκία διάσωσης", δήλωσε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς ο Άλεξ Βερουντέ της Insight Investment.

 Η ατελείωτη φυγή του καπιταλισμού προς τα εμπρός, λοιπόν, στηρίζεται σε ασταθή θεμέλια. Η πρόκληση για την Αριστερά είχε τεθεί από τον Ρώσο επαναστάτη ηγέτη Βλαντιμίρ Λένιν πριν από πάνω από 100 χρόνια: “να είσαι τόσο ριζοσπαστικός όσο και η ίδια η πραγματικότητα” - να είσαι τόσο ριζοσπαστικός όσο αυτό το συνεχώς μεταβαλλόμενο σύστημα.