Πολιτισμός
Τελευταίο αντίο στην Τιτίκα Σαριγκούλη

Η Τιτίκα Σαριγκούλη στο φεστιβάλ Μαρξισμός 2015. Φωτό: Αρχείο Εργατική Αλληλεγγύη

Η ακόλουθη συζήτηση έγινε σε κάποιο θέατρο στην Ήπειρο, το 2018 σε ένα από τα πολλά έργα που έχουμε παίξει μαζί. Ξεκινάγαμε με καλαμπούρι, μετά τσακωνόμασταν για το εργατικό κράτος στη Σοβιετική Ένωση, μετά μου άρχιζε την καθοδήγηση και στο τέλος τραγουδούσαμε αντάρτικα.

“Αλέξανδρε, εγώ όταν ήμουν νέα και όμορφη με φλέρταρε μόνο ο θάνατος, όταν το 1941, που βγήκε ο Δημοκρατικός Στρατός, γεμίζαμε τσουβάλια με φέιγ βολάν και τα πετάγαμε στο δρόμο. Τότε ναι όντως πολλοί άντρες οδηγοί με βλέπανε και με χειροκροτούσαν. Κάπου στην Καισαριανή ήταν αυτό. Μετά δεν έχει σημασία αν εγώ ήθελα να παντρευτώ ή όχι. Το θέμα είναι ότι κανείς δεν έβαζε τον διάολο στο σπίτι του. Αργότερα ο μόνος γάμος που έκανα ήταν με τον Βάκχο και αυτός αναγκαστικώς διότι εγώ για αρχαιολόγος πήγαινα αλλά επειδή δεν είχα χαρτί κοινωνικών φρονημάτων με διάφορους τρόπους δεν με άφηναν να περάσω στο Πανεπιστήμιο. Έτσι βρήκα μια δραματική σχολή ανοιχτή και μπήκα. Αλλά και από αυτό το μετερίζι κάνω τον αγώνα μου. 

Δεν πρόδωσα ποτέ τον αδελφό μου. Ήταν οχτώ χρόνια μεγαλύτερος μου και αυτός με έβαλε στο κίνημα. Αυτός μου έδωσε το όνομα Τιτίκα. Όταν διάβασε τους άθλιους του Βίκτωρος Ουγκώ μου έδωσε το όνομα από αυτό το ταλαιπωρημένο κοριτσάκι. Η οικογένειά μου ήταν αστοί, δεν περίμεναν τίποτα από τους λαϊκούς αγώνες. Εγώ όμως ακολούθησα το κίνημα. Είμαι από το 1950 πεζοδρόμιο και οι μνήμες με βασανίζουν τώρα πιο πολύ όταν βλέπω πάλι τους ανθρώπους να τρώνε από τους σκουπιδοτενεκέδες όπως τότε. Και για να μην πεθάνουμε μας δίνουν λέει μοίρασμα και μας χαρίζουν επιδόματα. Πού τα βρήκαν; Πούλησαν τις σταφίδες ή τα σύκα ή το λάδι; Μας ξεζούμισαν στη φορολογία, μας κόψαν τις συντάξεις και ένα μέρος από τα δικά μας λεφτά τώρα μας το χαρίζουν. Δεν είναι παράξενο όμως που δεν το βλέπει ο κόσμος Ούτε ακόμη περισσότερο παράξενο που βάλαν τους φασίστες στη Βουλή. Από τότε που ο καπιταλισμός γκρέμισε το εργατικό κράτος της Σοβιετικής Ένωσης το κεφάλαιο δεν φοβάται τίποτα. Με εφημερίδα, ραδιόφωνα, τηλεόραση, Παιδεία και με τους νόμους τους, και κανείς να μην τους πίστευε και να μην τους ψήφιζε, πάλι αυτοί θα βγαίνανε. Σε αυτό το μπρα-ντε-φερ όμως σημειώνουν μικρές νίκες και μεγάλες ήττες πολλές φορές. Δες τα κίτρινα γιλέκα που δεν απέχει πολύ από το να γίνουν κόκκινα. Αλλά και οι φασίστες δεν θα έχουν καλό τέλος να μου το θυμηθείς. Εμείς όμως από τη μεριά μας Αλέξανδρε πρέπει να ξυπνάμε τον κόσμο, να του τα λέμε αυτά. 

Ανατρεπτικό θέατρο

Το θέατρο δεν είναι τώρα όπως παλιά με πλούσιες επιθεώρησεις, φτερά, φρου-φρου και αρώματα. Τώρα πρέπει να είναι κινηματικό, ανατρεπτικό, να λέει την αλήθεια, να ξυπνάει τον κόσμο. Διότι ο Πολιτισμός ξυπνάει τον λαό. Και αυτό δεν το θέλουν. Οι άνθρωποι της τέχνης είναι μία πρωτοπορία, για να οργανωθεί όμως ένα κίνημα δεν φτάνουν. Αυτό το κάνει μόνο η εργατική τάξη. Οι καλλιτέχνες άμα ενωθούν μπορούν να προσφέρουν πολλά σε αυτή την υπόθεση. Εμείς λοιπόν ακόμα μπορούμε να προσφέρουμε πολλά πράγματα Αρκεί να αγωνιστούμε για ένα ελεύθερο εργατικό θέατρο. Εμείς μέσα από την τέχνη μπορούμε να πούμε για την ταξική φύση του αγώνα του 1821 που δεν τον λένε στα παιδιά. Εμείς πρέπει μέσα από τα έργα μας να πούμε ότι τον ναζισμό είχε χτυπήσει η εθνική αντίσταση και από ιμπεριαλιστικό πόλεμο τον έκανε απελευθερωτικό. Για αυτό δεν τον διδάσκονται στα σχολεία και ευθύνονται για την άνοδο της Χρυσής Αυγής.

Κανείς δεν πρόκειται να μας σώσει και αυτό που λένε οι χριστιανοί και αυτό πάλι μία ταξική θρησκεία ήταν τότε, ενάντια σε μία άλλη τάξη και θρησκεία, αυτή των Ρωμαίων, που ο αυτοκράτορας της Ρώμης έλεγε ότι είναι εγγονός της Αφροδίτης. Και έγιναν χριστιανοί και του λέγανε “Άραξε μεγάλε, είμαστε όλοι ίδιοι από το ίδιο χαρμάνι”. Και τι θα κάνανε οι Ρωμαίοι τότε; Θα χειροκροτούσαν τους Χριστιανούς; Όχι βέβαια. Και άρχισαν οι διωγμοί. Αυτό είναι και τίποτε άλλο. Δεν με σώζει λοιπόν κανείς, αλλά και ο καθένας σωτήρας μόνος του δεν μπορεί να γίνει παρά μόνον αν οργανωθεί στο εργατικό κίνημα”.

Θα συνομιλώ πάντα μαζί σου Τιτίκα μου σε αυτές τις ατελείωτες συζητήσεις που κάναμε. Γιατί θα είσαι παντού. Στα θέατρα που παίξαμε, στις πόλεις που γυρίσαμε, στην εταιρία Λογοτεχνών, στο Μουσείο Μακρονησιωτών και στα κρύα καμαρίνια που σου έβαζα κουβέρτες στα ποδαράκια σου να μην κρυώνεις. Θα σε βλέπω κάθε μέρα έξω από το σπίτι σου να ταΐζεις τα περιστέρια, και θα σε χαιρετώ. Θα σε ακούω πάντα να μου λες “μην αργήσεις και μη μπερδέψεις πάλι τις μέρες, είναι Σάββατο αύριο και έχουμε διπλή”. Θα ακούω πάντα το παιδιάστικο γέλιο σου, όταν ανέβαινα στα κεραμίδια για να στα φτιάξω και σου έκανα τον γάτο. Θα τραγουδάμε αντάρτικα μετά τις ατελείωτες συζητήσεις μας και τους καυγάδες που κάναμε για τις ιδεολογικές μας διαφορές. Αντίο Τιτίκα μου, ήσουν η πιο νέα και η πιο αγαπημένη μου φίλη.