Διεθνή
Τυνησία: «Να φοβούνται τους πεινασμένους»

Διαδήλωση στην επέτειο των 10 χρόνων της επανάστασης στην Τυνησία. Φωτό: Riadh Dridi/AP

Συνεχίζονται οι διαδηλώσεις που έχουν ξεκινήσει εδώ και πάνω από ένα μήνα στην Τυνησία, ενάντια στην φτώχεια, την ανεργία και την αστυνομική καταστολή. Το ξεκίνημα έγινε πάνω στην επέτειο των δέκα χρόνων από το ξέσπασμα της τυνησιακής επανάστασης που αποτέλεσε το προανάκρουσμα της Αραβικής Άνοιξης το 2011.  

Εκατοντάδες διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της Τύνιδας ξανά το περασμένο Σάββατο 6 Φλεβάρη μετά από κάλεσμα των συνδικάτων, αψηφώντας την απαγόρευση και το σκληρό λοκντάουν της αστυνομίας που είχε μπλοκάρει τους δρόμους σε μια μεγάλη περιοχή της πρωτεύουσας. Η συγκέντρωση έβαλε στο στόχαστρο τις αστυνομικές καταχρήσεις και αυθαιρεσίες που, όπως καταγγέλλουν οι διαδηλωτές, απειλούν να πάρουν πίσω όσες ελευθερίες κερδήθηκαν με την επανάσταση. Οι διαδηλωτές σήκωσαν πλακάτ καταδικάζοντας τη βία της αστυνομίας φωνάζοντας το σύνθημα: «Δεν φοβόμαστε. Ο δρόμος ανήκει στο λαό». «Δεν θα δεχτούμε η Τυνησία να γίνει στρατώνας», δήλωσε η διαδηλώτρια Νάιμα Σέλμι που συμμετείχε στη συγκέντρωση. 

Δύο εβδομάδες νωρίτερα, χιλιάδες άνθρωποι αψήφησαν ξανά και ξανά την κρατική καταστολή για να διαδηλώσουν ενάντια στην ανεργία και τη φτώχεια. Στις φτωχότερες γειτονιές της πρωτεύουσας και άλλες πόλεις της Τυνησίας η νεολαία συγκρουόταν επί μια εβδομάδα με την αστυνομία και την εθνοφρουρά που επιτέθηκαν με δακρυγόνα, κανόνια νερού και θωρακισμένα οχήματα χτυπώντας και σέρνοντάς τους στο δρόμο. Περισσότεροι από 1.000 άνθρωποι -οι περισσότεροι  ηλικίας μεταξύ 14 και 15 ετών- συνελήφθησαν στις ταραχές. Ο διαδηλωτής Ουσάμα Μράσι δήλωσε στο Al Jazeera: «Όλοι οι νεαροί άνδρες που διαδήλωσαν τις τελευταίες ημέρες πρέπει να απελευθερωθούν. Αυτή είναι η απαίτησή μας και δεν θα τα παρατήσουμε. Δεν φοβόμαστε την αστυνομία και τον εισαγγελέα». «Βγαίνουμε στους δρόμους γιατί θέλουμε κοινωνική δικαιοσύνη και εργασία. Δέκα χρόνια μετά την πτώση του Μπεν Αλί, έχουμε κουραστεί να απαιτούμε τα ίδια βασικά πράγματα» είπε ο Χαμπίμπ που μένει σε μια φτωχογειτονιά της Τύνιδας, άνεργος εδώ και χρόνια παρά το πτυχίο τεχνικού δικτύου υπολογιστών. 

«Ο λαός θέλει την πτώση του καθεστώτος» - το σύνθημα της επανάστασης του 2011 η οποία ανέτρεψε τον μισητό δικτάτορα Μπεν Άλι- καθώς και το σύνθημα «Αστυνομία παντού, δικαιοσύνη πουθενά» κυριαρχούν στις συγκεντρώσεις. Η τελευταία συγκέντρωση που έγινε στην επέτειο της δολοφονίας ενός δικηγόρου ακτιβιστή το 2013, είναι η πρώτη από αυτό το κύμα διαμαρτυριών που έγινε με την υποστήριξη του μεγάλου συνδικάτου της χώρας UGTT που αριθμεί περίπου 1 εκατομμύριο μέλη με την αριστερά να παίρνει την πρωτοβουλία να τις κεντρικοποιήσει. 

Στην Τυνησία εξακολουθεί να είναι διάχυτος ο θυμός για την υψηλή ανεργία - ένα θέμα που το 2011 ήταν στο επίκεντρο της επανάστασης. Σήμερα η ανεργία βρίσκεται στο 15% αλλά το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 36% για τους νέους 15-24 ετών. Δέκα χρόνια μετά την επανάσταση, η κυβέρνηση του συνασπισμού κομμάτων (στην οποία συμμετέχουν μετριοπαθή ισλαμικά και κοσμικά κόμματα, κόμματα της πρώην αντιπολίτευσης και μετεξελίξεις του παλαιού καθεστώτος) που βρίσκεται στην εξουσία και συνολικά το πολιτικό σύστημα έχουν βαλτώσει ανάμεσα στους εσωτερικούς τους καυγάδες για την διαχείριση μιας οικονομίας σε κρίση - την ίδια στιγμή που το ΔΝΤ εξακολουθεί να πιέζει με νέα μέτρα, προκειμένου να συνεχίσει τον δανεισμό του στη χώρα. 

Σε ομιλία του ο πρωθυπουργός της χώρας Αλ-Μασίσι προσπάθησε να κατευνάσει τα πνεύματα λέγοντας ότι «γνωρίζει καλά ότι υπάρχει θυμός και απογοήτευση. Η φωνή σας ακούγεται και ο θυμός σας είναι νόμιμος». Αλλά η κυβέρνησή του απαγόρευσε τις διαμαρτυρίες με το πρόσχημα των περιορισμών του κορονοϊού. Όπως επισημαίνουν οι διαδηλωτές, είναι οι φτωχοί που έχουν πληρώσει το τίμημα των λοκντάουν με την απώλεια της εργασίας τους χωρίς καμία υποστήριξη: «Αν μας κλειδώσεις στο σπίτι, δεν μπορούμε να δουλέψουμε και αν δεν μπορούμε να δουλέψουμε δεν μπορούμε να φάμε», δήλωσε ο Χαμπίμπ, διαδηλωτής. «Η κυβέρνηση δίνει απλώς κενές υποσχέσεις. Είναι σαν να μην υπάρχουμε. Αλλά τους προειδοποιώ ότι οι λιμοκτονούντες πολίτες ξεσηκώνονται. Να τους φοβούνται τους πεινασμένους».