Διεθνή
Μιανμάρ: Απεργία διαρκείας κόντρα στο πραξικόπημα

8 Μάρτη, Γυναίκες ενάντια στο πραξικόπημα. Φωτό: Myanmar Now

Η χούντα στη Μιανμάρ επέλεξε τελικά να προχωρήσει σε κλιμάκωση της καταστολής, αλλά το κίνημα όχι μόνο δεν εγκαταλείπει τους δρόμους, αλλά δυναμώνει με απεργίες. Όταν ο στρατός ανέτρεψε την κυβέρνηση στις αρχές Φλεβάρη, θέλησε να το παρουσιάσει σαν μια ειρηνική, μεταβατική κίνηση που στηριζόταν από το ίδιο το Σύνταγμα. Οι πραξικοπηματίες όμως δεν περίμεναν τέτοια μαζική αντίσταση στους δρόμους από την πρώτη στιγμή και δεν ήταν σίγουροι πώς να αντιδράσουν. 

Οι διαδηλώσεις δεν έχουν σταματήσει ούτε στιγμή και το κίνημα έβαλε μπρος την τακτική της “πολιτικής ανυπακοής” που στην πράξη σημαίνει απεργία και καμιά συνεργασία με την στρατιωτική κυβέρνηση. Πλέον καταγράφονται πάνω από 50 νεκροί στους δρόμους και χιλιάδες συλλήψεις. Μόνο την περασμένη βδομάδα έπεσαν νεκροί τρεις διαδηλωτές την ίδια μέρα στην πρωτεύουσα Γιανγκόν, ενώ έγιναν μαζικές συλλήψεις εκατοντάδων φοιτητών και φοιτητριών. Παράλληλα παρά τις διακηρύξεις ότι θα σεβαστούν τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα, έκαναν εισβολές σε γραφεία μέσων μαζικής ενημέρωσης που στηρίζουν το κίνημα για τη δημοκρατία, αλλά και σε πολιτικά κόμματα.

Η 19χρονη Κιαλ Σιν έγινε ένα ακόμη σύμβολο του κινήματος αντίστασης. Τη δολοφόνησαν με μια σφαίρα στο κεφάλι. Είχε γίνει ήδη γνωστή από την τόλμη της στο δρόμο ως ηγέτης της νεολαίας που αντιστέκεται. Οι καραβανάδες έφτασαν να προσβάλουν τον τάφο της, ξεθάβοντας το σώμα της σε μια προσπάθεια να αποδείξουν ότι η δολοφονία της ήταν “προβοκάτσια”. Όλες οι κηδείες των αγωνιστών του κινήματος μετατρέπονται σε μαζικές διαδηλώσεις που δίνουν δύναμη σε ακόμη περισσότερο κόσμο για τη συνέχεια. Δεν είναι τυχαίο ότι η νεολαία βρίσκεται μπροστά μπροστά σε αυτή τη μάχη. Σε όλες τις δηλώσεις των αγωνιστών επαναλαμβάνεται το μοτίβο “Δεν θέλουμε τα παιδιά μας να ζήσουν το σκοτάδι που ζήσαμε εμείς”. Ο στρατός στη Μιανμάρ κυβερνούσε για δεκαετίες στήνοντας ένα αυταρχικό καθεστώς στο οποίο η νεολαία ήταν καταδικασμένη στη σιωπή. Από τότε που έγινε η μετάβαση στο κοινοβουλευτικό καθεστώς εδώ και 10 χρόνια, μια νέα γενιά έχει προχωρήσει σε έκρηξη συλλογικοτήτων, από τα πανεπιστήμια και κάθε είδους συλλόγους, μέχρι εκατοντάδες συνδικάτα στις καινούργιες βιομηχανίες της περιφέρειες της Γιανγκόν. 

8 Μάρτη

Από τις 8 Μάρτη, μια σειρά συνδικάτα κήρυξαν γενική απεργία διαρκείας, καλώντας όλο τον κόσμο να σταματήσει να πηγαίνει στη δουλειά. Οι απεργίες ήδη απλώνονταν σε μια σειρά χώρους, από τα υπουργεία μέχρι τα ορυχεία και τις βιομηχανίες που συνδέονται με τα συμφέροντα του στρατού, ενώ την ίδια στιγμή εξελίσσεται και μια εκστρατεία μποϊκοτάζ στα προϊόντα των εταιρειών του στρατού. “Αν συνεχίσουμε τις οικονομικές και εμπορικές δραστηριότητες σαν να μη συμβαίνει τίποτα, μόνος κερδισμένος θα είναι ο στρατός που θα καταστείλει την ενέργεια του λαού της Μιανμάρ. Η στιγμή για δράση σε υπεράσπιση της δημοκρατίας είναι τώρα”, λένε τα συνδικάτα στην ανακοίνωσή τους.

Στην πρωτοπορία του κινήματος βρίσκονται οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία γίνονται τα σημεία των πιο μαζικών προσυγκεντρώσεων, δίνουν κάλυψη και περιθάλπουν τον κόσμο που κυνηγάει η αστυνομία. Η κατάσταση προκαλεί πανικό στη χούντα, καθώς έχει καταρρεύσει όλο το πρόγραμμα εμβολιασμού, την ώρα μάλιστα που λίγες μέρες πριν από το πραξικόπημα η κυβέρνηση της Μιανμάρ καυχιόταν πως ήταν προετοιμασμένη για ένα γρήγορο και εκτεταμένο πρόγραμμα εμβολιασμού.

Αντίστοιχη κατάρρευση καταγράφεται και στην ενέργεια. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ίδιου του Υπουργείου, ανάμεσα σε 50% και 90% όλων των υπαλλήλων παίρνουν μέρος στις στάσεις εργασίας και τις απεργίες. Ένας διευθυντής λέει “Εδώ δουλεύουμε σαν ομάδα και το αποτέλεσμα είναι ότι όταν λείπει τόσο πολύς κόσμος, ακόμη κι αυτοί που έρχονται δεν μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους”. Στις 5 Μάρτη υπήρξε διακοπή σε ολόκληρο το εθνικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας. Μεγάλο φόβο στους καραβανάδες προκαλεί η μαζική συμμετοχή των εργαζόμενων στις τράπεζες και στα υπουργεία. “Δεν ξέρουμε το ακριβές ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων που συμμετέχουν, αλλά όσον αφορά τον τομέα της Υγείας, των μεταφορών και τις τράπεζες, ξέρουμε πως έχουν καταρρεύσει”, λέει μία πανεπιστημιακός από τη Γιανγκόν, η οποία στις δηλώσεις της αναφέρει επίσης ότι στο κίνημα για τη δημοκρατία, η τακτική της ανυπακοής χρησιμοποιεί εμπειρίες που έρχονται όχι μόνο από γειτονικές χώρες, αλλά και από την επανάσταση της Τυνησίας το 2011.

Το κυνηγητό της αστυνομίας την περασμένη βδομάδα μετατράπηκε σε οδοφράγματα και μάχες μέσα στις γειτονιές. Προσπαθώντας να περικυκλώσουν εκατοντάδες φοιτητές, τους έκλεισαν περιμετρικά μέσα σε γειτονιά της πρωτεύουσας, όπου έλπιζαν ότι θα τους συλλάβουν έυκολα. Αποτέλεσμα ήταν ότι οι διαδηλωτές βρήκαν καταφύγιο, ενώ η αστυνομία προσπαθούσε με βόμβες κρότου και απειλές να εκβιάσει τους κατοίκους. Ένας δημοσιογράφος μεταφέρει ότι μετά από ώρες βομβαρδισμού, ο κόσμος σταμάτησε να φοβάται και σε κάθε κρότο έβγαινε στα μπαλκόνια φωνάζοντας “Καλή χρονιά”, ενώ την ίδια στιγμή κάτοικοι από άλλες κοντινές γειτονιές έκαναν πορείες αλληλεγγύης που έφτασαν να “περικυκλώσουν” τους περικυκλωτές.

Βήμα

Η κήρυξη γενικής απεργίας είναι ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός. Όμως, η ηγεσία του κινήματος που συνδέεται με την ανατραπείσα πρωθυπουργό Αου Σαν Σου Τσι θεωρεί την πολιτική ανυπακοή σαν μέθοδο πίεσης που απευθύνεται κυρίως στη “διεθνή κοινότητα”. Η τακτική έχει αποτελέσματα, μιας και μια σειρά πρεσβείες και ενώσεις ξένων και ντόπιων καπιταλιστών δηλώνουν ότι δεν είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν με τη χούντα. Ακόμη και η Κίνα που προσπάθησε να χειριστεί με περισσότερη ισορροπία την κατάσταση, παίρνει τις αποστάσεις της από την καταστολή που εξαπολύουν οι πραξικοπηματίες. Όμως, κανείς δεν μπορεί να βασίζεται στις υποσχέσεις των καπιταλιστών και των ιμπεριαλιστών. Ανά πάσα στιγμή μπορούν να αλλάξουν ρότα. Το κρίσιμο είναι η απεργία να γίνει όπλο οργάνωσης από τα κάτω, να οργανωθεί η εναλλακτική λύση από τους ίδιους τους εξεγερμένους χωρίς να περιμένουν τη φθορά του στρατού. Και εκεί είναι που μπορούν να βρουν χώρο έκφρασης τα αιτήματα των εκατομμυρίων καταπιεσμένων, ανάμεσά τους οι εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες που υποφέρουν επί δεκαετίες εξίσου από τη χούντα και από τη δημοκρατία.