Η Άποψή μας
Απλώνουμε, ενώνουμε τους αγώνες

14/3, Διαδήλωση στα Χανιά

Πώς μπορούμε να απαλλαγούμε από το όργιο της αστυνομικής βίας; Το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξετάσει κανείς απαντώντας στο ερώτημα είναι οι συσχετισμοί δυνάμεων, οι ταξικοί συσχετισμοί. 

Η θεωρία που βλέπει την κυβέρνηση της ΝΔ να έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων του «νόμου και της τάξης» έχοντας μαζί της την «σιωπηλή πλειοψηφία» που την επικροτεί, ενώ το κίνημα και η Αριστερά παραμένουν «αποδυναμωμένα» λόγω της συνεχιζόμενης απογοήτευσης από τον ΣΥΡΙΖΑ, διαψεύδεται καθημερινά. Δεν έχουμε μπροστά μας μια παντοδύναμη αλλά μια αδύναμη κυβέρνηση, που πέφτει έξω ακόμη και στο γήπεδο που θεωρούσε προνομιακό. 

Η αποχώρηση των κυνηγημένων από τους κατοίκους χιλιάδων ενστόλων από τα νησιά τον Φλεβάρη του 2020 ήταν η πρώτη μεγάλη ήττα της κυβέρνησης σε αυτό το επίπεδο. Ακολούθησε το σπάσιμο των απαγορεύσεων που θέλησε να επιβάλει στο πρώτο λοκντάουν -στις συγκεντρώσεις στις πύλες των νοσοκομείων, στις διαδηλώσεις για το περιβάλλον, στις μαζικές συγκεντρώσεις των εργατών τέχνης και του επισιτισμού, στο μεγάλο αντιρατσιστικό συλλαλητήριο του Ιούνη. Η δεύτερη μεγάλη ήττα ήρθε στις 7 του Οκτώβρη στο Εφετείο σε ένα από τα μεγαλύτερα συλλαλητήρια της μεταπολίτευσης. 

Στο δεύτερο λοκντάουν, η κλιμάκωση της καταστολής, όλες οι απαγορεύσεις συναθροίσεων που επιχείρησε η κυβέρνηση έγιναν κουρελόχαρτα από τους απεργούς, τους φοιτητές, τον κόσμο που δεν φοβήθηκε και κατέβηκε μαζικά στο δρόμο.

Aπομονωμένη κυβέρνηση

Ούτε η άγρια καταστολή στη Νέα Σμύρνη δεν μπόρεσε να κρυφτεί πίσω από το φύλλο συκής του τραυματισμένου αστυνομικού. Μέρα τη μέρα, στο δρόμο, στα μπαλκόνια, στις πλατείες, στο διαδίκτυο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη απομονώνεται όλο και περισσότερο.  

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας βρίσκεται στα σχοινιά αντιμέτωπη με μια πλατιά και βαθιά οργή. Την οργή των εκατομμυρίων εργαζομένων που είναι εδώ και ένα χρόνο άνεργοι, την οργή των εργαζομένων που χτυπιούνται τα δικαιώματά τους την ώρα που οι χώροι εργασίας είναι πηγές υπερμετάδοσης. Την οργή των φοιτητών, των μαθητών και των εκπαιδευτικών για τα αίσχη της Κεραμέως στα σχολεία και τις σχολές. Την οργή για τους πρόσφυγες που πέρασαν το χειμώνα στα αντίσκηνα, την οργή των πλημμυροπαθούντων της Καρδίτσας, των σεισμοπαθούντων στην Σάμο και στην Ελασσόνα, των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που έμειναν χωρίς ρεύμα και νερό επί μέρες στην διάρκεια της «Μήδειας». Και βέβαια την οργή για την κάλυψη που δίνει στους πλούσιους (εκ)βιαστές μετά τις καταγγελίες.

Το χειρότερο γι’ αυτήν είναι ότι αυτή η οργή μπορεί και οργανώνεται. Οι «έκτακτες συνθήκες» δεν σταμάτησαν τις απεργίες των νοσοκομειακών, αντίθετα τους έβαλαν στην πρωτοπορία ενός ρωμαλέου εργατικού κινήματος. Οι εργαζόμενοι νοιώθουν τη δύναμή τους και οργανώνονται στα σωματεία, πιο πρόσφατο παράδειγμα το ΣΕΗ. Και η οργή γίνεται ριζοσπαστικοποίηση όσο ανύπαρκτη και αν είναι η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ.  

Σε τέτοιες συνθήκες, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι ένα κοινοβουλευτικό «μέτωπο για την προστασία της δημοκρατίας» σαν αυτό που ο Βαρουφάκης ζήτησε από ΚΚΕ και τον ΣΥΡΙΖΑ,  ένα αμυντικό στην ουσία «πλατύ μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων».  Αυτό που χρειάζεται είναι ένα ισχυρό μέτωπο της εργατικής τάξης και της νεολαίας που θα συνδέσει την αντίσταση στην καταστολή με όλα τα ρυάκια της οργής και της αντίστασης, τις μάχες ενάντια στην θανατερή διαχείριση της πανδημίας, την ανεργία και τη φτώχεια, τον ρατσισμό, τον σεξισμό. Για να συγκροτήσουμε μια δύναμη ανατροπής επιθετική, που θα στείλει μια ώρα αρχύτερα στα σκουπίδια την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και θα ανοίγει δρόμο για συνολικότερη ανατροπή. Αυτός είναι ο μόνος πραγματικός τρόπος για να μην επιτρέψουμε να χαθεί ούτε ένα δημοκρατικό δικαίωμα, ούτε μια ζωή από την επιδημία, ούτε μια θέση δουλειάς, ούτε ένας πρόσφυγας ακόμη στα νερά του Αιγαίου.

Αυτό δείχνει η εμπειρία από όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις που επιχείρησαν να κάνουν τα ίδια στο παρελθόν. Το 1990-93, όταν ο μπαμπάς Μητσοτάκης φυλάκιζε αγωνιστές με τον αντιτρομοκρατικό νόμο, κατηγορούσε αγωνιστές της Αριστεράς με εσχάτη προδοσία για το Μακεδονικό και έκλεινε τους απεργούς των λεωφορείων στην φυλακή, ήταν το εργατικό κίνημα που τον τελείωσε μια ώρα αρχύτερα. Το ίδιο συνέβη με την κυβέρνηση Καραμανλή όταν η αστυνομία δολοφόνησε τον Γρηγορόπουλο το 2008, το ίδιο συνέβη με την κυβέρνηση Σαμαρά, όταν έριξε το μαύρο στην ΕΡΤ. Τους έριξε τελικά το εργατικό κίνημα γενικεύοντας την σύγκρουση.     

Αλλά υπάρχει και άλλος ένας πολιτικός λόγος, γιατί το «πλατύ μέτωπο υπεράσπισης της δημοκρατίας» ή του «κράτους δικαίου» δεν αρκούν για να μας εξασφαλίσουν τίποτε από τα δύο. Έχουμε πλέον την εμπειρία των μεγάλων αγώνων του 2010-15 που πέτυχαν να γκρεμίσουν τέσσερις κυβερνήσεις πριν να έρθει τελικά στην εξουσία ο ΣΥΡΙΖΑ. Τότε, το κύριο αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι η μόνη «ρεαλιστική λύση» είναι ένα «πλατύ αντιμνημονιακό μέτωπο» που θα φέρει μια κυβέρνηση ικανή να διαχειριστεί το κράτος και θα βάλει τέλος στα μνημόνια – τόσο πλατύ ώστε να χωράει μέσα και τους ΑΝ.ΕΛ. Σήμερα ξέρουμε ότι εκείνη η στρατηγική απέτυχε. Όχι μόνο τα μνημόνια συνεχίστηκαν, όχι μόνο οι πρόσφυγες και οι μετανάστες κλείστηκαν σε στρατόπεδα, αλλά εξασφαλίστηκε και η «συνέχεια του κράτους». 

Ιδεολογικό υπόβαθρο αυτής της «ρεαλιστικής λύσης» ήταν η παλιά γραμμή του «λαϊκών μετώπων» με τις «προοδευτικές δυνάμεις» της άρχουσας τάξης πάνω σε «αστικοδημοκρατικά αιτήματα» απέναντι στα πιο «συντηρητικά» κομμάτια της άρχουσας τάξης. Σήμερα αυτή η πρόταση επανέρχεται. Η πολιτική κατεύθυνση που έχει δώσει ο Τσίπρας σαν εναλλακτική στην διακυβέρνηση Μητσοτάκη είναι μια εκλογική σύμπραξη με το ΚΙΝΑΛ σε  ένα «πλατύ μέτωπο υπεράσπισης της δημοκρατίας» απέναντι σε μια «χούντα».  Μια φόρμουλα νέας «ρεαλιστικής λύσης» συσπειρώνοντας από τους δυσαρεστημένους κεντροδεξιούς μέχρι και κομμάτια της υπόλοιπης Αριστεράς – φτάνει να βάλουν λίγο νερό στο κρασί τους. 

Διαχείριση ή ανατροπή;

Μόνο που αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί. Η διαχείριση του αστικού κράτους – που «κράτος δικαίου» ουδέποτε υπήρξε, πάντα ταξικό ήταν- από τα ρεφορμιστικά κόμματα της Αριστεράς και τις αστικές τους συμμαχίες, μπορεί να φαίνεται ότι ανοίγει ένα μικρό παράθυρο καθαρού αέρα κάτω από την πίεση του κινήματος, αλλά στην πράξη καταπίνει τους διαχειριστές του.

Στην πρώτη ορίτζιναλ εκδοχή του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 από τα αιτήματα της διάλυσης των ΜΑΤ και των ΜΕΑ περάσαμε στην δολοφονία του Καλτεζά και στο «μαζί σου Αρκουδέα (περιβόητος Αττικάρχης και εμπνευστής των επιχειρήσεων σκούπα) για μια Ελλάδα νέα». Τη δεκαετία του ’90 ήταν η δεύτερη «εκσυγχρονιστική» εκδοχή του σημιτικού ΠΑΣΟΚ που διαμόρφωσε το «φαινόμενο» Χρυσοχοΐδη, που τρώμε σήμερα στη μάπα! Το 2015 η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αφού έκαψε τις προσδοκίες του 62% του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, φρόντισε να εγγυηθεί δίπλα στη συνέχεια των μνημονίων και τη «συνέχεια του κράτους». 

Σήμερα περισσότερο από ποτέ, δίπλα στον αγώνα για να σπάσουμε την κρατική τρομοκρατία και να γκρεμίσουμε την κυβέρνηση Μητσοτάκη, χρειάζεται να χτίσουμε από τα κάτω την δική μας εργατική εναλλακτική. Πάμε στην απεργία της 18 Μάρτη και στα συλλαλητήρια της 20 Μάρτη με την ορμή της οργής ενάντια στους μπάτσους του Χρυσοχοΐδη αλλά και με την εμπειρία ότι χρειαζόμαστε ανατρεπτική και όχι αμυντική στρατηγική.