Ιστορία
150 χρόνια Κομμούνα

Ο Αρθούρος Ρεμπώ (αριστερά με το όπλο) δίπλα στη γκρεμισμένη στήλη του Ναπολέοντα

Τα ξημερώματα της 18 Μάρτη του 1871 φάλαγγες στρατιωτών βάδισαν στον λόφο της Μονμάρτης στο Παρίσι με εντολή να κατασχέσουν τα κανόνια της Εθνοφρουράς. Σύμφωνα με το σχεδιασμό της κυβέρνησης, αυτό θα ήταν η πρώτη πράξη μιας αιματοβαμμένης καταστολής. Τις φάλαγγες ακολουθούσαν αστυνομικοί και χαφιέδες με λίστες ονομάτων «ανατρεπτικών στοιχείων» για σύλληψη. 

Η κυβέρνηση ήθελε να ξεμπερδέψει με τις εργατικές οργανώσεις του Παρισιού και την πολιτοφυλακή που στη μεγάλη της πλειοψηφία την αποτελούσαν εργάτες και φτωχοί. Κι αυτοί όχι μόνο είχαν περάσει τα πάνδεινα στη διάρκεια της πολιορκίας από τον πρωσικό στρατό, αλλά είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί πολιτικά. 

Τον Ιούλη ο Αυτοκράτορας Ναπολέων Γ’ είχε κηρύξει τον πόλεμο στην Πρωσία. Ήταν ένα φιάσκο. Τον Σεπτέμβρη παραδόθηκε, και στο Παρίσι ανακηρύχτηκε η Δημοκρατία. Όμως, η «δημοκρατική» κυβέρνηση συνθηκολόγησε με την σειρά της με το Πρώσο βασιλιά και στράφηκε ενάντια στο Παρίσι. 

Το πρωί της 18 Μάρτη, όλα της πήγαν στραβά. Οι γυναίκες ξεσήκωσαν τις γειτονιές γύρω από την Μονμάρτη, ανακατεύθηκαν με τους φαντάρους και τους κέρδισαν με τη μεριά των εργατών. Μετά από λίγες ώρες συνεδρίασε η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς, οι αντιπρόσωποι των Συνταγμάτων της και διακήρυξε ότι το Παρίσι είναι πλέον στα χέρια της εργατικής τάξης. Στις 26 Μάρτη οι εκλογές που έγιναν στις γειτονιές της πόλης ανέδειξαν τους αντιπροσώπους για την Κομμούνα (τον Δήμο). 

Η Κομμούνα είχε γνωρίσει μέρες δόξας στην πιο ριζοσπαστική φάση της Γαλλικής Επανάστασης όντας το προπύργιο των Αβράκωτων του Παρισιού. Όμως, η Κομμούνα του 1871 ήταν κάτι πολύ διαφορετικό και νέο παρόλο που η μορφή της θύμιζε τα παλιά. 

Ο Μαρξ στην εισήγησή του στο Γενικό Συμβούλιο της Πρώτης Διεθνούς, που έχει μείνει γνωστή ως “Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Γαλλία” εντοπίζει ποιο ήταν το χαρακτηριστικό γνώρισμά της: «Το πραγματικό της μυστικό ήταν ότι αποτελούσε ουσιαστικά μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα της πάλης της παραγωγικής τάξης ενάντια στην τάξη των σφετεριστών, την ανοιχτή, τελικά, πολιτική μορφή με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας…».

Η μεγάλη πλειοψηφία των αντιπροσώπων στην Κομμούνα ήταν εργάτες. Και συνέχιζαν να πληρώνονται σαν εργάτες -15 φράγκα τη μέρα, 6.000 το χρόνο οι ίδιοι κι όσοι κατείχαν θέσεις στις υπηρεσίες της. Αυτό σήμαινε για παράδειγμα ότι ο Φρανσουά Ζουρντέ, ένας ταπεινός λογιστής που εκλέχτηκε Επίτροπος Οικονομικών ήταν τόσο φτωχός που η σύζυγός του έπρεπε να συνεχίσει να δουλεύει σαν πλύστρα για να τα βγάλουν πέρα. 

Άμεσα ανακλητοί

Ακόμα πιο σημαντικό ήταν ότι οι αντιπρόσωποι της Κομμούνας ήταν άμεσα ανακλητοί από τους εκλογείς τους. Ο Προλετάριος, η εφημερίδα του 11ου διαμερίσματος, προειδοποιούσε τους αντιπροσώπους: «Τα άτομά σας λίγο μετράνε στη ζυγαριά της Κομμούνας. Ο λαός έχει βαρεθεί τους ’σωτήρες’». 

Η Κομμούνα ήταν και νομοθετικό και εκτελεστικό σώμα. Δεν ψήφιζε φιλεργατικούς νόμους που έπρεπε να τους εφαρμόσει ένας μηχανισμός που είχε στηθεί για να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της εκμεταλλευτικής μειοψηφίας. Οι εργάτες αποφάσιζαν μέσω των αντιπροσώπων τους και υλοποιούσαν τις αποφάσεις τους. Ένα πολύβουο ποτάμι συνελεύσεων, διαδηλώσεων, συζητήσεων σε εκατοντάδες λέσχες και ενώσεις εξασφάλιζε τη συνεχή ροή αυτής της διαδικασίας.

Όταν έφυγε η κυβέρνηση για να εγκατασταθεί στις Βερσαλλίες, την ακολούθησαν οι αστοί με τις οικογένειές τους, τα κοσμήματα και όλα τα παράσιτα που έτρεφαν γύρω τους. Μαζί τους έφυγαν οι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι, οι γραφειοκράτες και κάθε λογής «ειδικοί». Μέχρι και τα αρχεία των νεκροταφείων πήραν μαζί τους. 

Όλοι τους περίμεναν ότι η ζωή στο Παρίσι, μια πόλη ενός εκατομμυρίου κατοίκων, θα αποδιοργανωνόταν ολοκληρωτικά. Σιγά μην ήταν ικανοί οι χτίστες, οι πλύστρες, οι μεροκαματιάρηδες να λειτουργήσουν υπηρεσίες και να εξασφαλίσουν τροφή, θέρμανση, δημόσια υγιεινή, σκέφτονταν εκείνοι που δεν είχαν δουλέψει ποτέ στη ζωή τους. Κι όμως, το Παρίσι λειτούργησε «ρολόι», η εργατική τάξη έβαλε όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες σε κίνηση, φτηνά και αποτελεσματικά. 

Τα μέτρα της Κομμούνας ήταν απλά και ταξικά. Δεκαεννιά στους είκοσι κατοίκους του Παρισιού ζούσαν στο νοίκι. Εκατοντάδες χιλιάδες χρωστούσαν μέχρι το λαιμό γιατί είχαν μείνει άνεργοι στη διάρκεια του πολέμου. Με ένα απλό διάταγμα η Κομμούνα έσβησε τα παλιά χρέη και έβαλε μορατόριουμ στα νέα. Η απόφαση πάρθηκε ύστερα από συζήτηση που διήρκεσε λιγότερο από μια ώρα. Το ίδιο το κείμενο του διατάγματος ήταν τρεις γραμμές.

Οι αρτεργάτες διαδήλωσαν ενάντια στη νυχτερινή εργασία που τους σακάτευε. Η Κομμούνα κατάργησε την νυχτερινή εργασία. Χιλιάδες ήταν οι άστεγοι. Η Κομμούνα φρόντισε να στεγαστούν όλοι, στα παλάτια και τα μέγαρα των πλουσίων που επίταξε.

Μαζί με την κυβέρνηση έφυγαν και οι μπάτσοι, οι χωροφύλακες, οι χαφιέδες και τα «αφεντικά» του υποκόσμου. Κι όμως, το έγκλημα σε όλες τις μορφές του μειώθηκε κατακόρυφα. Η εργατική τάξη δεν χρειαζόταν ένα διεφθαρμένο και βάρβαρο μηχανισμό όπως η αστυνομία για να ζει και να κινείται ελεύθερα και με ασφάλεια. 

Ο διεθνισμός και ο αντιμιλιταρισμός ήταν αναπόσπαστο κομμάτι των ιδεών των Κομμουνάρων. Στις 12 Απρίλη η Κομμούνα αποφάσισε να γκρεμίσει τη Στήλη της Βαντόμ, ένα άγαλμα του Ναπολέοντα (του «Μεγάλου») με βάση από το μέταλλο των κανονιών που είχε κυριεύσει ο γαλλικός στρατός. Όπως έλεγε το διάταγμά της: «Είναι σύμβολο ψεύτικης δόξας, ωμής βίας, μιλιταρισμού, μια προσβολή στη μνήμη νικητών και ηττημένων…».

Μια προσεκτική ματιά στις φωτογραφίες των Κομμουνάρων δίπλα στο πεσμένο άγαλμα, αποκαλύπτει έναν νεαρό Εθνοφύλακα με το όπλο εφ’ ώμου. Είναι ο Αρθούρος Ρεμπώ, ίσως ο πιο διάσημος από τους «καταραμένους ποιητές». Αργότερα θα έγραφε το πιο γνωστό ποίημα του, το Μεθυσμένο Καράβι, εμπνευσμένος από  την Κομμούνα. 

Οι εργάτριες πρωταγωνιστούν

Ένας άλλος μεγάλος ποιητής ο Πολ Βερλαίν υπηρέτησε πιστά την Κομμούνα στην επιτροπή για τον Τύπο. Το 1886 θα γράψει τη «μπαλάντα της Λουίζ Μισέλ», της πιο γνωστής, στις μέρες μας, αγωνίστριας της Κομμούνας. Χιλιάδες «απλές» εργάτριες πρωταγωνίστησαν στις μάχες της Κομμούνας. Ο ανταποκριτής μιας αστικής εφημερίδας εχθρικής στην Κομμούνα έγραφε: «Έχω δει τρεις επαναστάσεις, αλλά σε καμιά οι γυναίκες δεν είχαν συμμετάσχει με τόση αποφασιστικότητα… Φαίνεται ότι θεωρούν αυτή την επανάσταση δικιά τους και την υπερασπίζουν σαν να υπερασπίζουν το δικό τους μέλλον».

Η Κομμούνα δεν ήταν ένα απολίτικο σώμα. Στις γραμμές της υπήρχαν οργανωμένες τάσεις και ρεύματα –κόμματα θα λέγαμε σήμερα. Οι αδυναμίες τους ήταν κι οι αδυναμίες της Κομμούνας. Δεν άγγιξε για παράδειγμα τον χρυσό της Κρατικής Τράπεζας, δεν οργάνωσε έγκαιρα επίθεση στις Βερσαλλίες και άφησε την πρωτοβουλία στην αντίπαλη πλευρά.

Όμως, έτσι κι αλλιώς ο χρόνος έτρεχε εις βάρος της Κομμούνας. Το Παρίσι έμεινε μόνο του. Οι Πρώσοι απελευθέρωσαν 100.000 αιχμάλωτους για να αποκτήσει η κυβέρνηση των Βερσαλλιών επαρκή στρατεύματα. Στις 21 Μάη οι δυνάμεις «του νόμου και της τάξης» άρχισαν την επίθεση στο Παρίσι.

Αυτό που ακολούθησε ήταν η Ματωμένη Βδομάδα καθώς οι Κομμουνάροι έδιναν το αίμα τους κάτω από την κόκκινη σημαία τους. Οι εργατογειτονιές του Παρισιού μεταβλήθηκαν σε σωρούς ερειπίων από τα κανόνια. Διάφοροι υπολογισμοί μιλάνε για τρεις με δέκα χιλιάδες Κομμουνάρους πεσόντες στις μάχες εκείνης της βδομάδας (χίλιοι περίπου από την απέναντι μεριά). Οι δολοφονημένοι και οι εκτελεσμένοι στο μήνα που ακολούθησαν ήταν πέντε φορές περισσότεροι.  

Η άρχουσα τάξη ήθελε να σβήσει τη ζωντανή μνήμη του «κόκκινου» Ιούνη και της ίδιας της Κομμούνας. Στο λόφο της Μονμάρτης όπου εκτυλίχτηκε η πρώτη πράξη της Κομμούνας και όπου έπεσαν οι τελευταίοι υπερασπιστές της χτίστηκε ένας τεράστιος καθεδρικός ναός. 

«Όμως, η Κομμούνα δεν ξεχάστηκε. ‘Έζησε’ ξανά στις μεγάλες εργατικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα, γιατί ήταν ο προάγγελος, η πρώτη ‘έφοδος στον ουρανό’ -σύμφωνα με τα λόγια του Μαρξ- του τι σημαίνει η εργατική τάξη να παίρνει τον έλεγχο της ζωής της και να απελευθερώνει όλους τους καταπιεσμένους.


Διαβάστε επίσης