Ιστορία
200 χρόνια 1821: Και τότε και τώρα - Η κοινωνία αλλάζει με επαναστάσεις

Η κυβέρνηση σκόπευε να κάνει την επέτειο των 200 χρόνων της Επανάστασης του 1821 μια διεθνή φιέστα με υψηλούς προσκεκλημένους στην στρατιωτική παρέλαση. Αντί γι’ αυτά τα μεγαλεία, φαίνεται ότι μένει με τις γελοιότητες του εξώφυλλου του Βημαγκαζίνο και το τσαντάκι-φουστανέλα που κρατούσε η Γιάννα Αγγελοπούλου στην Αερόπολη (πωλείται έναντι του ευτελούς ποσού των 380 ευρώ). Όμως, η επέτειος του 1821 είναι πολύ σημαντική για να περιοριστεί η συζήτηση στα δικαιολογημένα γέλια για τα καμώματα της Επιτροπής της Αγγελοπούλου του Μαρινάκη και των «χορηγών». 

Είναι ανάγκη του κόσμου της Αριστεράς να έχει απαντήσεις στους πολλούς και επίμονους μύθους με τους οποίους η άρχουσα τάξη σκεπάζει το 1821. Η βάση τους είναι το αφήγημα ότι το «τρισχιλιόχρονο» έθνος ξύπνησε, για κάποιο λόγο, τότε και «όλοι οι Έλληνες ενωμένοι» πήραν το δρόμο του πεπρωμένου τους δίπλα στα πολιτισμένα έθνη της Ευρώπης. “Το ίδιο πρέπει να κάνουμε και σήμερα” είναι η μόνιμη επωδός.

Στο πέρασμα των χρόνων οι εμφάσεις μπορεί να αλλάζουν από την εξύμνηση της «πολεμικής αρετής των Ελλήνων» στις «εκσυγχρονιστικές απόπειρες» εμπνευσμένες από τη «πεφωτισμένη Δύση» ή σε ένα συνδυασμό των δύο. Άλλωστε για τη Δεξιά ιδιαίτερα το τσαρούχι και οι παπάδες ταίριαζαν πάντα αρμονικά με την «ευρωπαϊκή προοπτική», τα αμερικάνικα F-16 και τα γαλλικά Ραφάλ. 

 

Το εξώφυλλο του Βημαγκαζίνο που αποσύρθηκε


Η νέα έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου με τίτλο “Το 1821 και οι Αστικές Επαναστάσεις” είναι και όπλο για να καταρρίψουμε τους μύθους της άρχουσας τάξης και εργαλείο για να κατανοήσουμε τη σημασία της επανάστασης του 1821. 

Το πρώτο μέρος του βιβλίου αποτελείται από τρία κείμενα για το ίδιο το 1821. Πρόκειται για τα κείμενα του Π. Γκαργκάνα «200 χρόνια από την επανάσταση του ‘21: Η κοινωνία αλλάζει με επαναστάσεις», του Λ. Μπόλαρη «1821: Οι πρωταγωνιστές και τα αποτελέσματα της επανάστασης» και της Στ. Πανίδου «Η κοινωνική επανάσταση του 1821». 

Καταρχήν αυτά τα κείμενα μας βοηθάνε να προχωρήσουμε πέρα από τα «εθνικά κλισέ» -όπως τα ονομάζει πολύ πετυχημένα ο Π. Γκαργκάνας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: «Στα Προπύλαια του Πανεπιστήμιου της Αθήνας στέκονται στις δυο άκρες τα αγάλματα του Ρήγα Φεραίου και του Πατριάρχη Γρηγόριου Ε’. Η επίσημη εκδοχή εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παντρεύει τον επαναστάτη με τον πατριάρχη (που τον εχθρευόταν μέχρι θανάτου) σαν πατέρες του έθνους».  

Ο ίδιος Πατριάρχης που είχε αποκηρύξει τα «σατανικά» κηρύγματα του Ρήγα, θα αποκήρυσσε το 1821 και την Επανάσταση ενάντια στη «θεόθεν εφ’ ημάς τεταγμένην κραταιάν και αήττητον Βασιλείαν» του Σουλτάνου. Και βέβαια, όπως θυμίζει ο Λ. Μπόλαρης ένας από τους πιο επίμονους μύθους έχει συντηρηθεί για να παρουσιάσει τους δεσποτάδες και τους κοτζαμπάσηδες ως υποκινητές της Επανάστασης: «ο μύθος του λαβάρου της Αγίας Λαύρας που υποτίθεται ευλόγησε ο Παλαιών Πατρών Γερμανός (που …ξέχασε να το αναφέρει στα απομνημονεύματα του)».

Όμως, το βιβλίο μας βοηθάει να προχωρήσουμε πιο πέρα από την κατάρριψη των πιο κραυγαλέων εθνικιστικών μύθων. Σκιαγραφεί τις κοινωνικές διεργασίες -την εμφάνιση του καπιταλισμού- που διαμόρφωσαν την ελληνική εθνική συνείδηση, τις κοινωνικές τάξεις που καθόρισαν την πορεία και την έκβαση της Επανάστασης. 

Η επανάσταση συγκρούστηκε με μια φεουδαρχική απολυταρχία και άνοιξε το δρόμο για την ανάπτυξη των νέων κοινωνικών σχέσεων που φορέας τους ήταν η αστική τάξη. «Αυτή η τάξη…ζυμώθηκε με τις ιδέες του Διαφωτισμού και τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης. Στους κόλπους της διαμορφώθηκαν ο Ρήγας Φεραίος και οι σύντροφοί του, οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας που έγινε η οργανωτική και πολιτική ραχοκοκαλιά της Επανάστασης».

Τάξεις

Ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραφαν στο Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος ότι: «η ιστορία όλων των ως τα τώρα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων». Δεν ήταν «όλοι οι Έλληνες ενωμένοι» ούτε είχαν κοινά συμφέροντα κι επιδιώξεις ακόμα και στις πιο κρίσιμες στιγμές της αναμέτρησης.  

Όπως το θέτει το ρητορικό ερώτημα στο πρώτο κείμενο: «Τι ήταν αυτό που έσπρωχνε τους αγρότες να στρατολογηθούν στις δυνάμεις του Κολοκοτρώνη; Τι παρακινούσε τους ναύτες που είχαν τόσο πρωταγωνιστικό ρόλο στις μάχες της επανάστασης; Πώς μετατρέπονταν βολεμένοι έμποροι και καραβοκύρηδες σε επαναστάτες»; 

Το βιβλίο θα άξιζε και μόνο για τις απαντήσεις που προσπαθεί να δώσει σε αυτά τα ζητήματα. Τα κείμενά του μας θυμίζουν τον καταλυτικό ρόλο των «ναυτικών όχλων» στο ξέσπασμα της Επανάστασης στην Ύδρα -με αναφορά στον ίδιο τον «εθνικό ιστορικό» Κ. Παπαρρηγόπουλο- τη δίψα των αγροτών της Πελοποννήσου για τη γη που έλεγχαν οι Τούρκοι μπέηδες και οι Έλληνες κοτζαμπάσηδες, ή την εξέγερση και το όραμα για μια δίκαιη κοινωνία των αγροτών της Άνδρου. 

Δεν ήταν, όμως, οι «από κάτω» εκείνοι που καθόρισαν την έκβαση της Επανάστασης και γεύτηκαν τους καρπούς της. Το βασίλειο που τελικά διαμορφώθηκε μέσα και από τους γεοπολιτικούς ανταγωνισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής δεν ήταν η Πολιτεία που οραματιζόταν ο Ρήγας ή οι περισσότεροι Φιλικοί. Ήταν ωστόσο κράτος των αστών έστω κι αν χρειάστηκε να κάνουν μια σειρά συμβιβασμών με τους κοτζαμπάσηδες και την Εκκλησία. 

Με άλλα λόγια, τα κείμενα της έκδοσης επιμένουν στην «κοινωνική σημασία της επανάστασης του 1821» για να θυμηθούμε τον τίτλο του βιβλίου που έγραψε ο πρωτοπόρος μαρξιστής ιστορικός Γιάννης Κορδάτος το 1924.

Αστικές

Το μόνιμο ρεφρέν των απολογητών του καπιταλισμού είναι ότι όποια προβλήματα και αν έχει ο καπιταλισμός -εδώ οι γνώμες τους διίστανται- κάθε απόπειρα επαναστατικής ανατροπής του στην καλύτερη περίπτωση είναι φαντασιοκοπία και στη χειρότερη αιματοβαμμένος ολοκληρωτισμός. Όμως, η ίδια η αστική τάξη έγινε κυρίαρχη με επαναστάσεις. Γι’ αυτό οι απολογητές της προσπαθούν να τις εξοβελίσουν από την ιστορία ή να τις υποβιβάσουν σε τυχαίες «παρεκκλίσεις», έργο κάποιων φανατικών. 

Έτσι αντιμετώπισαν και την Αγγλική Επανάσταση αλλά ιδιαίτερα τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. Και γι’ αυτό έβαζαν και βάζουν στο στόχαστρο τις «κοινωνικές ερμηνείες» τους, ιδιαίτερα τη μαρξιστική θεωρία για τις αστικές επαναστάσεις. Η Επανάσταση του 1821 αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο. Τόνοι μελάνι χύθηκαν για να αποδείξουν ότι δεν είχε καμιά σχέση με την ανάδυση του καπιταλισμού, την ταξική πάλη κι ότι ήταν έκφραση του «προαιώνιου πόθου» ή του «Χριστού της Πίστης της Αγίας». 

Ακόμα και οι μελέτες που αναγνωρίζουν το χρέος του 1821 στο Διαφωτισμό φροντίζουν να αποφεύγουν τους επαναστατικούς σκοπέλους. Για να μην πάμε μακριά, στην ιστοσελίδα της ανεκδιήγητης Επιτροπής της Αγγελοπούλου διαβάζουμε το άρθρο του Τ. Πάηατ, πρεσβευτή των ΗΠΑ που ανακηρύσσει το 1821 ως την «πρώτη φιλελεύθερη επανάσταση της Ευρώπης». Κάτι Ροβεσπιέροι και καρμανιόλες δεν είναι του γούστου του κ. πρέσβη. 

Γι’ αυτό το λόγο το δεύτερο μέρος της έκδοσης του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου περιλαμβάνει δυο μεγάλα κείμενα που μας βοηθάνε να εντάξουμε το 1821 στη δυναμική των αστικών επαναστάσεων. 

Το κείμενο του Άλεξ Καλλίνικος με τίτλο ‘Οι  αστικές  επαναστάσεις και ο ιστορικός υλισμός’ αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος στην αντιπαράθεση με την «αναθεωρητική επέλαση» που είχε ξεκινήσει με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων από τη Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση.  Όπως γράφει: «οι αστικές επαναστάσεις είναι πολιτικές αλλαγές που διευκολύνουν την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής». Σαν τέτοιες θεωρεί όχι μόνο τις «κλασικές» (όπως στην Αγγλία ή τη Γαλλία) αλλά και τις «αστικές επαναστάσεις από τα πάνω» (τη Γερμανική Ενοποίηση, τον Αμερικάνικο Εμφύλιο, την Παλινόρθωση του Μέιτζι στην Ιαπωνία).

Στο κείμενό του ο  Κρις Χάρμαν, αναλύει διεξοδικά  τη  μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό. Παίρνει υπόψη του, όχι μόνο τον Μαρξ και τον Ένγκελς, αλλά τη συνεισφορά πλειάδας μαρξιστών ιστορικών σε μια συζήτηση που έχει ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1940 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Υλικές συνθήκες

Ο  Χάρμαν  επιμένει  ότι  δεν  μπορούμε  να  διαχωρίζουμε  την ταξική πάλη από τις υλικές συνθήκες μέσα στις οποίες διεξάγεται. Οι  αλλαγές  στις παραγωγικές δυνάμεις στη φεουδαρχία δημιούργησαν νέες σχέσεις παραγωγής, σχέσεις που ήρθαν σε σύγκρουση με την παλιά κοινωνία όταν αυτή μπήκε σε κρίση. Αυτές οι νέες σχέσεις δεν εκτόπισαν με μιας τη φεουδαρχική εκμετάλλευση, αλλά εξασφάλισαν μια μεγαλύτερη ή μικρότερη περίοδο μετάβασης, στη διάρκεια της οποίας οι περίοδοι της γαλήνης ή ακόμα και της συνεργασίας της παλιάς και της νέας (αστικής) εκμεταλλεύτριας τάξης διακόπτονταν από έντονες διαμάχες, επαναστάσεις και εμφυλίους πολέμους.

Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας, η μαρξιστική θεωρία των αστικών επαναστάσεων δεν είναι ακαδημαϊκή άσκηση, παρόλο που την έχουν πλουτίσει οι εργασίες των λαμπρότερων μαρξιστών ιστορικών. Οι κοινωνίες αλλάζουν με επαναστάσεις. Χρειαζόμαστε την ιστορική γνώση και τη θεωρία στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού από την εργατική τάξη. Μια επανάσταση δηλαδή που σε αντίθεση με τις αστικές όπως του 1789 ή του 1821 δεν θα είναι μόνο έργο της μεγάλης πλειοψηφίας αλλά θα γίνει και για τα συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας. Σε αυτή την προσπάθεια συμβάλει η έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου. 

Κώστας Πίττας

Μια κρίσιμη καμπή στην πορεία της Αριστεράς

Η συζήτηση για το χαρακτήρα της Επανάστασης του 1821 συνοδεύει την Αριστερά από την εμφάνισή της στην Ελλάδα. Για το επαναστατικό κόμμα που ιδρύθηκε το 1918, το ΣΕΚΕ, αυτή η συζήτηση είχε άμεση πολιτική σημασία. 

Ο πόλεμος στη Μικρά Ασία που γινόταν για τα συμφέροντα των ελλήνων καπιταλιστών και των Άγγλων ιμπεριαλιστών συνοδευόταν από την εθνικιστική προπαγάνδα που έδινε στο 1821 την αφετηρία για να πάρει ο ελληνικός στρατός την Πόλη. Δεν είναι τυχαίο ότι το 1921 ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ ανακηρύχτηκε άγιος από την Εκκλησία.  

Το 1924 ο Γιάννης Κορδάτος, ιδρυτικό μέλος του κόμματος και γραμματέας του για ένα διάστημα, δημοσίευσε το πρωτοποριακό έργο “Η Κοινωνική Σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821”. Στηριγμένος σε πηγές και τεκμήρια ο Κορδάτος διατυπώνει δυο θέσεις. Ότι το 1821 ήταν μια επανάσταση υπό την ηγεσία της αστικής τάξης που είχε διαμορφωθεί τον 18ο αιώνα. Ένα αιώνα μετά, «ο προοδευτικός της ρόλος προ πολλού παρήλθε», γράφει ο Κορδάτος και «μόνο η οργανωμένη εργατική τάξις είνε τάξις προοδευτική». Αυτή η τάξη «διά της κοινωνικής επαναστάσεώς της θα γίνη όχι μόνον ο καταλύτης των οικονομικών και πολιτικών δεσμών της αλλά και ο Ελευθερωτής όλων των καταπιεζομένων μαζών». 

Δεν είναι παράξενο λοιπόν που το βιβλίο του Κορδάτου προκάλεσε την οργή «όλων των βατράχων της πατριδοκαπηλείας» όπως τους ονόμασε, με πρώτη και καλύτερη την Ιερά Σύνοδο. 

Δέκα σχεδόν χρόνια μετά, όμως, ο Κορδάτος και το έργο του δέχτηκαν καταιγιστική επίθεση από μια αναπάντεχη κατεύθυνση, την ηγεσία του ΚΚΕ. Στα τέλη του 1933 ο Γ. Ζεύγος (πραγματικό όνομα Γ. Ταλαγάνης) σε μια σειρά άρθρων του στη Κομμουνιστική Επιθεώρηση, καταγγέλλει τον Κορδάτο ως «ιστορικό της μπουρζουαζίας» (της αστικής τάξης) συνολικά αλλά και για την ερμηνεία του για την Επανάσταση του 1821. Ο Κορδάτος απάντησε από τις σελίδες της αριστερής Νέας Επιθεώρησης. 

Αυτή την πολεμική συγκέντρωσε και κυκλοφόρησε σε ένα μικρό τόμο η Εφημερίδα των Συντακτών πριν δυο βδομάδες. Είναι μια πολύτιμη προσφορά στην συζήτηση που διεξάγεται στην Αριστερά σήμερα με αφορμή τα 200 χρόνια από το 1821. 

Πως έξαφνα ο Ζεύγος αποφασίζει ότι ο Κορδάτος είναι «ιστορικός της μπουρζουαζίας» και η άποψή του για το 1821 είναι για πέταμα; Την απάντηση πρέπει να την αναζητήσουμε στην αλλαγή της στρατηγικής του ΚΚΕ στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Το κόμμα εγκαταλείπει την στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης, στο όνομα της ολοκλήρωσης της «αστικοδημοκρατικής επανάστασης». Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι η επίθεση του Ζεύγου συμπίπτει ουσιαστικά χρονικά με την περίφημη απόφαση της 6ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (Γενάρης 1934) που διακηρύττει επίσημα αυτή την στροφή. 

Γραφειοκρατία

Οι ρίζες αυτής της στροφής βρίσκονταν στην επικράτηση του σταλινισμού στην Ρωσία. Η γραφειοκρατία με επικεφαλής τον Στάλιν εξοντώνει την Αριστερή Αντιπολίτευση και όλη την ιστορική ηγεσία των Μπολσεβίκων και τσακίζει τις κατακτήσεις του Οκτώβρη 1917. Η θεωρία του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα» ήταν η ιδεολογική έκφραση εκείνης της ανατροπής. Και υποπροϊόν αυτής της θεωρίας ήταν η κατάταξη όλων των χωρών σε μια σειρά κατηγορίες ανάλογα με το πόσα βήματα τους έμεναν για να «ολοκληρώσουν» την αστική επανάσταση. 

Σημείο καμπή για αυτή τη διαδικασία στο ΚΚΕ ήταν το 1931, όταν η σταλινική Κομιντέρν, διόρισε στην ηγεσία του τον Ν. Ζαχαριάδη. Έτσι αναδείχτηκε κι ο Ζεύγος στην θέση του ιδεολογικού εκφραστή της νέας ηγετικής ομάδας. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της ομάδας ήταν η απόλυτη ευθυγράμμιση με τις επιλογές της άρχουσας τάξης στην Ρωσία και κατ’ επέκταση της Κομιντέρν. 

Για παράδειγμα, ο Ζεύγος κατηγορεί σε ένα από τα κατεβατά του τον Κορδάτο ότι είναι: «κοινός λακές του κόμματος των Φιλελευθέρων». Όταν έγραφε αυτές τις φράσεις, η ηγεσία του Ζαχαριάδη εφάρμοζε ακόμα την γραμμή της λεγόμενης Τρίτης Περιόδου σύμφωνα με την οποία η σοσιαλδημοκρατία ήταν «σοσιαλφασισμός» εξίσου, αν όχι περισσότερο, επικίνδυνος από τους πραγματικούς φασίστες του Χίτλερ και του Μουσολίνι. Έτσι και για το ΚΚΕ υπήρχαν «βενιζελοφασίστες», «σοσιαλφασίστες» (οι μικρές σοσιαλδημοκρατικές ομάδες) «αγροτοφασίστες» (οι Αγροτιστές του Μεσοπολέμου) και «τροτσκιστοφασίστες». 

Ούτε τρία χρόνια αργότερα όμως, ο Ζαχαριάδης και ο Ζεύγος έκαναν την Αριστερά ουρά του αστικού κόμματος των Φιλελευθέρων, στην ελληνική εκδοχή του Λαϊκού Μετώπου, καταδικάζοντας σε ήττα το μεγάλο εργατικό κίνημα του 1936. Κι η στροφή στα Λαϊκά Μέτωπα είχε να κάνει με τις διπλωματικές επιλογές του Στάλιν και της ρωσικής γραφειοκρατίας. 

Οι «βενιζελοφασίστες» είχαν γίνει η «προοδευτική πτέρυγα» της αστικής τάξης αγκαλιά με την οποία θα ερχόταν η πραγματική δημοκρατία και θα ξεριζώνονταν τα «φεουδαρχικά κατάλοιπα». Το σχήμα ήταν έτοιμο από τις «επεξεργασίες» του Ζεύγου για το 1821 όπου από την μια μεριά ήταν οι «αστοτσιφλικάδες» και από την άλλη το «δημοκρατικό μπλοκ». 

Αξίζει να σκύψουμε σε αυτή την πολεμική σήμερα ή αφορά κάποιους μελετητές των «ιδεολογικών χρήσεων της ιστορίας»; (ο τίτλος του επιμέτρου που είχε γράψει ο ιστορικός Φίλιππος Ηλιού και περιλαμβάνεται στην έκδοση της ΕφΣυν). Η απάντηση είναι ναι, αξίζει. 

Όχι μόνο γιατί αναδεικνύεται η ανωτερότητα του ιστορικού Γ. Κορδάτου απέναντι στα τραβηγμένα από τα μαλλιά σχήματα του Ζεύγου. Αλλά και γιατί η συζήτηση για την στρατηγική της Αριστεράς δεν έχει μόνο παρελθόν αλλά και παρόν. 

Το 1934 ο Παντελής Πουλιόπουλος απάντησε στην απόφαση της 6ης Ολομέλειας με το βιβλίο με τίτλο «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα». Είναι η πιο σημαντική μαρξιστική μελέτη για τον ελληνικό καπιταλισμό και την ιστορία του. Είναι όμως και κάτι παραπάνω. Ο Πουλιόπουλος προειδοποιούσε από το 1934 ότι η εγκατάλειψη της σοσιαλιστικής επανάστασης δεν θα ανοίξει τις πλατιές λεωφόρους στην Αριστερά και την εργατική τάξη αλλά θα τα οδηγήσει σε πικρές ήττες. Η τραγική επιβεβαίωση ήρθε λίγα χρόνια μετά, με την ήττα του κινήματος της Αντίστασης που προδόθηκε από τις ίδιες τις αστικές συμμαχίες που του φόρτωνε η στρατηγική της «ανολοκλήρωτης αστικοδημοκρατικής αλλαγής». 

Σήμερα, με την πολιτική εμπειρία των προηγούμενων δεκαετιών, είναι ανάγκη να χτίσουμε την Αριστερά που έχει στο κέντρο της στρατηγικής της την απελευθερωτική δυναμική της οργανωμένης εργατικής τάξης, την Αριστερά που θα πατάει στον Πουλιόπουλο και όχι στον Ζαχαριάδη. 

Λέανδρος Μπόλαρης