Οικονομία και πολιτική
Σκάνδαλα κερδοσκοπίας: Φούσκες και “οικογενειακά γραφεία”

Στην Ελλάδα, το πιο γνωστό “οικογενειακό επενδυτικό γραφείο” ανήκει στη Μαριάννα Λάτση

Στα τέλη του Μάρτη η Archegos Capital, το «οικογενειακό επενδυτικό γραφείο» του (μέχρι εκείνη τη στιγμή) δισεκατομμυριούχου επενδυτή Μπιλ Χουάνγκ κατέρρευσε με πάταγο. Η Archegos διαχειριζόταν κεφάλαια ύψους 50 περίπου δισεκατομμυρίων δολαρίων. Από αυτά τα 10 δις ανήκαν στον Χουάνγκ και την οικογένειά του. Τα υπόλοιπα 40 τα δανειζόταν από τις τράπεζες. Οι σεισμικές δονήσεις που προκάλεσε η πτώση της ταρακούνησαν ολόκληρο τον πλανήτη. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις η Nomura, μια από τις μεγάλες τράπεζες της Ιαπωνίας, έχασε πάνω από δυο δισεκατομμύρια δολάρια. Η ελβετική Credit Suisse τουλάχιστον τέσσερα. 

Η κατάρρευση της Archegos έρχεται λίγες μόνο εβδομάδες μετά την, εξίσου ηχηρή, κατάρρευση της Greensill Capital, μιας χρηματοπιστωτικής εταιρίας που ειδικευόταν στα βραχυπρόθεσμα επιχειρηματικά δάνεια και είχε σαν σύμβουλό της, ανάμεσα σε άλλους και τον Ντέιβιντ Κάμερον, τον πρώην πρωθυπουργό της Βρετανίας. Η Greensill υπέβαλε επίσημα αίτηση πτώχευσης στις 8 Μάρτη. Η μαύρη τρύπα που άφησε πίσω της η χρεοκοπία της μετριέται και αυτή σε δισεκατομμύρια. Ανάμεσα στους χαμένους είναι και μια ολόκληρη σειρά από δήμους και κοινότητες της Γερμανίας που είχαν καταθέσει τα αποθεματικά τους στην θυγατρική της Greensill Bank. Λεπτομέρεια: ένας από τους κύριους πιστωτές της Greensill ήταν η Credit Suisse.

Κερδοσκόποι και απατεώνες

Τα οικονομικά επιτελεία αναζητούν τώρα τις απαντήσεις στις ιδιαιτερότητες, στα «κόλπα» που επέτρεψαν τόσο στην Greensill, όσο και στην Archegos να ξεφεύγουν συστηματικά από τους ελέγχους των εποπτικών αρχών. Το συμπέρασμα τους είναι απλό: το μόνο που χρειάζεται είναι να κλείσουν οι νομικές «τρύπες» που επιτρέπουν σε τυχοδιώκτες σαν τον Μπιλ Χουάνγκ ή τον Λεξ Γκρίνσιλ (το αφεντικό της Greensill) να κάνουν τα βρώμικα παιχνίδια τους.

Πρόκειται για ανέκδοτο. Η Archegos και η Greensill είχαν πράγματι δημιουργήσει δυο τεράστιες χρηματοπιστωτικές φούσκες. Αλλά δεν ήταν ούτε οι πρώτες ούτε οι τελευταίες. Οι πιστωτές τους ήταν οι μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου: όχι μόνο η Credit Suisse και η Nomura αλλά και η Goldman Sachs, η Deutsche Bank και η Morgan Stanley. Όλες τους ήξεραν πολύ καλά τι έκαναν. 

Ο Χουάνγκ ήταν ο ιδιοκτήτης και το αφεντικό της Tiger Asia, ενός κερδοσκοπικού hedge fund που χρεοκόπησε οριστικά πριν από δέκα περίπου χρόνια. Το 2008 οι χρηματιστηριακές αρχές του Χονγκ Κονγκ -στο οποίο δραστηριοποιούταν- τον είχαν κατηγορήσει για «αξιοποίηση εσωτερικών πληροφοριών» (είναι ποινικό αδίκημα) και τον είχαν αποκλείσει από την αγορά. Το 2012 του επιβλήθηκε πρόστιμο 44 εκατομμυρίων δολαρίων και πενταετής απαγόρευση αγοροπωλησιών μετοχών από τις αμερικανικές αρχές για τις ίδιες υποθέσεις. Με απλά λόγια, ήταν γνωστός απατεώνας. Αλλά αυτό δεν εμπόδισε καμιά από τις μεγάλες τράπεζες να τον εμπιστευθούν.

Ο Γκρίνσιλ δεν είχε πριν από την χρεοκοπία της εταιρίας του στις 8 Μάρτη μπλεξίματα ούτε με τη δικαιοσύνη ή τις αρχές. Ίσα – ίσα ήταν «δικός τους» άνθρωπος. Υπήρξε στέλεχος της  Morgan Stanley, της JP Morgan και της Citigroup. Είχε υπηρετήσει επίσης σαν σύμβουλος στη δεξιά κυβέρνηση του Κάμερον που με το στοίχημα του δημοψηφίσματος «κατάφερε» να βγάλει τη Βρετανία από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Είχε περάσει από τα καλύτερα σχολεία της κερδοσκοπίας δηλαδή. 

Οι μεγάλες τράπεζες δεν συνεργάζονταν με το Χουάνγκ και το Γκρίνσιλ επειδή «δεν ήξεραν». Συνεργάζονταν ακριβώς επειδή ήξεραν.

Αρπαγή

Ο Χουάνγκ κατάφερε μετά την κατάρρευση της Tiger Asia να αναγεννηθεί κυριολεκτικά από τις στάχτες του. Το 2020, οκτώ μόλις χρόνια μετά, η προσωπική του περιουσία ξεπερνούσε τα 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Την περιουσία αυτή την έχτισε από την επιθετική κερδοσκοπία στο χρηματιστήριο και τις χρηματαγορές. Ο Χουάνγκ κατάφερε να ξεπεράσει και την πενταετή απαγόρευση και τους ελέγχους των χρηματοπιστωτικών αρχών με δυο απλά κόλπα: πρώτον η εταιρία του δεν διαχειριζόταν (τυπικά) χρήματα τρίτων. Διαχειριζόταν την δική του περιουσία και την περιουσία της οικογένειάς του. Και οι εποπτικές αρχές δεν έχουν λόγο όταν πρόκειται για ιδιωτικά κεφάλαια. Δεύτερον η εταιρία του δεν αγόραζε πραγματικά τις μετοχές: έπαιζε στα «παράγωγα». Δηλαδή στοιχημάτιζε στην άνοδο ή την πτώση των τιμών των μετοχών τις οποίες δεν είχε κανένα λόγο να κατέχει. Οι νόμιμοι ιδιοκτήτες των μετοχών πάνω στις οποίες κερδοσκοπούσε ήταν οι τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν. Χάρη σε αυτόν τον καταμερισμό και οι δυο πλευρές -η Archegos και οι τράπεζες- έβγαιναν κερδισμένες αφού μπορούσαν να παίζουν μακριά από τα μάτια των ελεγκτικών αρχών και του νόμου. 

Ο Χουάνγκ δεν είναι μόνος. Τα «οικογενειακά επενδυτικά γραφεία» πολλαπλασιάζονται σαν τα μανιτάρια τα τελευταία χρόνια. Η εφημερίδα Financial Times εκτιμάει, επικαλούμενη διάφορες πηγές και μελέτες, ότι λειτουργούν αυτή τη στιγμή πάνω από 7000 γραφεία στις ΗΠΑ. Τα κεφάλαια που διαχειρίζονται πλησιάζουν τα 6 τρισεκατομμύρια -ένα ποσό σχεδόν διπλάσιο από αυτό που διαχειρίζονται τα «παραδοσιακά» hedge funds. Με άλλα λόγια τα «οικογενειακά γραφεία» έχουν γίνει σήμερα ο κυριότερος «παίχτης» στη σκακιέρα της κερδοσκοπίας. Η κινητήρια δύναμη πίσω από αυτή την στροφή των επενδυτών από τα hedge funds προς τα οικογενειακά γραφεία είναι οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν μετά το κραχ του 2008 από τις νομισματικές και χρηματιστηριακές αρχές, όπως ήταν ο νόμος Ντοντ-Φρανκ που επέβαλε η κυβέρνηση του Ομπάμα στις ΗΠΑ το 2010, για τον έλεγχο της κερδοσκοπίας. 

Οι περιορισμοί δεν άρεσαν ποτέ στους επενδυτές -που τους αντιμετωπίζουν σαν ένα εμπόδιο στο «νόμιμο δικαίωμά» τους να υφαρπάζουν, μέσα από τα χρηματιστηριακά παιχνίδια, τον πλούτο της κοινωνίας. Αλλά έγιναν ιδιαίτερα μισητοί τα χρόνια που ακολούθησαν το κραχ του 2008. Οι επενδυτές θεωρούσαν τώρα ότι οι νόμοι και οι έλεγχοι έβαζαν φραγμούς ανάμεσα στα χρήματα που τύπωναν οι κεντρικές τράπεζες για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της ύφεσης και τις τσέπες τους. Και όπως λέει και το ρητό, όπου υπάρχει θέληση υπάρχει και ο δρόμος. “Πως κατάφεραν οι βαθύπλουτοι να γίνουν κατά μισό τρισεκατομμύριο πλουσιότεροι στη διάρκεια της πανδημίας;» αναρωτιούνταν, με κραυγαλέα αφέλεια, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης πριν από μερικούς μήνες. Τσεπώνοντας το δημόσιο χρήμα ήταν η απλή απάντηση. Με νόμιμα κόλπα σαν του Χουάνγκ και του Γκρίνσιλ. Και των μεγάλων τραπεζών με τις οποίες συνεργάζονταν, φυσικά. 

Φούσκες

Από τα τρισεκατομμύρια που έχουν τυπώσει οι κεντρικές τράπεζες από το 2008 μέχρι σήμερα σχεδόν ούτε μια δεκάρα δεν έχει φτάσει στους απλούς ανθρώπους – τους εργάτες, τους άνεργους, τους συνταξιούχους, τους φτωχούς αγρότες. Και μόνο ένα μικρό κλάσμα από αυτά τα τρισεκατομμύρια έχει φτάσει στην πραγματική οικονομία -έχει μετατραπεί σε πραγματικές επενδύσεις, έχει γίνει μηχανήματα, εργοστάσια ή έργα υποδομής. Ο κύριος όγκος έχει καταλήξει -και συνεχίζει να καταλήγει- στην κερδοσκοπία, στα χρηματιστήρια, τις χρηματαγορές, τις αγορές ομολόγων και παραγώγων. Η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας θυμίζει το 2007-2008, την εποχή όπου οι τράπεζες και οι επενδυτές ανακάλυπταν τα «πλεονεκτήματα» των «στεγαστικών δανείων χωρίς εγγυήσεις». Το σκάσιμο εκείνης της φούσκας κατέληξε τον Σεπτέμβρη του 2008 στην χρεοκοπία της Λήμαν Μπράδερς που παρέσυρε ολόκληρο τον πλανήτη στην ύφεση, την κρίση χρέους και τα μνημόνια. 

Η Greensill και η Archegos δεν αποτελούν εξαιρέσεις, Ούτε μεμονωμένες περιπτώσεις. Είναι ο κανόνας. Οι χρεοκοπίες τους δεν οφείλονται στις ιδιαιτερότητές τους. Απλά είναι η αρχή του σπασίματος της νέας φούσκας που στήθηκε πάνω στα ερείπια της χρεοκοπίας του 2008. Πόσο γρήγορα θα σκάσει αυτή τη φορά η φούσκα, αυτό κανένας δεν μπορεί να το προβλέψει.

Κάποιοι προτείνουν σαν λύση τον «εκσυγχρονισμό» του νομικού πλαισίου έτσι ώστε να μην μπορούν οι επενδυτές να ξεφεύγουν από τους ελέγχους με κόλπα σαν τα «οικογενειακά γραφεία» και τις αγορές των «παραγώγων». Όπως, όμως, έχει δείξει η ιστορία των τελευταίων χρόνων κανένας νόμος και κανένας έλεγχος δεν μπορεί να σταματήσει την κερδοσκοπία. Για έναν πολύ απλό λόγο: η γιγάντωση της κερδοσκοπίας δεν είναι ασθένεια του καπιταλισμού. Είναι σύμπτωμα της γεροντικής του άνοιας. Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγούμε από τους Γκρίνσιλ και τους Χουάνγκ είναι να απαλλαγούμε από τον ίδιο τον καπιταλισμό.