Ποιοί φταίνε για το χρέος;

Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση του ΓΑΠ, οι τραπεζίτες, ο ΣΕΒ, η «τρόϊκα» και τα κάθε λογής παπαγαλάκια τους έχουν το θράσος να μας ζητάνε να δεχτούμε τις πιο παράλογες και αιματηρές θυσίες του «Μνημονίου 2» τάχα γιατί μ’ αυτό τον τρόπο θα αντιμετωπιστεί το χρέος. Είναι εθνική υπόθεση μας λένε, όλοι έχουμε καθήκον και υποχρέωση να βάλουμε πλάτη. Όμως, το χρέος δεν το δημιουργήσαμε εμείς, και όλα τα «επιχειρήματα» για το αντίθετο απλά στηρίζονται σε ψέματα.

Ψέματα…

Ψέμα είναι για παράδειγμα ο ισχυρισμός ότι οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα και γενικά στον «ευρωπαϊκό νότο» είναι τεμπέληδες που κατανάλωναν με τα δανεικά της ΕΕ, φουσκώνοντας μ’ αυτό τον τρόπο το δημόσιο χρέος. Ποιοι τεμπέληδες; Από το 1985 μέχρι το 2011 περίπου 625 δισεκατομμύρια ευρώ έχουν πληρωθεί στους τραπεζίτες για τόκους και χρεολύσια των δανείων. Πρόκειται για ένα ιλιγγιώδες ποσό, ίσο με τρία ΑΕΠ της Ελλάδας. Φανταστείτε όλον τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό να δουλεύει επί τρία χρόνια όχι μόνο χωρίς μισθό και εισοδήματα, αλλά και καταναλώνοντας μόνο αέρα κοπανιστό. Σήμερα το δημόσιο χρέος είναι κάτι παραπάνω από 300 δισεκατομμύρια ευρώ. Δηλαδή είναι πληρωμένο και διπλοπληρωμένο.

Για την ακρίβεια, είναι η εργατική τάξη που αιμοδοτεί κάθε χρόνο την εξυπηρέτηση του χρέους. Μια πρόσφατη μελέτη για την περίοδο 1995-2008 επισημαίνει ότι: «Οι κοινωνικές παροχές και οι συντάξεις των μισθωτών εργαζομένων χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από τους φόρους τους, ενώ παράλληλα επιδοτούν τις διάφορες κρατικές λειτουργίες που είτε ωφελούν άμεσα το κεφάλαιο είτε αποσκοπούν στη δημιουργία των υλικών και ιδεολογικών όρων για την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος. Η επιδότηση αυτή του κράτους από τους μισθωτούς εργαζόμενους είναι της τάξης του 6,5% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο, που καθόλου συμπτωματικά είναι σχεδόν ίση με τις πληρωμές για τόκους του δημόσιου χρέους την ίδια περίοδο (6,6% του ΑΕΠ)».

Η επίσημη κυβερνητική προπαγάνδα λέει ότι το πρόβλημα είναι το «μοντέλο ανάπτυξης» των τελευταίων δεκαετιών, οι «ευκαιρίες που χάθηκαν» να απαλλαγούμε από το «υπερτροφικό δημόσιο τομέα», ο οποίος με τη γραφειοκρατία και τις σπατάλες του μας έφτασε σε αυτό το χάλι. Σ’ αυτή τη προπαγάνδα βασίζονται για να πούνε ότι η λύση είναι οι ιδιωτικοποιήσεις, το πετσόκομμα των δημόσιων υπηρεσιών, οι απολύσεις συμβασιούχων αλλά και «μόνιμων» εργαζομένων, η διαρκής λιτότητα. Δεν έχει περάσει και πολύ καιρός από τότε που ο γνωστός Μίχαλος του ΕΒΕΑ όταν δεν κατακεραύνωνε τα συνδικάτα και τους διαδηλωτές διαρρήγνυε τα ιμάτιά του για την «πλημμύρα δημοσίων υπαλλήλων» που τους είχε φτάσει στο 1,5 εκατομμύριο!

Όμως, πάλι οι αριθμοί τους διαψεύδουν. Οι μισθοδοτούμενοι από το δημόσιο κάθε πιθανής κατηγορίας και εργασιακής σχέσης φτάνουν τις 750.000 άτομα. Και σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνονται τα σώματα ασφαλείας, οι δικαστές, οι παπάδες, δηλαδή στους μόνους που δεν σκέφτεται η τροϊκα να κάνει περικοπές. Από την άποψη της σύγκρισης του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων με το σύνολο των εργαζομένων, η Ελλάδα βρίσκεται πολύ πίσω στην κατάταξη από χώρες όπως η Βρετανία: εκεί οι «δημόσιοι» αποτελούν το 17,8% των εργαζομένων ενώ στην Ελλάδα το 11,4%. Και μιλάμε για τη Βρετανία, τη χώρα που έχει «γεννήσει» τη Θάτσερ και τον πιο υστερικό νεοφιλελευθερισμό.

Αλήθειες…

Η «κρίση χρέους» δεν έχει να κάνει με το τάδε ή το δείνα «στρεβλό» χαρακτηριστικό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας, δηλαδή του καπιταλισμού στην Ελλάδα. Το δημόσιο χρέος μεγάλωσε μέσα από τις κρίσεις που πέρασε και περνάει το καπιταλιστικό σύστημα διεθνώς από τη δεκαετία του 1970. Το 1993 για παράδειγμα, τη τελευταία χρονιά της διακυβέρνησης του Μητσοτάκη, το δημόσιο χρέος είχε φτάσει το 111,6% του ΑΕΠ.

Όμως, το χρέος παράμενε «διαχειρίσιμο» για την άρχουσα τάξη και τις κυβερνήσεις που υπηρετούσαν τα συμφέροντα και τις φιλοδοξίες της. Κάθε χρόνο ο κρατικός προϋπολογισμός περιλάμβανε ένα προκλητικά θεόρατο κονδύλι πολλών δις είτε σε δραχμές είτε στη συνέχεια σε ευρώ για την πληρωμή τόκων και χρεολυσίων στους τραπεζίτες. Με τη σειρά τους οι «διεθνείς αγορές» εκφράζανε την «εμπιστοσύνη» τους δίνοντας νέα δάνεια.

Αυτό που άλλαξε τα δεδομένα είναι η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση του καπιταλισμού. Το σπάσιμο της φούσκας των ακινήτων στην Αμερική το 2007 αποκάλυψε ότι τα μεγαθήρια του τραπεζικού τομέα ήταν χωμένα μέχρι το λαιμό με «τοξικά» προϊόντα.

Δεν ήταν κρίση μόνο των τραπεζών, ήταν κρίση του καπιταλισμού συνολικά. Για δεκαετίες τα κέρδη από την εκμετάλλευση των εργατών, οι καπιταλιστές δεν τα έκαναν επενδύσεις που θα τους εξασφάλιζαν σχετικά μικρά κέρδη. Προτιμούσαν να τα κατευθύνουν, μέσω των τραπεζών και των άλλων «ιδρυμάτων», σε φούσκες, σε κερδοσκοπία, σε κάθε είδους «τοξικά ομόλογα» σαν κι αυτά που λεηλάτησαν τα ασφαλιστικά ταμεία εδώ στην Ελλάδα.

Όταν τον Αύγουστο του 2008 κατέρρευσε η Λίμαν Μπράδερς, μια από τις ναυαρχίδες του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος, το σήμα του συναγερμού σήμανε για τις άρχουσες τάξεις και τις κυβερνήσεις τους σε όλο το πλανήτη. Αυτό που ακολούθησε ήταν μια τεράστια κρατική παρέμβαση στην οικονομία με στόχο τη διάσωση των τραπεζών. Οι ζημιές των τραπεζών «κρατικοποιήθηκαν» και ο λογαριασμός φορτώθηκε στις πλάτες των εργαζομένων.

Από τότε μέχρι σήμερα, τον κάθε στεναγμό ανακούφισης για την ανάσχεση της κρίσης τον έχει διαδεχθεί ο πανικός από ένα νέο παροξυσμό της. Η κυβέρνηση του Καραμανλή μιλούσε το 2008 και το 2009 για την «θωρακισμένη οικονομία» και δανειζόταν δεκάδες δις για να ενισχύσει τις τράπεζες. Στοιχημάτιζε ότι τα χειρότερα έχουν περάσει στην παγκόσμια οικονομία. Το ίδιο και ο Παπανδρέου όταν δήλωνε ότι «τα λεφτά υπάρχουν». Μετά ήρθε η κατάρρευση του Ντουμπάι και οι «αγορές» άρχισαν να ψάχνουν για την επόμενη Λίμαν Μπράδερς, για το επόμενο Ντουμπάι. Ο ελληνικός καπιταλισμός αναδείχθηκε σε νούμερο 1 υποψήφιο για χρεοκοπία μέσα από αυτές τις διαδικασίες.