Ιστορία
Από την “ουδετερότητα” στον “αντιφασισμό” και στον Δοσιλογισμό

Την άνοιξη του 1941 ολόκληρη η άρχουσα τάξη συνθηκολόγησε με τους ναζί και το πολιτικοστρατιωτικό της προσωπικό είτε πέρασε στον ανοιχτό δωσιλογισμό είτε την κοπάνησε για την Αλεξάνδρεια κάτω από τις -φιλελληνικές βεβαίως, βεβαίως- αγγλικές φτερούγες. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής κρίσης που κορυφώθηκε με τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα (και την Γιουγκοσλαβία) τα ξημερώματα της 6 Απρίλη του 1941.

Στα τέλη του 1939, όλα τα βαλκανικά καθεστώτα μοιράζονταν μερικά κοινά χαρακτηριστικά. Πολιτικά, ήταν δικτατορίες ανοιχτές ή καλυμμένες, με έκδηλες φιλοφασιστικές προτιμήσεις. Οι νικητές του προηγούμενου παγκόσμιου πολέμου είχαν χαράξει και τα σύνορα της Βαλκανικής. Το αποτέλεσμα ήταν ότι παρόλες τις βάρβαρες «ανταλλαγές πληθυσμών», δηλαδή εθνοκαθάρσεις, το κάθε κράτος περιλάμβανε μειονότητες που υφίσταντο κάθε λογής διακρίσεις.

Οικονομικά, όλες οι χώρες είχαν πληγεί σκληρά από την κρίση της δεκαετίας του ’30. Η ναζιστική Γερμανία αύξανε την οικονομική διείσδυσή της: στα τέλη της δεκαετίας του ’30 ήταν ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος των βαλκανικών κρατών. Με άλλα λόγια τα Βαλκάνια γίνονταν πάλι πεδίο ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Όμως, στις πρώτες φάσεις του πολέμου όλα τα κράτη έμειναν τυπικά ουδέτερα. Όχι μόνο από δική τους επιλογή. 

Ο βρετανικός ιμπεριαλισμός ήταν ικανοποιημένος από την ουδετερότητα της Ελλάδας. Είχε εξασφαλίσει ζωτικές εξυπηρετήσεις, όπως τον ελληνικό εμπορικό στόλο και το ναύσταθμο της Σούδας. Επίσης, φιλοδοξούσε να τραβήξει το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι της Ιταλίας στο πλευρό του. 

Αυτή η κατάσταση βόλευε και τη δικτατορία του Μεταξά στην Ελλάδα. Την είχε επιβάλλει ο βασιλιάς και οι στρατηγοί στις 4 Αυγούστου του 1936, με τις ευλογίες της Βρετανίας. Αλλά η δικτατορία της 4ης Αυγούστου δανειζόταν ανοιχτά από τον φασισμό: από το δημόσιο κάψιμο «ανθελληνικών» βιβλίων, τα Τάγματα Εργασίας και την υποχρεωτική ένταξη των νέων στην ΕΟΝ μέχρι τη στενή συνεργασία του πανίσχυρου υπουργού Ασφαλείας Κ. Μανιαδάκη («τον πιστό σκύλο του Μεταξά» όπως τον περιγράφει ο Σεφέρης) με τον Χίμλερ. 

Όμως, τα πράγματα άλλαξαν το φθινόπωρο του 1940. Η Γαλλία είχε καταρρεύσει το καλοκαίρι. Αυτό ανέτρεψε τις ισορροπίες ανάμεσα στον Χίτλερ και τον Στάλιν που είχαν μοιράσει την Πολωνία και τις χώρες της Βαλτικής τον Σεπτέμβρη του 1939 με τις μυστικές ρήτρες του περίφημου Συμφώνου Μη-Επίθεσης. Ο Στάλιν ζήτησε και τελικά πήρε από την Ρουμανία εκτός από τη Βεσσαραβία και τη βόρεια Βουκουβίνα. Το ρουμάνικο καθεστώς -δεν ήθελε και πολύ- στράφηκε στον Χίτλερ. 

Αυτό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τον Μουσολίνι που έτρεφε τις δικές του φιλοδοξίες για τους «απόγονους των Ρωμαίων» και τα πετρέλαιά τους. Και μιας και έχανε στη βόρεια Αφρική από τον εγγλέζικο στρατό αποφάσισε να ρεφάρει με ένα σύντομο πόλεμο αστραπή στην Ελλάδα. Έτσι φτάσαμε στις 28 Οκτώβρη του 1940 και το περίφημο «Όχι».

Το «εγχείρημα» του ιταλικού στρατού στέφθηκε με παταγώδη αποτυχία. Η εκστρατεία ήταν κακά οργανωμένη, με ελλιπείς δυνάμεις και οι προσδοκίες των σχεδιαστών της δεν πατούσαν στην πραγματικότητα. Από τα μέσα Νοέμβρη ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε την αντεπίθεσή του που τον έφερε βαθιά στο αλβανικό έδαφος. 

Ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες

Για την άρχουσα τάξη και τη δικτατορία του Μεταξά οι επιτυχίες στο μέτωπο σήμαιναν άνοιγμα της όρεξης για μεγαλύτερο μερίδιο στη μοιρασιά των Βαλκανίων. Όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ο γενικός διευθυντής του υπουργείου Εξωτερικών σχολιάζοντας την γερμανική «μεσολάβηση» στα τέλη Δεκέμβρη 1940, η Ελλάδα μπορούσε να δεχθεί μόνο όρους νικητή, δηλαδή μεγάλη αποζημίωση και «εδαφικές ρυθμίσεις», ουσιαστικά την προσάρτηση της Νότιας Αλβανίας (τη λεγόμενη Βόρειο Ήπειρο). 

Αυτές οι άθλιες φιλοδοξίες ωστόσο δεν μπορούσαν να κρύψουν από όσους διεύθυναν τον πόλεμο ότι ο Χίτλερ θα επέμβαινε στα Βαλκάνια. Όχι μόνο γιατί ήθελε να συνδράμει τον σύμμαχό του Μουσολίνι αλλά κυρίως γιατί ένα ενεργό βρετανικό προγεφύρωμα στην Ελλάδα θα απειλούσε τις πετρελαιοπηγές στο Πλοέστι της Ρουμανίας οι οποίες ήταν απολύτως απαραίτητες για την γερμανική οικονομία και στρατό. 

Έτσι άρχισαν τα σχέδια για πολεμική εμπλοκή της ναζιστικής Γερμανίας. Οι πρώτες διαταγές για την Επιχείρηση Μαρίτα, την εισβολή στην Ελλάδα, δόθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα με την εντολή για την κατάρτιση της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα, την εισβολή στην ΕΣΣΔ Νοέμβρη και Δεκέμβρη του 1940 αντίστοιχα. 

Παράλληλα, ο Τσόρτσιλ είχε αρχίσει κι αυτός να ονειρεύεται ένα βαλκανικό μέτωπο όπως αυτό που είχε ανοίξει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν τα γαλλοαγγλικά στρατεύματα είχαν καταλάβει τη Θεσσαλονίκη. Όμως, όπως του επεσήμαιναν οι στρατηγοί του οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές. 

Πολύ απλά η Βρετανική Αυτοκρατορία δεν διέθετε τις δυνάμεις για κάτι τέτοιο. Με το ζόρι κρατιόταν στη Βόρειο Αφρική. Στις πρώτες επαφές των Ελλήνων και Βρετανών στρατιωτικών τον Γενάρη του 1941, οι δυνάμεις που είχαν να προσφέρουν οι δεύτεροι ήταν τόσο συμβολικές που τα σχέδια μείνανε στα χαρτιά. 

Όμως, την 1 Μάρτη ο γερμανικός στρατός μπήκε στην Βουλγαρία. Η εισβολή ήταν πλέον βέβαιη. Κι έτσι το αγγλικό εκστρατευτικό σώμα άρχισε να αποβιβάζεται στον Πειραιά. 

«Συνεννόηση»

Η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων στην Βουλγαρία είχε προκαλέσει πανικό στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου (ο βασιλιάς είχε διορίσει τον Α. Κορυζή, διοικητή της Εθνικής Τράπεζας, πρωθυπουργό μετά το θάνατο του Μεταξά). Όλη η άρχουσα φοβόταν ότι «πήγε για μαλλί και βγήκε κουρεμένη» από την εμπλοκή της στον πόλεμο. 

Ο πανικός έγινε αιτία κωμικών καταστάσεων μόλις άρχισαν να καταφτάνουν τα πρώτα βρετανικά τμήματα. Ο επικεφαλής τους, αντιστράτηγος Γουίλσον, εξαναγκάστηκε να κυκλοφορεί με πολιτικά και ψευδώνυμο –«κύριος Βατ». Την ίδια στιγμή το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα, η παρουσία του οποίου υποτίθεται θα έμενε «κρυφή», έστηνε το αρχηγείο στο …ξενοδοχείο Ακροπόλ και οι Γερμανοί διπλωμάτες φωτογράφιζαν την βρετανική αποβίβαση στον Πειραιά.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, τμήματα του «πολιτικού προσωπικού» του καθεστώτος και των στρατηγών άρχισαν να καλοβλέπουν μια «συνεννόηση» με την Γερμανία. Στα μέσα Μάρτη ο Γερμανός πρόξενος της Θεσσαλονίκης ανέφερε στους ανωτέρους του ότι τον πλησίασε «κάποιος συνταγματάρχης Πετινής» που ζητούσε τη γερμανική συνδρομή στο τερματισμό του πολέμου στην Αλβανία. Ο πρόξενος σημείωνε ότι πίσω από τον συνταγματάρχη «βρισκόταν ένας στρατηγός ονόματι Τσολάκογλου». 

Ο Τσολάκογλου ήταν διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) που βρισκόταν στην Αλβανία. Και δεν ήταν μόνος του. Οι στρατηγοί Μπάκος και Δεμέστιχας διοικητές του Α’ και Β’ Σώματος του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου (ΤΣΗ) μοιράζονταν τις απόψεις του. Δηλαδή επρόκειτο για τους στρατηγούς που έλεγχαν περισσότερο από τα 2/3 του στρατού. 

Ο αρχιστράτηγος Παπάγος επέμενε ότι το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα με όσες ελληνικές δυνάμεις ήταν διαθέσιμες θα έπρεπε να δώσει τη μάχη του στην κεντρική Μακεδονία με στόχο την υπεράσπιση της Θεσσαλονίκης κι ότι ο στρατός που βρισκόταν στην Αλβανία έπρεπε να μείνει στις θέσεις του. Το «σχέδιο» στηριζόταν στην είσοδο της Γιουγκοσλαβίας στον πόλεμο. Όχι μόνο για να αποκρουστεί η γερμανική εισβολή, αλλά και για να προελάσει ο ελληνικός στρατός με τον γιουγκοσλαβικό στην Αλβανία (και να τη διαμελίσουν στη συνέχεια). 

 Όμως, η άρχουσα τάξη στην Γιουγκοσλαβία ήταν ακόμα πιο βαθιά διαιρεμένη από την ελληνική. Αντί για συμμαχία, στις 25 Μάρτη η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση υπό τον πρίγκιπα Παύλο υπέγραψε προσχώρηση στο φασιστικό Άξονα. Όμως, οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες φρόντισαν να οργανώσουν ένα στρατιωτικό πραξικόπημα που εγκατέστησε μια φιλοαγγλική κυβέρνηση. Αν οι Γερμανοί είχαν «καπαρώσει» τον αντιβασιλέα πρίγκιπα Παύλο, οι Εγγλέζοι διέθεταν τον ανήλικο βασιλέα Πέτρο.

Πανικός

Η γερμανική εισβολή ξεκίνησε τα ξημερώματα στις 6 Απρίλη. Συνήθως, οι περιγραφές αυτών που ακολούθησαν επικεντρώνονται στην άμυνα των οχυρών της «γραμμής Μεταξά», όπως το Ρούπελ, στην ανατολική Μακεδονία. Τα οχυρά παραδόθηκαν μετά από σκληρές μάχες στις 9-10 Απρίλη. 

Όμως, η αποφασιστική εξέλιξη ήρθε από την κατεύθυνση που όλοι οι επιτελείς πραγματικά περιμένανε, από τα σύνορα με την Γιουγκοσλαβία. Η αδύνατη γιουγκοσλαβική άμυνα κατέρρευσε, και μέσα σε τρεις μέρες οι γερμανικές μονάδες απειλούσαν και τη Φλώρινα και με προέλαση από την κοιλάδα του Αξιού προς την Θεσσαλονίκη. Όλη η ελληνο-βρετανική διάταξη βρέθηκε στον αέρα. 

Για τους Βρετανούς είχε έρθει η ώρα του φευγιού. Οσο για τις κορυφές του ελληνικού κράτους, ο συντηρητικός ιστορικός Ι. Κολιόπουλος αναφέρει πως: «Συμπτώματα ηττοπάθειας ή και πανικού μεταξύ μελών της Κυβέρνησης και στελεχών του Γενικού Στρατηγείου ήταν έκδηλα ευθύς μετά τη γερμανική εισβολή και ιδίως μετά τη διάσπαση του μετώπου στην Κεντρική Μακεδονία. Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο βασιλιάς Γεώργιος αντιμετώπιζε μια πανικόβλητη Κυβέρνηση και ηττοπαθείς αξιωματικούς, και προσπαθούσε με διάφορα μέτρα να συγκρατήσει την κατάσταση». Να την συγκρατήσει μέχρι να ετοιμάσει τις βαλίτσες του δηλαδή.

Και δεν ήταν απλά «κάποια μέλη» της κυβέρνησης. Ο αρχιστράτηγος Παπάγος, που διηύθυνε τον πόλεμο από το υπόγειο του Μ. Βρεταννία, πρότεινε στις 16 Απρίλη στον Γουίλσον να αποχωρήσουν τα βρετανικά στρατεύματα «για να μην καταστραφεί η χώρα». Τυπικά τέτοια πρόταση μπορούσε να κάνει μόνο η κυβέρνηση. Την προηγούμενη είχε συναντηθεί με τον συνταγματάρχη Γρηγορόπουλο που του μετέφερε το αίτημα των στρατηγών του μετώπου για «πολιτική λύσιν». 

Στις 18 Απρίλη οι σωματάρχες Τσολάκογλου, Δεμέστιχας και Μπάκος πέρασαν στις πράξεις. Έστειλαν τελεσίγραφο 12 ωρών για συνθηκολόγηση, αλλιώς θα σχημάτιζαν κυβέρνηση που θα έκανε τις απαραίτητες κινήσεις. Είχαν και την υποστήριξη του Σπυρίδωνα, μητροπολίτη Ιωαννίνων, που ήθελε να γίνει πρωθυπουργός της. Το βράδυ ο πρωθυπουργός Κορυζής αυτοκτόνησε. Για τρεις μέρες επικρατούσε χάος στην κυβέρνηση που δεν είχε πρωθυπουργό.

Ο Τσολάκογλου, με την παρότρυνση των άλλων σωματαρχών, καθαίρεσε ουσιαστικά τον διοικητή του ΤΣΗ, στρατηγό Πιτσίκα, και ανέλαβε τη διοίκηση. Αμέσως συναντήθηκε με τους Γερμανούς αξιωματικούς και υπέγραψε την συνθηκολόγηση. 

Διάλυση

Ουσιαστικά, ο Τσολάκογλου και οι «νικητές της Αλβανίας» στρατηγοί οργάνωσαν στάση εν καιρώ πολέμου, πράξη που κανονικά επέσυρε την ποινή του θανάτου. Αλλά για τον Παπάγο, το βασιλιά και την όποια κυβέρνηση είχε απομείνει, οι στρατηγοί είχαν απλά «προσβληθεί από την ασθένεια της ηττοπάθειας», την ίδια στιγμή όλοι τους έδιναν διαταγές να εκτελεστούν ως «δειλοί» λιποτάκτες εξαντλημένοι φαντάροι που απλά ξεκινούσαν να γυρίσουν σπίτι τους. 

Ο Τσολάκογλου και οι μετέπειτα απολογητές του υποστήριζαν ότι η συνθηκολόγηση έγινε για να «σωθεί η τιμή του στρατεύματος» (να μη παραδοθεί στους Ιταλούς) και να σωθεί η χώρα από την καταστροφή. Η αλήθεια είναι ότι αυτός, οι άλλοι στρατηγοί και όσοι τους υποστήριξαν πόνταραν στη γερμανική νίκη στον πόλεμο με τα ανάλογα οφέλη  που θα έφερνε αυτό το ποντάρισμα για τα «εθνικά δίκαια» δηλαδή την άρχουσα τάξη. 

Στις 25 Απρίλη, ο Τσολάκογλου έστειλε επιστολή στον Χίτλερ στην οποία δήλωνε ότι «η στρατιά Ηπείρου Μακεδονίας» ήταν έτοιμη να: «προσφέρει τας υπηρεσίας της διά να σχηματισθή μια Κυβέρνησις εις την Αθήνα. Υποσχόμεθα εις την Α.Ε Φύρερ του γερμανικού λαού να υπηρετήσωμε κατά τον τρόπον που θα υπεδείκνυε ο ίδιος».  Αργότερα, ο Μπάκος που θα γινόταν υπουργός Άμυνας της δοσιλογικής κυβέρνησης θα προσπαθούσε να σχηματίσει μια «Κυανόλευκη Μεραρχία» για να πολεμήσει στο ρωσικό μέτωπο. 

Στις 27 Απρίλη ο φρούραρχος Αθηνών υποστράτηγος Καβράκος παρέδωσε χαμογελαστός τα «κλειδιά» της πόλης στον Γερμανό αντισυνταγματάρχη και είχε στο πλάι του το δήμαρχο Αθηναίων Πλυτά, τον δήμαρχο Πειραιά Μανούσκο και το νομάρχη Πεντεζόπουλο. Ο Καβράκος τον Φλεβάρη του 1925 είχε ανοίξει ο ίδιος πυρ ενάντια στη διαδήλωση των αγροτών και των εργατών στα Τρίκαλα (εφτά δολοφονημένοι). Εκπροσωπούσε δηλαδή την «συνέχεια του κράτους». Αργότερα θα αναλάμβανε την υπηρεσία συγκέντρωσης σιτηρών για λογαριασμό της πρώτης δοσιλογικής κυβέρνησης και άρα είχε το δικό του μερτικό στην πείνα του 1941-42. Εκτελέστηκε από τον ΕΛΑΣ στη διάρκεια των Δεκεμβριανών του 1944. 

Εν τω μεταξύ ο βασιλιάς και η κυβέρνηση είχαν φύγει από την Αθήνα το βράδυ της 22 Απρίλη. Πρωθυπουργός είχε ορκιστεί ο Τσουδερός, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας μέχρι το 1939. Ο Τσουδερός ισχυρίστηκε ότι πρώτα πήρε την έγκριση του Ελ. Βενιζέλου. Βέβαια, ο Βενιζέλος είχε πεθάνει το 1936. Όμως, ο Τσουδερός είχε τα μέσα, επικοινώνησε με το πνεύμα του μακαρίτη μέσω μέντιουμ όπως θα έγραφε αργότερα. Αυτός ο παλιάτσος δήλωνε από την ασφάλεια του Λονδίνου τον Νοέμβρη του 1941: «Οραματίζομαι την Ελλάδα, μετά τον πόλεμο, μεγαλυτέραν και υπερήφανον, περιλαμβάνουσα και την Βόρειον΄Ήπειρον, την Μακεδονίαν, την Θράκην, την Δωδεκάνησο και την Κύπρον». (εννοούσε τη Βόρεια Μακεδονία και την Ανατ. Θράκη).

 

20/4/41, Ο Τσολάκογλου συνθηκολογεί με τους Γερμανούς αξιωματικούς

 

Οι Καβράκος και φον Σέιμπεν


Το “Αρχαίο Πνεύμα” δεν σκεπάζει τα αίσχη τους

Στο επίσημο γεύμα στο Προεδρικό Μέγαρο για τα 200 χρόνια από το 1821 οι επίσημοι προσκεκλημένοι, πριν επιτεθούν στον κιμά γαρίδας και το υπόλοιπο μενού, δεν ξέχασαν στις ομιλίες τους να μιλήσουν για την κληρονομιά της αρχαιότητας. 

Ο αιώνιος διάδοχος του βρετανικού θρόνου για παράδειγμα μας αποκάλυψε ότι «ένα κομμάτι της Ελλάδας ζει μέσα σε όλους μας» κι ότι η χώρα είναι «η πηγή του δυτικού πολιτισμού». Ο Μακρόν είπε στην ΕΡΤ για το «χρέος της Ευρώπης» στην αρχαία Ελλάδα και βέβαια ανήμερα της επετείου ο Μητσοτάκης και η ΠτΔ παρακολούθησαν την έπαρση της σημαίας στον «ιερό βράχο της Ακροπόλεως». 

Όμως, υπάρχει και μια άλλη επέτειος που προτιμάει να ξεχνάει η άρχουσα τάξη και να την καταχωνιάζει στις πιο ανήλιαγες σελίδες της ιστορίας του ελληνικού κράτους. Ογδόντα χρόνια πριν, στα τέλη Απρίλη και τις αρχές του Μάη του 1941, κάποιοι άλλοι επίσημοι επισκέπτονταν την Ακρόπολη που συμβόλιζε και για αυτούς την «πηγή του δυτικού πολιτισμού». Ήταν ο στρατάρχης Βάλτερ φον Μπράουχιτς, αρχηγός ακόμα του γερμανικού γενικού επιτελείου, με την ακολουθία του. Λίγες μέρες μετά ο Χ. Χίμλερ ο αρχηγός των SS ξέκλεψε κι αυτός λίγο χρόνο για να θαυμάσει από κοντά την Ακρόπολη. 

Οι ναζί παραληρούσαν ότι οι αρχαίοι Έλληνες προέρχονταν απ’ την «Άρια Φυλή» από το βορρά και οι ίδιοι ήταν οι απόγονοί της. Γι’ αυτό για παράδειγμα ο Γκέμπελς έστησε τους Ολυμπιακούς του 1936 στο Βερολίνο με αρχαιοελληνικές αναφορές (όπως η μεταφορά της «ολυμπιακής φλόγας») και δυο χρόνια μετά, η Λ. Ρίφενσταλ, η επίσημη σκηνοθέτρια του Χίτλερ, έβαζε ένα μπρατσωμένο «Άριο» να παριστάνει το Δισκοβόλο του Μύρωνα και να ανοίγει την ταινία της για την Ολυμπιάδα του Βερολίνου. 

Η κληρονομιά του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού δεν ξεπλένει τα εγκλήματα της αστικής τάξης όσες λαθροχειρίες κι αν προσπαθούν να κάνουν.

 

Ο φον Μπράουχιτς στην Ακρόπολη


Διαβάστε επίσης


 

Οι σπόροι της Αντίστασης

Αυτή ήταν η εικόνα που παρουσίαζαν οι «από πάνω» την άνοιξη του 1941. Τι γινόταν όμως, με τους «από κάτω»; Όταν ξέσπασε ο πόλεμος τον Οκτώβρη του 1940 αυτό που κυριάρχησε ήταν όντως ο πολεμικός, πατριωτικός ενθουσιασμός. Οι έφεδροι όντως πήγαιναν «με το χαμόγελο στα χείλη» όπως έλεγε το γνωστό τραγούδι της Βέμπο. Αλλωστε κι ο Ζαχαριάδης, ο φυλακισμένος αρχηγός του ΚΚΕ έγραφε -και οι εφημερίδες δημοσίευαν- ότι: «Στον πόλεμο αυτό που τον διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις, δίχως επιφύλαξη»,

Όμως, ο πόλεμος αναδεικνύει πάντα με τον πιο έντονο τρόπο το ταξικό χάσμα στην κοινωνία. Για την άρχουσα τάξη οι φαντάροι ήταν κρέας για τα κανόνια. Κι αυτή η αίσθηση μεγάλωνε κάθε μέρα που περνούσε με τη φρικτή πραγματικότητα των μαχών στα χιονισμένα βουνά. Εν τω μεταξύ στα μετόπισθεν η “καλή κοινωνία” έκανε πατριωτικούς εράνους ενώ ζούσε μέσα στην πολυτέλεια αλλά στις εργατογειτονιές εμφανίζονταν τα πρώτα σημάδια των ελλείψεων που θα οδηγούσαν στον φονικό λιμό του 1941-42.

Φτάνοντας τα μέσα Απρίλη 1941, ολόκληρες μονάδες που υποχωρούσαν από το μέτωπο της Ηπείρου απλά φυλλορροούσαν με μαζικές λιποταξίες. Σε κάποιες περιπτώσεις οι φαντάροι απειλούσαν με τα όπλα αξιωματικούς που πήγαιναν να επαναφέρουν την «πειθαρχία». 

Οι φαντάροι, με τις τρομακτικές εμπειρίες του μετώπου χαραγμένες στο μυαλό και τα κορμιά τους, γύρισαν σε πόλεις και χωριά που ζούσαν τα χτυπήματα της πείνας, του θανάτου και της φασιστικής καταπίεσης. Ολόκληρη η άρχουσα τάξη βρέθηκε στην απέναντι πλευρά. Συνεργάζονταν είτε με τους ναζί, είτε με τους Εγγλέζους συμμάχους -συχνά και με τους δυο- ενώ κερδοσκοπούσε ασύστολα στην «κανονική» και στη «μαύρη» αγορά. 

Τον Μάη του 1941 ο φυλακισμένος επαναστάτης μαρξιστής Παντελής Πουλιόπουλος έγραφε:

«Το πρώτο επαναστατικό ‘ξέφωτο’ και η πρώτη νέα επαναστατική εξόρμηση των μαζών μπορεί ν' αρχίσει στην Ευρώπη κι από τα Βαλκάνια», Δυο μήνες μετά συμπλήρωνε: «Το προλεταριάτο αρχίζει να σηκώνει κεφάλι και πάλι. Τα τανκς και τα στούκας του Χίτλερ, οι μεραρχίες και οι καραμπινιέροι του Μουσολίνι, οι νέοι Μανιαδάκηδες και Τσολάκογλου… δεν θα μπορέσουν να πνίξουν το ξέσπασμα της αγανάκτησης των μαζών που άρχισε κιόλας».

Οι εμπειρίες του 1941 έριξαν τον σπόρο της Αντίστασης, της νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε.