ΔΙΕΘΝΗ: Ανταπόκριση από την Τουρκία

Η κυβέρνηση του Κόμματος της Δικαιοσύνης και της Ανάπτυξης (AKP) είναι μια συντηρητική κυβέρνηση που εφαρμόζει νεοφιλελεύθερες πολιτικές αυστηρά με βάση τις επιθυμίες των μεγάλων επιχειρήσεων, κι όμως το AKP πήρε 48,8% των ψήφων, 3% παραπάνω από ό,τι στις προηγούμενες εκλογές και 15% περισσότερο σε σχέση με το 2002.

Υπάρχουν δύο λόγοι πίσω από τη συνεχιζόμενη υψηλή δημοτικότητα του Ερντογάν. Η σχετική οικονομική σταθερότητα και η αίσθηση που έχει ο κόσμος ότι η παρούσα κυβέρνηση αμφισβητεί την ισχύ του στρατιωτικού κατεστημένου.

Η τουρκική οικονομία είναι πλέον η 17η ισχυρότερη στον κόσμο. Τα τελευταία εννιά χρόνια που το AKP βρίσκεται στην εξουσία, η οικονομία αναπτύσσεται με 7% το χρόνο κατά μέσο όρο. Έχει καταφέρει να αποφύγει τις καταστροφικές συνέπειες της κρίσης που διαλύει τις οικονομίες της Δύσης. Το 2008, όταν ξέσπασε η κρίση στις ΗΠΑ και εξαπλώθηκε στην Ευρώπη, ο Ερντογάν είπε: “Η τουρκική οικονομία δεν θα επηρεαστεί”. Η αντιπολίτευση, της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένης, αντιμετώπισε σκωπτικά αυτή τη δήλωση.

Ωστόσο, ο Ερντογάν σε μεγάλο βαθμό δικαιώθηκε. Η ανάπτυξη συνεχίστηκε, μάλιστα σε ορισμένες περιόδους η Τουρκία ήταν στη δεύτερη θέση παγκοσμίως μετά την Κίνα. Ενώ, την περασμένη χρονιά η ανεργία μειώθηκε κάπως.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι για όλα αυτά, και λίγοι έχουν να κάνουν με οποιεσδήποτε ιδιαίτερες ικανότητες της κυβέρνησης. Εξάλλου, κανείς δεν ξέρει για πόσο ακόμη θα κρατήσει αυτή η οικονομική κατάσταση. Ωστόσο, ο κόσμος έχει μια γενική αίσθηση ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα.

Τουλάχιστον εξίσου σημαντική με την κατάσταση της οικονομίας είναι η γενική αίσθηση ότι αυτή η κυβέρνηση κάνει προσπάθειες να διώξει τον στρατό από την παραδοσιακά πανίσχυρη θέση που έχει στην τουρκική πολιτική.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο στρατός, με τη βοήθεια των δικαστών, μεγάλου μέρους των ΜΜΕ και των πανεπιστημιακών, έχει σχεδιάσει και οργανώσει προσπάθειες να ανατρέψει αυτό που περιγράφουν ως “ισλαμική” κυβέρνηση.

Φυλακή

Απέναντι σ'αυτές τις κινήσεις, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αντεπιτεθεί, και πάνω σ'αυτήν την προσπάθεια χρειάστηκε να κάνει συγκεκριμένα βήματα εκδημοκρατισμού. Στρατηγοί εν ενεργεία που σχεδίαζαν στρατιωτικά πραξικοπήματα βρέθηκαν στη φυλακή. Ο στρατηγός Κενάν Εβρέν, που ηγήθηκε του πραξικοπήματος του 1980 και χρίστηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σήμερα βρίσκεται υπό δίωξη. Κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια.

Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση έχει μαζική υποστήριξη σε αυτές τις προσπάθειες. Η λεγόμενη “σοσιαλδημοκρατική” αντιπολίτευση, η οποία είχε ανάμεσα στους υποψήφιούς της ανθρώπους που πέρασαν από τις φυλακές γιατί βοήθησαν τους στρατηγούς, δεν κατάφερε να έχει κέρδη στις εκλογές, παίρνοντας 26%.

Το δεύτερο σημαντικό αποτέλεσμα των εκλογών ήταν η επιτυχία του κουρδικού κόμματος. Οι Κούρδοι αύξησαν τον αριθμό των βουλευτών τους από 21 σε 35 και κέρδισαν όλες τις έδρες σε μια σειρά κουρδικές επαρχίες.

Είναι μια ακόμη επιβεβαίωση, αν χρειαζόμασταν κάτι τέτοιο, ότι η ειρηνική επίλυση του κουρδικού ζητήματος βρίσκεται τώρα στην κορυφή της ατζέντας για τη χώρα. Καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να αποφύγει το ζήτημα. Τα αιτήματα των Κούρδων για περιφερειακή αυτονομία, εκπαίδευση στη γλώσσα τους, και αποφυλάκιση των χιλιάδων Κούρδων πολιτικών κρατούμενων, τώρα θα ακούγονται δυνατότερα και με μεγαλύτερη νομιμοποίηση από ό,τι πριν.

Η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί καινούργιο Σύνταγμα που θα αντικαταστήσει το εντελώς αντιδημοκρατικό Σύνταγμα που μας επέβαλε ο στρατός το 1980. Το Σύνταγμα αυτό θα πρέπει να αναγνωρίσει τους Κούρδους ως ίσους με όλους πολίτες και να τους δώσει τα δημοκρατικά τους δικαιώματα.

Η νέα κυβέρνηση δεν θα έχει την απαιτούμενη πλειοψηφία στη Βουλή για να περάσει νέο Σύνταγμα, εκτός και αν την υποστηρίξουν οι κούρδοι βουλευτές. Θα αναγκαστεί να καθήσει να διαπραγματευτεί μαζί τους και να ανταποκριθεί σε πολλά από τα αιτήματά τους. Η εναλλακτική προοπτική θα ήταν ο πόλεμος και αυτό το ξέρουν όλοι.

Μια συντηρητική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να επιβραδύνει τον εκδημοκρατισμό και να γλιτώσει δίνοντας στους Κούρδους όσο το δυνατόν λιγότερα. Σε ποιο βαθμό η Τουρκία θα αλλάξει, εξαρτάται από την πίεση που θα δεχτεί από τα κάτω, τόσο από το κουρδικό κίνημα όσο και από την Αριστερά.

Ρόνι Μαργκόλις, Ο Ρόνι Μαργκόλις είναι μέλος του Επαναστατικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (DSIP) στην Τουρκία.

Διαβάστε επίσης

Ευρωπαϊκή συνάντηση Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στο Λονδίνο

Τι έδειξαν οι εκλογές στην Πορτογαλία