ΔΙΕΘΝΗ: Τι έδειξαν οι εκλογές στην Πορτογαλία

Η κυβέρνηση των Σοσιαλιστών με πρωθυπουργό τον Σόκρατες αφού τα τελευταία χρόνια είχε προχωρήσει σε απανωτά προγράμματα λιτότητας, τα οποία υποτίθεται θα κρατούσαν την Πορτογαλία έξω από την κρίση, τελικά αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια της Τρόικας και να προσπαθήσει να περάσει το πορτογαλικό μνημόνιο από τη Βουλή. Η κυβέρνηση Σόκρατες μετά τις εκλογές του 2009 δεν είχε πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο και πέρασε όλες τις επιθέσεις στηριγμένη στη συμφωνία ότι η Δεξιά θα απείχε από τις ψηφοφορίες. Η προσφυγή στο ΔΝΤ ήταν η τελευταία πράξη γελοιοποίησης της κυβέρνησης και η Δεξιά μπόρεσε να προβληθεί ως η σοβαρή πολιτική δύναμη που θα αναλάβει να υλοποιήσει το Μνημόνιο χωρίς περιστροφές.

Ο συνδυασμός όμως της δεξιάς νίκης και της υποχώρησης της Αριστεράς, ιδιαίτερα του Μπλόκου της Αριστεράς που έχασε τη μισή του εκλογική δύναμη, έχει δώσει τροφή σε αναλυτές που βλέπουν “δεξιά στροφή” και συντηρητικοποίηση. Φτάνουν να λένε ότι οι αιτίες για την υποχώρηση της Αριστεράς βρίσκονται στην αδιάλλακτη στάση που κράτησε.

Η Αυγή της Κυριακής, για παράδειγμα, παραχώρησε μια σελίδα στον Πορτογάλο κοινωνιολόγο Μποαβεντούρα ντε Σόουζα Σάντος, ο οποίος εκτιμά πως το Μπλόκο της Αριστεράς υποχώρησε εκλογικά επειδή έκοψε τις γέφυρες της συγκυβέρνησης με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Το λάθος του Μπλόκου ήταν, σύμφωνα με τον Σόουζα Σάντος ότι ήταν εξίσου αριστερό με το Κομμουνιστικό Κόμμα αντί να ανοίξει την προοπτική μιας “αριστερής κυβέρνησης με αριστερό πρόγραμμα, όχι απλά μιας αριστερής κυβέρνησης. Και αυτό πρέπει να διεκδικήσουν. Το κόμμα πρέπει άμεσα να προετοιμαστεί γι' αυτή την προοπτική, γιατί η δεξιά σίγουρα θα αποτύχει και θα έχουμε νέες εκλογές σε δύο χρόνια -και πρέπει να έχουμε μια πραγματική αριστερή εναλλακτική πρόταση και όχι μόνο καταγγελίες.”

Το πρόβλημα όμως δεν είναι ότι υπάρχουν αντιλήψεις τύπου Κουβέλη και στην Πορτογαλία. Είναι ότι εκτιμήσεις στελεχών του Μπλόκου έρχονται να ενισχύσουν αυτήν την πίεση για δεξιά προσαρμογή. Ο Ζόρζε Κόστα, για παράδειγμα, μιλώντας στην Εποχή της Κυριακής αποδίδει την υποχώρηση του κόμματος στην “στροφή της πορτογαλικής κοινωνίας προς τα δεξιά και την παρουσία της τρόικας.” Σύμφωνα με τον Κόστα, το Μπλόκο αποδείχθηκε τρωτό στις “αλλαγές της συνείδησης του κόσμου και στη σημερινή στροφή προς τα δεξιά”, επειδή υπήρξε “κόσμος που φοβήθηκε”.

Οι ερμηνείες της πτώσης της Αριστεράς με βάση τη “δεξιά στροφή του κόσμου” είναι εύκολη, αλλά επικίνδυνη λύση. Στην Ελλάδα υποστήκαμε αυτό το παραμύθι σε όλες τις τελευταίες αναμετρήσεις για να αποδειχθεί ότι κάθε υποτιθέμενη δεξιά μετατόπιση έφερνε κυβερνήσεις πιο αδύναμες να αντιμετωπίσουν και την κρίση και το κίνημα.

Τα ίδια τα αποτελέσματα των πορτογαλικών εκλογών δεν αποδεικνύουν αυτήν την υποτιθέμενη στροφή υπέρ του Μνημονίου και της Τρόικας λόγω του φόβου. Σε σχέση με το 2009, οι Σοσιαλιστές έχασαν 510 χιλιάδες ψήφους, η Δεξιά κέρδισε 500 χιλιάδες και άλλες 60 χιλιάδες κέρδισε η ακροδεξιά (που συμμαχεί με τη Δεξιά). Τα τρία κόμματα που στηρίζουν το Μνημόνιο κέρδισαν αθροιστικά επιπλέον 50 χιλιάδες ψήφους. Αυτό δεν συνιστά κάποια κοινωνική στροφή. Ταυτόχρονα, η αποχή αυξήθηκε κατά 100 χιλιάδες και τα άκυρα/λευκά κατά 50 χιλιάδες.

Καταδίκη

Το βασικό που καταγράφεται είναι η αστάθεια και η καταδίκη της κυβέρνησης που έδεσε τη μοίρα της με τις επιθέσεις. Το ίδιο έγινε στην Ιρλανδία, όπου το εργατικό κίνημα είναι σε πολύ δυσμενέστερη κατάσταση σε σχέση με την Πορτογαλία, οι εκλογές διέλυσαν το κόμμα της Δεξιάς που οδήγησε τη χώρα στην Τρόικα. Την ίδια προοπτική βλέπει μπροστά του το ΠΑΣΟΚ. Δεν περιέχει καμιά λογική η αντίληψη ότι στην Ιρλανδία ο κόσμος δεν φοβήθηκε και ψήφισε Αριστερά, ενώ στην Πορτογαλία φοβήθηκε.

Αυτό που είναι όντως ολοφάνερο στις πορτογαλικές εκλογές είναι η αδυναμία της Αριστεράς να συνδεθεί με την αγανάκτηση του κόσμου. Για το ότι υπάρχει αγανάκτηση δεν αμφιβάλλει κανείς. Εκτός από την αγανάκτηση, υπάρχει και οργανωμένη αντίσταση. Τα συνδικάτα οργάνωσαν γενικές απεργίες κόντρα στη λιτότητα και τον περασμένο Νοέμβρη και στις αρχές του Μάη. Μεγάλοι κλάδοι, όπως οι σιδηροδρομικοί, προχώρησαν σε πολύμηνους αγώνες με απεργίες για να υπερασπίσουν τις συλλογικές τους συμβάσεις.

Το εργατικό κίνημα της Πορτογαλίας δεν μπαίνει ηττημένο στη μάχη. Όπως εξηγεί εξάλλου ο Σόουζα Σάντος στην Αυγή: “Στην Πορτογαλία η επανάσταση του 1974 δημιούργησε μια κοινωνική πλειοψηφία που εκινείτο περισσότερο προς τα αριστερά παρά προς τα δεξιά. Οι Πορτογάλοι γενικά, με εξαίρεση τις πρόσφατες εκλογές, ψήφιζαν πάντα περισσότερο αριστερά παρά δεξιά. Και υπήρχαν μόνο σύντομες περίοδοι κρίσης, κατά τις οποίες κυβέρνησε η δεξιά τη χώρα. Έτσι τα συντηρητικά κόμματα δεν κατάφεραν ποτέ να ιδιωτικοποιήσουν τη δημόσια υγεία, δεν κατάφεραν ποτέ να ιδιωτικοποιήσουν ορισμένες κρατικές επιχειρήσεις, δεν κατάφεραν ποτέ να ιδιωτικοποιήσουν τα συνταξιοδοτικά ταμεία κ.ο.κ.”

Αυταπάτη

Η βασική αυταπάτη της Αριστεράς στην Πορτογαλία ήταν ότι αυτό το αριστερό κοινωνικό κλίμα θα μετατρεπόταν αυτόματα σε εκλογική ενίσχυση. Στην ίδια κατεύθυνση, η προεκλογική συμφωνία του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Μπλόκου ότι δεν θα ανταλλάζουν καταγγελίες μεταξύ τους, προβλήθηκε από τον Συνασπισμό στην Ελλάδα ως σημαντική κατάκτηση, προάγγελος επιτυχίας και πρόκληση προς την ηγεσία του ΚΚΕ. Όμως, όπως φάνηκε και από το αποτέλεσμα, το ερώτημα δεν είναι αν τα βρίσκει η Αριστερά μεταξύ της, αλλά το τι κάνει αν συμφωνήσει.

Η αντίληψη ότι η ενότητα της Αριστεράς αποτελεί πανάκεια, αποπροσανατολίζει το Μπλόκο ιδιαίτερα μετά την εκλογική του εκτίναξη το 2009. Ο ευρωβουλευτής του Μπλόκου, Ρενάτο Σοέιρο, στην ομιλία του στο Μαρξισμό 2010 είχε χαρακτηριστικά πει: “Ακόμη και αν πάρουμε το 20% δεν θα είναι αρκετό για να κυβερνήσουμε. Ως Μαρξιστές δεν δεχόμαστε κάποιου είδους μοιρολατρία ότι πάντα θα μας κυβερνούν τα φιλο-καπιταλιστικά κόμματα. Αν η πολιτική μας είναι στην υπηρεσία της εργατικής τάξης και της πλειοψηφίας του πληθυσμού δεν υπάρχει κανένας λόγος γιατί να μην κερδίσουμε αυτή την πλειοψηφία. Ομως μπορεί να μην είναι αρκετό να το καταφέρουμε μέσα από το Μπλόκο. Γι' αυτό ρίχνουμε την ιδέα για τη Μεγάλη Αριστερά.”

Αυτή η στρατηγική αντί να στρέψει το Κοινοβούλιο προς τα Αριστερά, κινδύνεψε να κάνει το Μπλόκο κομμάτι του πολιτικού συστήματος. Έφτασε να ψηφίζει “υπεύθυνα” για το ελληνικό Μνημόνιο, “υπεύθυνα” για την επέμβαση στη Λιβύη, και να μην θέτει ζητήματα που δεν αποτελούν “εποικοδομητική κριτική”.

Το καθήκον που έχει μπροστά της η Αριστερά είναι να συνδεθεί με την αγανάκτηση, να οργανώσει την αντίσταση, να προετοιμάσει και να βοηθήσει το εργατικό κίνημα να δώσει μεγάλες μάχες. Η απογοήτευση δεν αποτελεί καλό σύμμαχο σ'αυτήν την προσπάθεια. Επίσης κακός σύμμαχος είναι ο υποτιθέμενος ρεαλισμός, ο οποίος φαίνεται ότι εμποδίζει και τις δύο πτέρυγες της πορτογαλικής Αριστεράς. Το Κομμουνιστικό Κόμμα προβάλλει ένα πρόγραμμα για “την Πορτογαλία που παράγει” χρησιμοποιώντας έντονα τη σημαία του “πατριωτισμού”. Οσον αφορά το χρέος, διστακτικά κάνει λόγο για την ανάγκη επαναδιαπραγμάτευσης. Από τη μεριά του το Μπλόκο αποφάσισε η πρώτη του παρέμβαση στο νέο Κοινοβούλιο να είναι η δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου για το χρέος. Ζητάει από την “Δεύτερη Τρόικα” όπως το ίδιο αποκαλεί τα τρία μεγάλα κόμματα να ελέγξουν τα στοιχεία του χρέους.

Η διαγραφή του χρέους και η προοπτική ότι το εργατικό κίνημα θα επιβάλει λύσεις από τα κάτω με καταλήψεις και εθνικοποιήσεις λείπουν από την επίσημη ατζέντα της Αριστεράς.

Μέσα στο Μπλόκο ξεκινάει διευρυμένος διάλογος σχετικά με το αποτέλεσμα. Οι απόψεις που διαφωνούν με τον κοινοβουλευτικό ρεαλισμό πρέπει να εκφραστούν θαρρετά. Η κρίση προκαλεί για την Αριστερά συνθήκες έκτακτης ανάγκης και οι αντιλήψεις του μέσου όρου δεν είναι πλέον καθόλου χρήσιμες. Το παράδειγμα της Ελλάδας μπορεί να είναι βοηθητικό για την πορτογαλική αριστερά. Το βασικό δίδαγμα είναι ότι η επίθεση δεν θα είναι εφάπαξ και κανένα Μνημόνιο δεν θα είναι αρκετό από μόνο του να ξεπεράσει την κρίση. Δεν χωράει καμιά αυταπάτη για αριστερή διαχείριση και για λύσεις που δεν θα συμπεριλαμβάνουν ρήξεις με τους θεσμούς.