Ιστορία
21 Απρίλη 1967: Αντίσταση από την πρώτη μέρα ως το Πολυτεχνείο

Οι μήνες μέχρι το πραξικόπημα κύλησαν μέσα σε παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις και ψίθυρους για το πραξικόπημα που ετοιμαζόταν. Η ΕΔΑ είχε προειδοποιήσει για τον κίνδυνο πραξικοπήματος αλλά δεν είχε προετοιμάσει τον κόσμο. 

Δυστυχώς, η ηγεσία της Αριστεράς την περίοδο πριν από το πραξικόπημα βρισκόταν στην ουρά του Γεώργιου Παπανδρέου και της Ένωσης Κέντρου. Το πλαίσιο στο οποίο κινούνταν η ΕΔΑ ήταν η αποκατάσταση της «συνταγματικής τάξης» που είχε παραβιάσει το Παλάτι. Μια τέτοια πολιτική όχι μόνο το κίνημα δεν μπορούσε να ενισχύσει αλλά δεν μπορούσε καν να το υπερασπίσει απέναντι στην απειλή του πραξικοπήματος. Είναι χαρακτηριστικό από αυτήν την άποψη το πρόγραμμα των «πέντε σημείων» που διατύπωσε η ΕΔΑ τον Γενάρη του 1966 με σκοπό να αποφευχθεί ένα στρατιωτικό πραξικόπημα. Το τέταρτο σημείο καλούσε «να συμφωνηθεί και να διακηρυχθεί από τα πολιτικά κόμματα ότι δεν θέτουν πολιτειακό», δηλαδή δεν αμφισβητούν την Μοναρχία. 

Αντίθετα η χούντα βρέθηκε αντιμέτωπη με αντιστάσεις από την πρώτη κιόλας στιγμή. 

«Κατά τις εφτά το πρωί χτυπάει η πόρτα. Ήταν μια γειτόνισσα με το νυχτικό της, ξεμαλλιασμένη από τον ύπνο. “Κύριε Περικλή”, είπε σχεδόν τραυλίζοντας. “Έγινε πραξικόπημα. Να φύγετε να κρυφτείτε”» θυμάται σε μια από τις συνεντεύξεις του (στο αφιέρωμα του Θοδωρή Αντωνόπουλου για τις 21 Απρίλη), ο Περικλής Κοροβέσης, που στη συνέχεια, θα συλληφθεί, θα βασανιστεί και θα καταγράψει την εμπειρία του στους «Ανθρωποφύλακες» ξεσηκώνοντας ένα διεθνές κίνημα ενάντια στην χούντα. «Θυμήθηκα πως κάποτε μας είχαν πει στη νεολαία της ΕΔΑ πως σε περίπτωση πραξικοπήματος, όλοι μας έπρεπε να κατέβουμε στο δρόμο. Και το κόμμα τότε θα μας πει τι θα κάνουμε. Και έτσι πράξαμε. Γυρίσαμε όλο το κέντρο της Αθήνας και δεν συναντήσαμε ψυχή. Γυρίσαμε πίσω στο σπίτι…. Και αποφασίσαμε, που λες, να κάνουμε οργάνωση. Εγώ είχα στο σπίτι χαρτί και γραφομηχανή. Αποφασίσαμε να κάνουμε τρικάκια και όχι μια προκήρυξη, που αναγκαστικά θα είχε λίγα αντίτυπα. Βγάλαμε περίπου τετρακόσια. Τα μοιραστήκαμε και το βράδυ τα βάλαμε στους τηλεφωνικούς θαλάμους».

«Σήκω αγόρι μου, πραξικόπημα!» Με αυτά τα λόγια θυμάται ο δημοσιογράφος Γιώργος Βότσης την δική του εμπειρία. «Πετάγομαι πάνω και μου λένε το και το, κατέβηκαν τα τανκς, άρχισαν συλλήψεις…Το πρώτο που σκέφτηκα πλημμυρίζοντας οργή και αγανάκτηση ήταν πόσο μαλάκες και αποπροσανατολιστικοί για τον κόσμο ήταν οι τότε πολιτικοί ηγέτες της Αριστεράς  που την ίδια εκείνη βδομάδα διαβεβαίωναν ότι βαδίζουμε κανονικά προς τις εκλογές κι ότι όποιος επισημαίνει τον κίνδυνο δικτατορίας είναι προβοκάτορας…Πηγαίνοντας προς την Ομόνοια κι ενώ ήδη ξημέρωνε έρχονταν από την Πειραιώς τα πρώτα λεωφορεία που μετέφεραν εργαζόμενους από τις Δυτικές συνοικίες. Καμιά σαρανταριά απ' αυτούς άρχισαν να φωνάζουν “δημοκρατία”, “κάτω η χούντα”. Χώθηκα ανάμεσά τους, φώναξα κι εγώ για λίγο αλλά μετά φοβήθηκα… Είδα στη διαδρομή πολλούς αλαφιασμένους γνωστούς, νέους αγωνιστές της Αριστεράς κυρίως που άλλοι ψάχνανε καταφύγιο, άλλοι πάλι αναζητούσαν τρόπους οργάνωσης και αντίστασης…» 

Η κατάληψη της ελληνικής πρεσβείας στο Λονδίνο την Παρασκευή 28 Απρίλη ήταν μια από τις πρώτες οργανωμένες αντιστασιακές ενέργειες ενάντια στη χούντα των συνταγματαρχών. Περίπου 50 διαδηλωτές υπό την ομπρέλα της πρωτοβουλίας “Σώστε την Ελλάδα τώρα” εισέβαλαν και κατέλαβαν την πρεσβεία το βράδυ της 28ης Απρίλη σε μια κίνηση που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της ομάδας γύρω από το αντιπολεμικό περιοδικό Peace News, ένα περιοδικό με δραστηριότητα στο φοιτητικό κίνημα που έκανε τις πρώτες κινητοποιήσεις ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Η κατάληψη κράτησε λιγότερο από μία ώρα αλλά προκάλεσε τεράστιο πανικό και στην πρεσβεία αλλά και στη βρετανική κυβέρνηση, που έψαχνε τρόπο να φτιάξει ομαλά τις σχέσεις με το νέο καθεστώς στην Ελλάδα.

Το πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ της εφημερίδας The Sun, της 29ης Απρίλη είναι χαρακτηριστικό: “Η εισβολή άρχισε με τους διαδηλωτές να χτυπάνε το κουδούνι της πρεσβείας. Ο μπάτλερ της πρεσβείας είπε στον κόσμο ότι ο πρέσβης δεν ήταν εκεί. Τότε ένας άνδρας έριξε γροθιά στο πρόσωπο του μπάτλερ και οι διαδηλωτές εισέβαλλαν στην πρεσβεία. Έστησαν ένα μεγάφωνο στο μπαλκόνι μεταδίδοντας συνθήματα ενάντια στην δικτατορία: “Στείλαμε μηνύματα σε ελληνικές πρεσβείες σε πολλά σημεία του κόσμου λέγοντας πως η ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου είναι το πρώτο τμήμα του ελληνικού εδάφους που απελευθερώνεται από τη στρατιωτική χούντα που κυβερνάει τώρα την Ελλάδα» ανέφεραν οι καταληψίες που στη συνέχεια συνελήφθησαν από τις βρετανικές αρχές. 

Κρίσιμες στιγμές

«Μια στρατιωτική δικτατορία είναι ένα από τα χειρότερα πράγματα που καλείται να αντιμετωπίσει το εργατικό κίνημα και η Αριστερά» λέει σε συνέντευξη που έδωσε στην Εργατική Αλληλεγγύη μια από τους καταληψίες, η Μαρία Στύλλου. «Η ευθύνη της Αριστεράς είναι στο πώς αντιμετώπισε αυτήν την απειλή. Η ηγεσία της ΕΔΑ έλεγε στη βάση μην ανησυχείτε δεν πρόκειται να γίνει πραξικόπημα γιατί μου το υποσχέθηκαν ή αντιστρόφως καθήστε ήσυχα για να μην προκαλέσουμε. Έτσι τους έπιασαν με τις πιτζάμες. Αν είχαν την εκτίμηση ότι έρχεται το πραξικόπημα θα έπρεπε να οργανώσουν τελείως διαφορετικά τον κόσμο. Και δεν μιλάμε μόνο για την περίοδο 1966-67, αλλά νωρίτερα. 

Στην Ιστορία έρχονται κάποιες στιγμές που είναι κρίσιμες και καθοριστικές για το πού θα πάνε τα πράγματα, που αν υποχωρήσεις αφήνεις όλα τα περιθώρια να σε πάρουν φαλάγγι, εσύ αναδιπλώνεσαι και ο άλλος παίρνει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Το 1965 ήταν μια κρίσιμη στιγμή: η άλλη πλευρά είχε την εξουσία αλλά είχε απέναντι την εργατική τάξη εξεγερμένη να επιτίθεται. Η ηγεσία της Αριστεράς τραβώντας τις δικές της δυνάμεις πίσω, δυστυχώς έδωσε την ευκαιρία στην άλλη πλευρά να περάσει στην αντεπίθεση. 

Με το που έγινε η χούντα ξεκίνησαν αμέσως οι διεργασίες και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο κόσμος που πάλεψε, που ήθελε να φάει το λαρύγγι της χούντας και είχε αντιμετωπίσει μια ηγεσία που υποχώρησε, κινήθηκε πολύ γρήγορα για να πει: Εδώ, θα αντισταθούμε! Και βέβαια μαζί με το “θα αντισταθούμε” αρχίζουν να βγαίνουν και τα πολιτικά ζητήματα: με ποιους τρόπους προχωράει η αντίσταση, τι σημαίνει σύγκρουση με τη χούντα, τι σημαίνει αστικό κράτος και πως το αντιμετωπίζεις;

Τη μέρα που έγινε η χούντα, ήμουν στο Παρίσι και το βράδυ έγινε αμέσως μια συγκέντρωση στη Μιουτιουαλιτέ που μαζεύτηκε όλος ο κόσμος, οι φοιτητές και όχι μόνο, η νεολαία της ΕΔΑ. Άρχισε μια σκληρή συζήτηση και το βασικό της θέμα ήταν με τι στρατηγική πάμε. Η συνέλευση εκείνη ήταν η αρχή όχι μόνο μιας τεράστιας κρίσης της ΕΔΑ, που φάνηκε καθαρά μετά από ένα χρόνο, αλλά της δημιουργίας ουσιαστικά νέων οργανώσεων και κινήσεων πέρα από την ΕΔΑ, της δημιουργίας της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. Όχι ότι δεν υπήρχε τίποτε πιο πριν, αλλά πλέον εκφραζόταν σε μαζικό επίπεδο. Το ίδιο έγινε και στην Ιταλία που υπήρχαν πολλοί Έλληνες φοιτητές, το ίδιο και στη Γερμανία με τους μετανάστες και στην Αγγλία. 

Η ΕΔΑ μαζί με τον Μίκη Θεοδωράκη δημιούργησε το Πανελλήνιο Αντιδικτατορικό Μέτωπο (ΠΑΜ) αλλά ταυτόχρονα βγήκαν νέες οργανώσεις ενάντια στη χούντα. Άλλες εμπνευσμένες από τον Τσε Γκεβάρα, στρατιωτικοπολιτικές, άλλες από τον Μάο, άλλες από τον Τρότσκι και το εργατικό κίνημα. Είναι η αρχή της ελληνικής επαναστατικής αριστεράς και στην Ευρώπη στην Ελλάδα, μπερδεμένα, με μια πανσπερμία οργανώσεων, αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, άνοιξε δρόμους που φάνηκαν στην εξέγερση του Πολυτεχνείου».

Αυτές οι πρώτες απόπειρες επανασυγκρότησης της επαναστατικής αριστεράς μπόλιασαν το μαζικό κίνημα που άρχιζε να παίρνει τα πάνω του όταν η χούντα επιχείρησε να προχωρήσει σε μια ελεγχόμενη «φιλελευθεροποίηση», σε μια περίοδο που η οικονομική κρίση έκανε διεθνώς την εμφάνισή της, η ένταξη στην ΕΟΚ είχε παγώσει κάτω από τις αντιδικτατορικές δράσεις και εντείνονταν οι πιέσεις για  εκσυγχρονισμό της διαχείρισης του ελληνικού καπιταλισμού. Τα πανεπιστήμια από το 1972 και μετά γίνονται ένα μελίσσι αντίστασης, προχωρώντας στις καταλήψεις της Νομικής και εν τέλει του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη. 

Εργατικές αντιστάσεις

Αλλά η κατάληψη του Πολυτεχνείου δεν θα μπορούσε να είχε πάρει χαρακτήρα εξέγερσης χωρίς την πλατιά συμμετοχή της εργατικής τάξης που την αγκάλιασε και τη στήριξε. Μιας εργατικής τάξης, η οποία, αντίθετα με το κυρίαρχο αφήγημα, όχι μόνο δεν ήταν «παρατηρητής» των γεγονότων αλλά πρωτοστάτησε από πολύ νωρίς σπάζοντας την τρομοκρατία και τις απαγορεύσεις της χούντας:

Οι εργάτες Τύπου της «Ακρόπολης» που το 1968 κατέβηκαν σε στάση εργασίας για να πληρωθούν αλλά και οι απόπειρες δημοσιογράφων και εργατών Τύπου να σπάσουν τη λογοκρισία καθ’ όλη τη διάρκεια της χούντας. Οι πιλότοι της Ολυμπιακής που προχώρησαν σε στάσεις εργασίας το 1969 για καλύτερες συνθήκες εργασίας. Οι οδηγοί και οι εισπράκτορες των πράσινων λεωφορείων που το 1971 άρχισαν τις λεγόμενες «κηδείες», δηλαδή την επιβράδυνση των δρομολογίων ζητώντας αύξηση στο μισθό. Οι μεταλλωρύχοι της Χαλκιδικής που το 1973 έκαναν απεργία ενάντια στον Μποδοσάκη και νίκησαν όπως νίκησαν και οι εργαζόμενοι στα τρόλεϊ που το καλοκαίρι του 1973 οργάνωσαν την πιο γνωστή απεργία στη διάρκεια της χούντας. Για να ακολουθήσουν η απεργία των εργαζομένων στη  ΔΕΗ-ΠΑΠ τον Οκτώβρη του 1973, ο αγώνας των εμποροϋπαλλήλων που πέτυχαν την καθιέρωση του συνεχούς ωραρίου τον ίδιο μήνα. Για να συνεχίσουν -ακόμη και κάτω από την σκλήρυνση της χούντας Ιωαννίδη- με νέους αγώνες ξανά οι πιλότοι, τα τρόλεϊ, οι εργαζόμενοι στον τύπο. Αυτός ο εκρηκτικός συνδυασμός ήταν που έκανε το Πολυτεχνείο, αυτός ήταν που άνοιξε τον δρόμο για την πτώση της χούντας και στη συνέχεια τα χρόνια της μεταπολίτευσης κέρδισε στο δρόμο και στην απεργία ένα προς ένα όλα εκείνα τα δικαιώματα - που σήμερα οι πολιτικοί και βιολογικοί απόγονοι όσων άνοιξαν το δρόμο στην χούντα σε συνεργασία με τους πολιτικούς και βιολογικούς απογόνους της ίδιας της χούντας, επιχειρούν να μας πάρουνε πίσω.


Χούντα των Συνταγματαρχών και του κεφάλαιου

Στις 21 Απρίλη του 1967 μια ομάδα ανώτερων αξιωματούχων του στρατού με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Παπαδόπουλο οργάνωσε πραξικόπημα: κατάργησε την κυβέρνηση, ανέστειλε την ισχύ των περισσότερων άρθρων του Συντάγματος και ανέλαβε την εξουσία.  

Η χούντα κατάργησε όλες τις δημοκρατικές ελευθερίες. Τα συνδικάτα, οι φοιτητικοί σύλλογοι ή διαλύθηκαν ή μπήκαν κάτω από την «διοίκηση» της Ασφάλειας και των χαφιέδων. Απαγορεύτηκαν οι απεργίες, οι διαδηλώσεις και όλες οι συναθροίσεις. Το μόνο που επιτρεπόταν ήταν οι φιέστες που οργάνωνε η ίδια η χούντα, οι παρελάσεις, οι «Γιορτές της Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων» και το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» που αποτυπώνονται εξαιρετικά και στο ομώνυμο ντοκιμαντέρ του Κώστα Χρονόπουλου.

Η χούντα έστειλε χιλιάδες αριστερούς και συνδικαλιστές στα ξερονήσια και τις φυλακές. Χιλιάδες εργαζόμενοι και νέοι, μέλη αριστερών κομμάτων και οργανώσεων, συνδικαλιστές, αγωνιστές του φοιτητικού κινήματος πιάστηκαν, οδηγήθηκαν σε γήπεδα και στρατόπεδα και μετά πήραν τον δρόμο της φυλακής και της εξορίας. Στα μπουντρούμια της Ασφάλειας και της ΕΣΑ τα βασανιστήρια ήταν στην ημερήσια διάταξη. Επιβλήθηκε αυστηρή λογοκρισία παντού, στις εφημερίδες και σε κάθε μορφή έκφρασης. 

Πώς φτάσαμε όμως στο πραξικόπημα των συνταγματαρχών και την επιβολή της επτάχρονης δικτατορίας; Το πραξικόπημα λίγες εβδομάδες πριν τις εκλογές που είχαν προκηρυχθεί για τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, ήταν η απάντηση της ελληνικής άρχουσας τάξης στη χρόνια και βαθιά πολιτική της κρίση, στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν ένα δυνατό και ογκώδες εργατικό κίνημα. «Η κοινωνία έπρεπε να μπει στο γύψο για να εξυγιανθεί» όπως το περιέγραφε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο δικτάτορας Παπαδόπουλος σε μια από τις ακατάληπτες, κατά τα άλλα, ομιλίες του.

Ταξική πόλωση

Δεν μπορούμε να καταλάβουμε το πραξικόπημα και την επταετία που ακολούθησε χωρίς να καταλάβουμε τι ήταν αυτό που ήθελαν να βάλουν στον γύψο οι πραξικοπηματίες, αυτό που πολλοί ιστορικοί περιγράφουν σαν ένα πρώιμο ελληνικό «Μάη του ‘68» και είχε σαν κορύφωση τα Ιουλιανά το 1965. 

Όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος απέλυσε στις 15 Ιούλη του 1965 τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, πυροδότησε την οργή ενός τεράστιου κινήματος που αναπτυσσόταν ήδη γοργά όλη την προηγούμενη δεκαετία. Για δύο μήνες όλη η χώρα συγκλονίστηκε από αναρίθμητες διαδηλώσεις, συγκρούσεις με την αστυνομία και μια τεράστια γενική πολιτική απεργία στις 27 Ιούλη. Το κίνημα ανέτρεψε δύο κυβερνήσεις «αποστατών» που είχε προσπαθήσει να στήσει το παλάτι βάζοντας στο στόχαστρο όχι μόνο τους αποστάτες αλλά και την βασιλεία και το σύστημα που λειτουργούσε πίσω από αυτούς. Τον Σεπτέμβρη του 1965 η τελευταία απόπειρα σχηματισμού κυβέρνησης πέτυχε και το κίνημα οπισθοχώρησε χωρίς όμως να φέρει την πολυπόθητη «σταθερότητα» για την άρχουσα τάξη. Τον Δεκέμβρη του 1966 ο ΣΕΒ προειδοποιούσε: «Η απεργία γενικώς είναι ανωμαλία...Η έκτασις των απεργιών και προπάντως η επανάληψίς των τόσον σύντομα θα πρέπει να επιστήσουν την προσοχή των υπευθύνων πριν να γίνουν νοσηρόν κλίμα. Νομίζωμεν».

Η ταξική πόλωση και η πολιτική κρίση έμπαινε εμπόδιο στις απόπειρες της ελληνικής άρχουσας τάξης να κυριαρχήσει όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στο εξωτερικό. Την δεκαετία του ’60 και του ’70, το ελληνικό κεφάλαιο, οι κατασκευαστικές εταιρείες, οι εφοπλιστές, αναπτύσσονταν ραγδαία στη Μέση Ανατολή και αλλού. Ταυτόχρονα ήθελαν το ελληνικό κράτος σε ρόλο ορμητηρίου του ιμπεριαλισμού με την Κύπρο να παίζει πρωτεύοντα ρόλο σε αυτό το σχέδιο. Με το πραξικόπημα ένιωσαν ότι τους λύνονταν τα χέρια σε όλα αυτά τα επίπεδα.

Έχει σημασία αυτή η ανάλυση, γιατί η θεωρία ότι η χούντα ήταν απλά «αμερικανοκίνητη» κινδυνεύει να «βγάλει λάδι» τον κεντρικό ρόλο της ελληνικής άρχουσας τάξης στο πραξικόπημα. Η πραγματικότητα είναι ότι οι ΗΠΑ, που το ίδιο διάστημα εμπλέκονταν σε μια σειρά από πραξικοπήματα και πολέμους σε ολόκληρο τον πλανήτη, γνώριζαν για τα σχέδια του πραξικοπήματος, δεν τα εμπόδισαν και σε κάθε περίπτωση τα υποδέχτηκαν με χαρά. Ο πρόεδρος Τζόνσον έστειλε γράμματα γεμάτα επαίνους στον Παπαδόπουλο και η ελληνική χούντα έγινε το αγαπημένο παιδί των ΗΠΑ στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Όπως το συμπυκνώνει η Μαρία Στύλλου σε άρθρο της στο περιοδικό «Σοσιαλισμός από τα κάτω» (Νο 62, Απρίλης - Μάης 2007) για τα «40 χρόνια από την Χούντα»: «Το πραξικόπημα, λοιπόν, δεν ήταν απλά μια προέκταση αντιδημοκρατικών μηχανισμών σαν κατάλοιπο προηγούμενων εποχών υπανάπτυξης και εξάρτησης. Ήταν κατοχύρωση των γεωπολιτικών συμφερόντων της άρχουσας τάξης που συμβάδιζαν με τις ανάγκες των ΗΠΑ στην περιοχή. Και κατοχύρωση της οικονομικής στρατηγικής της που συμβάδιζε με τα σχέδια της ΕΟΚ. Όλοι αυτοί ήθελαν πυγμή απέναντι στο κίνημα που απειλούσε τις επενδύσεις, τις βάσεις και την πολιτική σταθερότητα τους. Και την βρήκαν με το πραξικόπημα των Συνταγματαρχών».

Ανακούφιση

Η ελληνική άρχουσα τάξη υποδέχτηκε με έναν στεναγμό ανακούφισης  τα νέα του πραξικοπήματος. Οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι, οι μεγαλέμποροι στήριξαν την χούντα γιατί τους απάλλαξε από τον βραχνά της τεράστιας πολιτικής κρίσης που έφερε η έκρηξη του κινήματος με τα Ιουλιανά του 1965. Στις 25 Ιούνη του 1967 ο εφοπλιστής και τραπεζίτης Σ. Ανδρεάδης έδινε τα εύσημά του στη χούντα «που τόλμησε να πραγματοποιήσει ό,τι αι προηγούμεναι κυβερνήσεις δεν ήσαν ικαναί να πράξουν». 

Η χούντα έσπευσε να ανταμείψει τους υποστηρικτές της. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις 3 Μαρτίου 1972 η Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών ανακήρυξε τον Παπαδόπουλο ισόβιο επίτιμο πρόεδρο της, ενώ ο Ωνάσης του παραχωρούσε για να μείνει την βίλα του στο Λαγονήσι. Νωρίτερα είχε νομοθετήσει την απαλλαγή από δασμούς στη ναυτιλία, την βιομηχανία, σε εμπορικά και τουριστικά εγχειρήματα. Τα φορολογικά έσοδα από τις ναυτιλιακές εταιρείες μειώθηκαν από 109 εκατομμύρια το 1968 σε 29 εκατομμύρια το 1972, περίοδο κατά την οποία ο ελληνικός στόλος αυξήθηκε κατά 16,7 εκατομμύρια τόνους. Το 1971, οι φοροαπαλλαγές των 464 μεγαλύτερων επιχειρήσεων ήταν τρεις φορές υψηλότερες από τους φόρους που είχαν καταβάλει. 

Σαν μια αναγκαία κατάσταση την υποδέχτηκε και το μεγαλύτερο μέρος του μέχρι τότε πολιτικού προσωπικού της άρχουσας τάξης. Γράφει χαρακτηριστικά ο Τάσος Κωστόπουλος: «Όπως πληροφορούμαστε από την αλληλογραφία του εθνάρχη (Κωνσταντίνου Καραμανλή) και τα αμερικανικά αρχεία, στις παραμονές της 21ης Απριλίου η ματαίωση ή ακύρωση των βουλευτικών εκλογών του Μαΐου αποτελούσε σημείο σύγκλισης όλων σχεδόν των πολιτικών της Δεξιάς. Εξ ου και πρώτη αντίδραση των εθνικοφρόνων ήταν συνήθως η ανακούφιση». 

Ήταν ελάχιστοι οι εκπρόσωποι του πολιτικού κατεστημένου που συγκρούστηκαν με την χούντα. Την αρχική σιωπηλή ή ηχηρή επικρότηση ακολούθησε βέβαια μια δυσαρέσκεια που αφορούσε τον παραγκωνισμό τους καθώς οι πραξικοπηματίες δεν παρέδωσαν την εξουσία στους «νόμιμους»  πολιτικούς εκφραστές της πολυκατοικίας. Αλλά και αυτή δεν μεταφράστηκε σε τίποτε παραπάνω από «νουθεσίες» προς τους πραξικοπηματίες και κυρίως το στήσιμο της γέφυρας με αυτούς που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια διάδοχη ελεγχόμενη κατάσταση καταλήγοντας στην επιχείρηση «φιλελευθεροποίησης» της χούντας από τον Μαρκεζίνη, που κάηκε στην φωτιά που άναψε η εξέγερση του Πολυτεχνείου. 

Διαβάστε επίσης

 

  • Τα άρθρα στο περιοδικό Σοσιαλισμός από τα Κάτω: