Ιστορία
Ιρλανδία 1916: Η εξέγερση του Πάσχα

Οδόφραγμα στο Δουβλίνο, Απρίλης 1916

Πάσχα του 1916 και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαινόταν. Μόλις το Γενάρη είχε τελειώσει η εκστρατεία της Καλλίπολης με πάνω από μισό εκατομμύριο νεκρούς. Μέσα σε λίγους μήνες, τον Ιούλη, θα ξεκινούσε μια από τις πιο αιματηρές μάχες όλων των εποχών, η μάχη του Σομ, με πάνω από ένα εκατομμύριο νεκρούς. Η Βρετανική Αυτοκρατορία έστελνε στο σφαγείο εκατομμύρια ανθρώπους για να σώσει τα κεκτημένα της, τις αποικίες της, από τη Νότια Αφρική ως την Ινδία και τη σημερινή Μιανμάρ.

Όμως, το χτύπημα στις 24 Απρίλη, Δευτέρα του Πάσχα, ήρθε εκεί που δεν το περίμεναν. Στο Δουβλίνο, 1.300 περίπου Ιρλανδοί, οργανωμένοι στους “Εθελοντές” και άλλες ένοπλες οργανώσεις, κατέλαβαν τα σημαντικότερα δημόσια κτίρια, απαιτώντας την αποχώρηση των Βρετανών και την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας. Η Ιρλανδία δεν ήταν τυπικά “αποικία”, αλλά κομμάτι του “Ηνωμένου Βασιλείου της Βρετανίας και της Ιρλανδίας”. Όμως οι συνθήκες ζωής και η εγκατάλειψη των φτωχών δεν ήταν διαφορετική στο Δουβλίνο ή στη Βεγγάλη. Στο “Λιμό της πατάτας”, το 1850, ένας στους οχτώ κατοίκους του νησιού πέθανε από πείνα και ένα εκατομμύριο έφυγαν μετανάστες. Για τη βρετανική Αυτοκρατορία, οι Ιρλανδοί και οι Ιρλανδές ήταν προβληματικοί άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας που το μόνο που ήξεραν είναι να κάνουν πολλά παιδιά. Καλύτερα να πήγαιναν στα λιμάνια του Λίβερπουλ και του Μάντσεστερ για δουλειά, μπορεί και να έριχναν τα μεροκάματα, ή να κατατάσσονταν στο βρετανικό στρατό. 200 χιλιάδες Ιρλανδοί πολέμησαν και 30 χιλιάδες σκοτώθηκαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η εξέγερση του Πάσχα κράτησε έξι μέρες. Οι μυστικές υπηρεσίες πιάστηκαν στον ύπνο. Μέσα σε λίγες ώρες οι επαναστάτες είχαν καταλάβει τα βασικά κτίρια, είχαν περικυκλώσει αστυνομικά τμήματα, είχαν στήσει οδοφράγματα και όταν Βρετανοί στρατιώτες επιχείρησαν την ανακατάληψη, το πλήρωσαν με αρκετές απώλειες.

Το σημείο κλειδί ήταν η κατάληψη του Γενικού Ταχυδρομείου της πόλης, όπου ένας από τους ηγέτες της εξέγερσης, ο Πάτρικ Πιρς, διάβασε το κείμενο ανακήρυξης της Ιρλανδικής αβασίλευτης δημοκρατίας. Οι μάχες απλώθηκαν σε διάφορα σημεία του Δουβλίνου, την Τρίτη είχε κηρυχθεί στρατιωτικός νόμος, αλλά οι Βρετανοί κατάφεραν να φέρουν χιλιάδες ενισχύσεις και να περικυκλώσουν τα σημεία στα οποία είχαν ταμπουρωθεί οι εξεγερμένοι, αναγκάζοντάς τους τελικά να παραδοθούν το Σάββατο.

Για διάφορους λόγους, και στην ιρλανδική εκδοχή και στη βρετανικη εκδοχή της κατεστημένης ιστορίας η εξέγερση παρουσιάζεται σαν τουφεκιά στον αέρα, που είχε συμβολικό παρότι αιματηρό χαρακτήρα. Η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει το αντίθετο. Τα σχέδια της εξέγερσης είχαν πανεθνικό χαρακτήρα, παρότι απέτυχαν στην εφαρμογή τους. Οι “Εθελοντές” είχαν χιλιάδες άλλους ένοπλους που δεν κατάφεραν να τους συντονίσουν. Ενώ, τη Μεγάλη Βδομάδα, γύρω από τις ιρλανδικές ακτές έπλεε και ένα γερμανικό πλοίο (με ψεύτικο νορβηγικό όνομα) που κουβαλούσε 20 χιλιάδες τουφέκια, δέκα πολυβόλα και ένα εκατομμύριο σφαίρες. Η εξέγερση στο Δουβλίνο δεν είχε τη φαντασίωση ότι θα απελευθερώσει τη χώρα μέσα σε λίγες ώρες, αλλά ότι θα μετατρεπόταν σε μια παγίδα για το βρετανικό στρατό, με όλη την Ιρλανδία να φλέγεται και τα γερμανικά υποβρύχια να βυθίζουν τα βρετανικά πλοία που θα έφερναν ενισχύσεις. Όμως, το γερμανικό πλοίο εντοπίστηκε πριν ξεσπάσει η εξέγερση, ενώ την Κυριακή του Πάσχα οι “Εθελοντές”  εκτός Δουβλίνου είχαν δεχτεί αντιφατικές εντολές από τα πιο συντηρητικά τμήματα της ηγεσίας που τελικά τους άφησαν εκτός μάχης.

Αγώνες ταξικοί

Οι ηγέτες της Εξέγερσης του Πάσχα εκτελέστηκαν για παραδειγματισμό. Ανάμεσά τους και ο σοσιαλιστής επαναστάτης Τζέιμς Κόνολι, που τον εκτέλεσαν δεμένο σε καρέκλα γιατί είχε ήδη τραυματιστεί στο πόδι κατά την κατάληψη του Ταχυδρομείου. Ο Κόνολι ήταν επικεφαλής του “Στρατού των Ιρλανδών Πολιτών”, μιας ένοπλης οργάνωσης που δεν είχε εθνικιστικές καταβολές. Είχε προκύψει στη διάρκεια της μεγάλης εργατικής μάχης του 1913-14 του Δουβλίνου, της πιο σκληρής απεργίας στην ιρλανδική ιστορία. Η εργοδοσία προχώρησε σε λοκ-άουτ για μήνες και έφερε χιλιάδες απεργοσπάστες, για να μην ενδώσει στις απαιτήσεις του συνδικάτου ITGWU για αυξήσεις. Οι συγκρούσεις με την αστυνομία ήταν τόσο σκληρές που το συνδικάτο έστησε τον δικό του “Στρατό”.

Ο λόγος που ακόμη και η επίσημη ιρλανδική ιστορία υποτιμά την εξέγερση του Πάσχα είναι γιατί θέλει να αποφύγει αυτές τις συνδέσεις με το κοινωνικό κίνημα που οδήγησε στην εξέγερση. Το 1922 ιδρύθηκε το “Ελεύθερο Ιρλανδικό Κράτος”, το οποίο μέχρι σήμερα αποτελείται μόνο από τις 32 κομητείες που συμφωνήθηκαν να αποκοπούν από το Ηνωμένο Βασίλειο. Η “Βόρεια Ιρλανδία” παραμένει στο “Ηνωμένο Βασίλειο”. Για την ιρλανδική αστική τάξη, το 1922 ήταν η “Παλιγγενεσία”, γιατί μέχρι τότε ο ιρλανδικός λαός “κοιμόταν”, και η διχασμένη Ιρλανδία ήταν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα. Οι εξεγερμένοι του 1916 ήταν “φωτισμένες” ή “ρομαντικές” μειοψηφίες.

Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική. Η πορεία προς το 1916 ήταν σπαρμένη από αγώνες σαν αυτούς του 1913, που στην πλειοψηφία τους ήταν αγώνες ταξικοί, για γη και για δουλειά, όχι εθνικοί. Το “Ιρλανδικό Κοινοβουλευτικό Κόμμα” (ΙΚΚ) που ήταν το μαζικό όχημα με το οποίο η ιρλανδική ελίτ ενσωμάτωνε τον ιρλανδικό λαό στην πολιτική του Λονδίνου, έχανε σιγά σιγά τη σύνδεση με την οργή που έβραζε στις φτωχογειτονιές. Και ήρθε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος να διαλύσει ό,τι ήταν σταθερό. Η ηγεσία του ΙΚΚ θέλησε να μπει στην πρώτη γραμμή της αποικιοκρατίας, ζητώντας από τους Ιρλανδούς να καταταγούν μαζικά για να αποδείξουν πόσο πιστοί ήταν στο στέμμα και άρα δικαιούνται κάποια “αυτοκυβέρνηση”. Τα πιο συντηρητικά και δεμένα στη Βρετανία στρώματα οργανώνουν ένοπλες οργανώσεις για να σταματήσουν κάθε σκέψη για “διαχωρισμό”. Παίζουν το χαρτί όχι μόνο του ρατσισμού αλλά και του θρησκευτικού διαχωρισμού, για να πείσουν τους Προτεστάντες ότι έχουν συμφέρον να ταχθούν με τη Βρετανία. Οι ένοπλες οργανώσεις όπως οι “Εθελοντές” που οργάνωσαν την Εξέγερση δεν φτιάχτηκαν αρχικά ενάντια στη Βρετανία, αλλά για να αμυνθούν απέναντι στις επιθέσεις των παραστρατιωτικών Προτεσταντών που στηρίζονταν από το Λονδίνο.

Η διάσπαση της Ιρλανδίας δεν ήταν το όραμα των επαναστατών του 1916. Άνθρωποι σαν τον Κόνολι, δεν έβλεπαν τον κόσμο χωρισμένο σε Άγγλους και Ιρλανδούς, ούτε σε Καθολικούς και Προτεστάντες, αλλά ανάμεσα σε εργάτες και αφεντικά. Το 1922, η ανεξαρτησία και η διχοτόμηση της Ιρλανδίας, δεν ήταν η ολοκλήρωση του 1916, αλλά η κατάληξη του συμβιβασμού ανάμεσα στις ελίτ από τις δυο μεριές, ώστε να αποφύγουν τον κοινωνικό ξεσηκωμό και να μπορέσει ο καθένας να επιβάλει “τάξη” στη “δική του” χώρα.


H κληρονομιά του διχασμού

Την πρώτη βδομάδα του φετινού Απρίλη, ξέσπασαν επεισόδια στη Βόρεια Ιρλανδία. Συγκρούσεις με την αστυνομία, μολότοφ, κάψιμο κτιρίων και ενός λεωφορείου. Στο επίκεντρο ήταν η προτεσταντική νεολαία, και όπως φάνηκε και από τις συλλήψεις, ανάμεσά τους αρκετά μικρά παιδιά. 

Έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια από τις συμφωνίες της Μεγάλης Παρασκευής, όταν η βρετανική πολιτική ηγεσία και η ηγεσία του ιρλανδικού κινήματος έσφιξαν τα χέρια και διακήρυξαν πως έλυσαν το ζήτημα της Βόρειας Ιρλανδίας, μετά από 30 χρόνια “ταραχών”. Όμως οι συγκρούσεις επανέρχονται ανά κύματα. Το πιο άμεσο υπόβαθρο έχει να κάνει με την κρίση στο στρατόπεδο των “Ενωτικών”, της δεξιάς φανατικά αντικαθολικής και φιλοβρετανικής πτέρυγας που κυριαρχεί στη βορειοϊρλανδική πολιτική. Από χαϊδεμένα του στέμματος, έχουν βρεθεί ριγμένοι λόγω της τροπής που πήρε το Μπρέξιτ. Από την εποχή της Τερέζα Μέι μέχρι τώρα τον Τζόνσον τούς είχαν υποσχεθεί ότι θα λάβουν υπόψη τις “ευαισθησίες” τους, αλλά στην πράξη σήμερα υπάρχει εμπορικό σύνορο ανάμεσα στη Βρετανία και τη Βόρεια Ιρλανδία, σαν απαίτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία ανήκει η Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Έτσι, αφού καλλιέργησαν κι άλλο διχασμό για χρόνια, οι “Ενωτικοί” τώρα έχουν να διαχειριστούν μια “προδοσία”, η οποία μεταφράζεται σε καινούργιο κύκλο καλλιέργειας μίσους ανάμεσα στους φτωχούς ανθρώπους. Η προτεσταντικη νεολαία που βγήκε στο δρόμο λέει πως αφορμή ήταν πως η αστυνομία άφησε να γίνει πολυπληθής κηδεία ενός παλιού στελέχους του IRA (του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού), παρά τα μέτρα για την πανδημία. Η αλήθεια είναι πως η αστυνομία συνεχίζει να κάνει πολύ περισσότερο τα στραβά μάτια απέναντι στις προκλήσεις των Προτεσταντών παρά στις εκδηλώσεις των Καθολικών.

Μηχανισμός μίσους

Όμως, η κληρονομιά της βρετανικής αποικιοκρατίας και του διχασμού οδηγεί τους ανθρώπους στην Ιρλανδία να βλέπουν τα πάντα μέσα από το φακό του θρησκευτικού διαχωρισμού. Δεν πρόκειται απλά για “ιδεολογία”, αλλά για μια πραγματικότητα που βιώνεται μέσα από χωριστές γειτονιές, χωριστά σχολεία, ακόμη και νηπιαγωγεία. Σε μια περιοχή ούτε δύο εκατομμυρίων ανθρώπων,  τα περισσότερα παιδιά φτάνουν 18 χρονών χωρίς να έχουν συνομιλήσει με έναν συνομήλικό τους διαφορετικής θρησκείας. Οι διαχωρισμοί τα τελευταία χρόνια, αντί να μειώνονται αυξάνουν. Στο σχολικό σύστημα έχει ξεπεράσει το 90%. Αυτή είναι η λύση από τα πάνω που διαφημίζεται σαν “πρωτοπόρα” εδώ και 25 χρόνια. Η αντίφαση είναι ότι την ίδια στιγμή, οι συνθήκες ζωής είναι πλέον εντελώς ίδιες για την εργατική τάξη και των δύο κοινοτήτων. Για πρώτη φορά ιστορικά, από το 2017, ο μέσος καθολικός εργάτης πληρώνεται το ίδιο με τον μέσο προτεστάντη, 11 λίρες την ώρα.

Όσοι πιστεύουν ότι έχουν να αντιγράψουν κάτι από τις συμφωνίες της “Μεγάλης Παρασκευής” της Ιρλανδίας και να το εφαρμόσουν στην Κύπρο, ας σκεφτούν καλύτερα. Ο διχασμός δεν είναι λύση. Είναι μηχανισμός που αναπαράγει το μίσος και την αποξένωση. Ο καπιταλισμός μάς θέλει ίσους μόνο όταν μοιραζόμαστε τη φτώχεια μας. Η λύση απέναντι στο εθνικιστικό μίσος και στις παρεμβάσεις των ιμπεριαλιστών είναι οι κοινοί αγώνες από τα κάτω, εκεί που βλέπεις ποιος πραγματικά είναι ο εχθρός σου και ποιος ο σύντροφός σου.