Διεθνή
“Πακέτο Μπάιντεν”: Κρατικός παρεμβατισμός για να ενισχυθεί ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός

Ο Τζο Μπάιντεν, βετεράνος πολιτικός του Δημοκρατικού Κόμματος, θεωρούνταν υποψήφιος της συνέχισης όταν διεκδίκησε με επιτυχία την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η λέξη “συνέχιση” εδώ εννοείται σχετικά με τις προηγούμενες διακυβερνήσεις των Μπιλ Κλίντον και Μπάρακ Ομπάμα. Αυτοί είχαν χρησιμοποιήσει τη δύναμη της Ουάσινγκτον για να προωθήσουν τον νεοφιλελευθερισμό παγκόσμια και για να διατηρήσουν την ηγεμονία των ΗΠΑ.

Αναμφίβολα η ομάδα συμβούλων του Μπάιντεν είναι γεμάτη από βετεράνους αυτών των διακυβερνήσεων, συμπεριλαμβανομένων πολλών γερακιών που πίστευαν πως ο Ομπάμα ήταν πολύ διστακτικός στο να αναλάβει στρατιωτική δράση. Πράγματι ο Μπάιντεν ακολουθεί μια πολιτική συνέχισης χτυπώντας με νέες κυρώσεις τη Ρωσία. Όμως συγχρόνως, αποκλίνει από το πατρόν Κλίντον-Ομπάμα, με πιο προφανή την ανακοίνωσή του για την απόσυρση των στρατευμάτων των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν πριν από την 20ή επέτειο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου. Οι αντιστάσεις του Πενταγώνου είχαν σταματήσει τον Ομπάμα, και ακόμα και τον Ντόναλντ Τραμπ, από το να κάνουν αυτό το βήμα.

Αλλά η πιο σημαντική στροφή είναι αυτή στην οικονομική στρατηγική. Ο Μπάιντεν μετά το “Αμερικάνικο Σχέδιο Διάσωσης” -που προβλέπει 1,9 τρις δολάρια δαπάνες- ανακοίνωσε επιπλέον ένα “Αμερικάνικο Σχέδιο Θέσεων Εργασίας” ύψους 2 τρις δολαρίων με στόχο την ανανέωση των παρηκμασμένων υποδομών.

Ένας σχολιαστής τουίταρε πως η εποχή του «μικρότερου κράτους» που εγκαινίασε ο Ρόνταλντ Ρίγκαν αποτελεί παρελθόν. Σε μια συναρπαστική συνέντευξη στους Τάιμς της Νέας Υόρκης, ο Μπράιαν Ντιζ, διευθυντής του Εθνικού Οικονομικού Συμβουλίου, κατέδειξε τρεις αλλαγές που έχουν οδηγήσει σε αυτή τη στροφή.

Η πρώτη είναι η κλιματική αλλαγή, η οποία απαιτεί ένα πρόγραμμα υποδομών. Δεύτερον, λέει ο Ντιζ, “η οικονομία μας έχει γίνει πιο άνιση”. Αυτό έχει ενδιαφέρον γιατί ούτε ο Κλίντον ούτε και ο Ομπάμα δεν είχαν δώσει την εντύπωση ότι τους ένοιαζε πολύ το πως οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές είχαν διευρύνει τις ανισότητες.

Αυτή η στροφή πιθανόν να αντικατοπτρίζει εν μέρει την επίδραση που είχαν ο Μπέρνι Σάντερς, αριστερά μέλη του Κονγκρέσου όπως η Αλεξάντρια Οκάζιο-Κόρτεζ και οι νεαροί υποστηρικτές τους που τράβηξαν ακόμα και συμβατικούς Δημοκρατικούς όπως ο Μπάιντεν προς τα αριστερά. Αποτελεί όμως και μια απάντηση στην πόλωση της κοινωνίας των ΗΠΑ υπό τον Τραμπ. Ο Μπάιντεν λέει πως “το σχέδιο δίνει προτεραιότητα στην αντιμετώπιση της μακροχρόνιας και επίμονης φυλετικής αδικίας. Το σχέδιο θέτει ως στόχο το 40% από τα οφέλη των κλιματικών και καθαρών υποδομών να πάνε στις μειονεκτούσες κοινότητες”.

Τρίτον, σύμφωνα με τον Ντιζ, “Η Κίνα βρίσκεται σε μια πολύ διαφορετική θέση απ' ό,τι πριν μια δεκαετία. Εμείς είμαστε σε μια διαφορετική θέση απέναντι στους διεθνείς ανταγωνιστές μας. Πιστεύω πως δεν παίζουμε επί ίσοις όροις.  Δεν υπάρχει μια λύση βασισμένη στην αγορά που να μπορεί να αντιμετωπίσει κάποιες από τις μεγάλες αδυναμίες που βλέπουμε να ανοίγουν στην οικονομία μας όταν αντιμετωπίζουμε ανταγωνιστές όπως η Κίνα που δεν παίζουν με τους όρους της αγοράς”.

Αυτό κάνει ξεκάθαρο ότι ο Μπάιντεν σκοπεύει να χρησιμοποιήσει την κρατική παρέμβαση για να ανανεώσει τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό απέναντι στην Κίνα, την οποία ο Ντιζ αποκαλεί “η ανερχόμενη οικονομική και στρατιωτική δύναμη στον κόσμο”. Ο Μπάιντεν λέει πως το σχέδιο υποδομών “θα ενοποιήσει και θα κινητοποιήσει τη χώρα για να ανταπεξέλθει στις μεγάλες προκλήσεις των καιρών μας: την κλιματική αλλαγή και την αυταρχική Κίνα”.

Ο Τραμπ όμως συγκρούστηκε όχι μόνο με την Κίνα αλλά και με τον πιο σημαντικό σύμμαχο των ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ένα μείζον ζήτημα ήταν οι Ευρωπαϊκές προτάσεις για επιβολή ψηφιακών φόρων στις αμερικάνικες εταιρείες-γίγαντες της πληροφορικής, τις λεγόμενες FAANGs (Facebook, Amazon, Apple, Netflix, και Google).

Ο Τραμπ τις υπερασπίστηκε, όπως είχε κάνει και ο Ομπάμα πριν από αυτόν, γιατί οι FAANGs αποτελούν τον πιο επικερδή τομέα του καπιταλισμού των ΗΠΑ. Είναι όμως και οι πιο μεγάλοι και κραυγαλέοι φοροφυγάδες. Ο Μπάιντεν προτείνει τώρα μια διεθνή συμφωνία για έναν ενιαίο παγκόσμιο φόρο επιχειρήσεων της τάξης του 21%. Κάτι τέτοιο θα μείωνε την διαφυγή των αμερικάνικων εταιρικών κερδών προς φορολογικούς παράδεισους όπως η Νότια Ιρλανδία και ως εκ τούτου θα επέφερε τα απαραίτητα για την χρηματοδότηση του προγράμματος υποδομών έσοδα. Μπορεί όμως και να μειώσει την πίεση από την Ευρώπη για ψηφιακούς φόρους και με αυτόν τον τρόπο να κάνει πιο εύκολο για τις ΗΠΑ να ενώσει τον Δυτικό καπιταλισμό απέναντι στον Κινέζικο ανταγωνισμό.

Είναι ανοιχτό ερώτημα το αν όλα αυτά θα δουλέψουν. Ο ιστορικός των οικονομικών Άνταμ Τούζ, που εξερευνά την ιδεολογική στροφή της Ουάσινγκτον, πιστεύει πως το οχταετές σχέδιο υποδομών είναι πολύ ταπεινό για να έχει τον απαραίτητο αντίκτυπο. Αλλά αυτό δεν αναιρεί τις φιλοδοξίες του Μπάιντεν.

Άλεξ Καλλίνικος