Περιβάλλον
Το πέρασμα στις ΑΠΕ είναι υπόθεση του κινήματος

Οι δηλώσεις Δένδια φούντωσαν τη συζήτηση για το μέλλον της ενεργειακής οικονομίας στην Ελλάδα και διεθνώς. Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε σύγκρουση με την καθιερωμένη εξωτερική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων, ιδιαίτερα σε ό,τι έχει να κάνει με τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό.

Η Ελλάδα έχει συμμαχήσει με μια σειρά ανταγωνιστές της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή ανάγοντας το ζήτημα των ΑΟΖ σε κυρίαρχο και διακηρύσσοντας ότι της ανήκουν κάποια από τα πιο πλούσια κοιτάσματα ορυκτών καυσίμων. Στις αρχές του 2020 έκλεισε άρον άρον τη συμφωνία για τον EastMed, παρά το ενδεχόμενο το έργο αυτό να μην είναι υλοποιήσιμο, ευελπιστώντας να την αξιοποιήσει και ως υπόβαθρο για τις διεκδικήσεις στο πεδίο των ΑΟΖ. Η δήλωση Δένδια αλλά και οι εξελίξεις στο πεδίο των εξορύξεων στα θαλάσσια οικόπεδα του Ιονίου και της Κρήτης, με μεγάλες εταιρίες εξορύξεων να αποχωρούν ή να παρατείνουν τις έρευνες, δείχνουν όμως στην αντίθετη κατεύθυνση. Κι αυτό γίνεται όχι από ξαφνικό ενδιαφέρον για το περιβάλλον αλλά από μια γενική πίεση.

Η πίεση έρχεται τόσο από την περσινή κρίση του πετρελαίου λόγω του κορονοϊού, όσο και από τη συνολικότερη παγκόσμια στροφή στην προσπάθεια να μειωθούν οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Ο Μπάιντεν, λίγες ώρες αφότου έγινε πρόεδρος των ΗΠΑ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ επιστρέφουν στη συμφωνία του Παρισιού από την οποία τις είχε απομακρύνει ο Τραμπ με μπόλικη συνωμοσιολογική άρνηση της κλιματικής αλλαγής και επιμονή στη σημασία του πετρελαίου για την αμερικάνικη οικονομία. Έχει δε ανακοινώσει ένα πλάνο δυο τρισεκατομμυρίων σε έργα υποδομών για τη χρήση “καθαρής” ενέργειας. Η στροφή έρχεται και από την Κομισιόν, σύμφωνα με τις οδηγίες της οποίας τα χρήματα από το Ταμείο Ανάκαμψης θα πρέπει να πάνε κατά 37% τουλάχιστον στην ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Σε αυτή τη στροφή ρόλο έχει αδιαμφισβήτητα παίξει το παγκόσμιο κίνημα για το περιβάλλον. Πριν τις αμερικάνικες εκλογές, η υποστήριξη που είχαν για παράδειγμα οι προτάσεις της Α. Κορτέζ για το λεγόμενο “Πράσινο Νιου Ντιλ” ήταν τεράστια. Ο Μπάιντεν δεν στήριξε αυτό το πρόγραμμα αλλά αναγκάστηκε να ανταποκριθεί σε αυτή την πίεση. Σε όλο τον πλανήτη η αγωνία για το αν θα μειωθούν εγκαίρως οι εκπομπές διοξειδίου πριν η καταστροφή γίνει μη αναστρέψιμη εκφράζεται αφενός μεν σε ένα κίνημα που όλο και διογκώνεται αφετέρου αναγκάζει τις κυβερνήσεις να υπόσχονται ότι θα πάρουν μέτρα και να βάζουν σχετικούς στόχους.

Όμως το ότι αυτό το σύστημα στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρεται ούτε για το περιβάλλον ούτε για την ειρήνη σημαίνει ότι δεν μπορούμε να έχουμε εμπιστοσύνη ότι θα σταματήσουν οι εξορύξεις και οι ανταγωνισμοί. Λιγότερος από ένας χρόνος πάει από τότε που οι μεγάλες εφημερίδες εκθείαζαν την αυξανόμενη γεωπολιτική σημασία της Ελλάδας επειδή ανακαλύφθηκαν μεγάλα κοιτάσματα φυσικού αερίου ή πετρελαίου και πάνω σε αυτή τη σημασία έσερναν τον χορό της εθνικιστικής προπαγάνδας. Τον οποίο συνεχίζουν μέχρι και σήμερα με τις διαρκείς κραυγές στα ΜΜΕ για την “τουρκική προκλητικότητα” και όλη τη συζήτηση για το αν πρέπει η Ελλάδα να σκληρύνει, με τις διεθνείς της πλάτες, ακόμα περισσότερο τη στάση της.

Επιβολή

Ούτε όμως τη μετάβαση σε άλλους τρόπους παραγωγής ενέργειας μπορούμε να εμπιστευτούμε σε αυτή την κυβέρνηση και αυτό το σύστημα. Ο τρόπος με τον οποίο υποδέχτηκαν οι εταιρίες που έχουν επενδύσει στις ΒΑΠΕ τον περσινό νόμο Χατζηδάκη είναι ενδεικτικός. Προσπάθησαν να επιβάλουν, με την δύναμη των ΜΑΤ σε αρκετές περιπτώσεις, ότι κάθε βουνοκορφή θα υπάρχει για να εξυπηρετεί το νέο αυτό πεδίο κερδοφορίας, σε μια άκρως αντιπεριβαλλοντική κατεύθυνση. Παράλληλα βαφτίζουν “απολιγνιτοποίηση” την επίθεση στη ΔΕΗ, τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζόμενών της και τις υποδομές της, οδηγώντας σε καταστροφές και ταλαιπωρία ολόκληρες περιοχές. Η αντιμετώπιση αυτή, σε συνδυασμό με τη συσσωρευμένη ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και τις αναλύσεις σχολιαστών που επιμένουν ότι έχουμε ακόμη πολλά χρόνια εξάρτησης είτε από εισαγωγές είτε από εξορύξεις ορυκτών καυσίμων σημαίνουν ότι έχουμε να παλέψουμε εδώ και τώρα για την προστασία του περιβάλλοντος και για το σταμάτημα των ανταγωνισμών.

Το περιβαλλοντικό κίνημα, το αντιπολεμικό κίνημα και η Αριστερά που έχουν πάρει καθαρή θέση εξαρχής, τόσο στο ζήτημα των ορυκτών καυσίμων όσο και στο πώς μπορούν να αξιοποιηθούν οι ΑΠΕ, έχει να προτείνει τη μόνη απάντηση. Ενέργεια για τις ανάγκες μας και όχι για τα κέρδη.