Ιστορία
Σεπτέμβρης 1927, Σεπτέμβρης 1931: Από τον Πουλιόπουλο στον Ζαχαριάδη

Στις 25 Σεπτέμβρη του 1927 το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ ανακοίνωσε μέσω του Ριζοσπάστη τη διαγραφή του Παντελή Πουλιόπουλου από το κόμμα. Ήταν η κορύφωση μια κρίσης που θα είχε σαν αποτέλεσμα τη διαγραφή και αποχώρηση εκατοντάδων μελών και στελεχών. Τα μισά μέλη της ΚΕ και τρία μέλη που είχαν εκλεχτεί από το Τρίτο Συνέδριο έξι μήνες πριν, η πλειοψηφία της οργάνωσης Πειραιά βρέθηκαν εκτός. Η διαγραφή του Πουλιόπουλου ήταν ένα σημείο καμπής στην πορεία του ΚΚΕ με συνέπειες που θα κρατήσουν δεκαετίες. Ήταν το τέλος της πρώτης πράξης στην επικράτηση του σταλινικού μηχανισμού. 

Και είχε άμεση σχέση με τις εξελίξεις στην Ρωσία. Η εξουσία της γραφειοκρατίας παγιωνόταν και το ξεθεμελίωμα των κατακτήσεων του Κόκκινου Οκτώβρη επιταχυνόταν. Τον Νοέμβρη της ίδιας χρονιάς, η Ενωμένη Αντιπολίτευση εκεί έδωσε τη τελευταία ανοιχτή μάχη της ενάντια στη γραφειοκρατία. Οργάνωσε τις δικές της διαδηλώσεις στην επέτειο των δέκα χρόνων της νίκης της εργατικής επανάστασης το 1917. Ο Τρότσκι, ο Ζηνόβιεφ και ο Κάμενεφ διαγράφτηκαν από το ρώσικο κόμμα και οι σύντροφοί τους άρχισαν να παίρνουν το δρόμο της φυλακής και της εξορίας. 

Τέσσερα χρόνια μετά τη διαγραφή του Πουλιόπουλου, τον Σεπτέμβρη του 1931, η ηγεσία της Κομιντέρν αποφάσισε να διορίσει μια νέα ηγεσία στο ΚΚΕ. Όχι απλά να προωθήσει και να στηρίξει τους «δικούς της» όπως έκανε το 1927, αλλά να διορίσει κανονικά με μια απόφαση που δημοσιεύτηκε τελικά στον Ριζοσπάστη τον Νοέμβρη με τη μορφή της «Έκκλησης στα μέλη του ΚΚΕ». Το κεντρικό πρόσωπο της νέας ηγεσίας ήταν ο Νίκος Ζαχαριάδης που θα παρέμενε γραμματέας του ΚΚΕ μέχρι το 1956. 

Επαναστατικό 

Ο Π. Πουλιόπουλος εκλέχτηκε γραμματέας του κόμματος στο τρίτο έκτακτο συνέδριό του τον Νοέμβρη του 1924. Ήταν το συνέδριο που αποφάσισε τη μετονομασία από ΣΕΚΕ(Κ) σε ΚΚΕ. Δεν έπεσε με αλεξίπτωτο στην ηγεσία. Είχε πάρει μέρος στους αντιπολεμικούς ομίλους των φαντάρων στο μέτωπο της Μικράς Ασίας, είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο κίνημα των Παλαιών Πολεμιστών στη συνέχεια. 

Το κόμμα είχε ιδρυθεί το 1918 και αγωνιζόταν να διατηρήσει τα επαναστατικά χαρακτηριστικά στο εσωτερικό του. Τα αμφισβητούσαν απόψεις που υποστήριζαν ότι η εργατική τάξη στην Ελλάδα είναι ανώριμη για επαναστατικούς αγώνες και ουσιαστικά αναζητούσαν συμμαχίες με τους «προοδευτικούς» αστούς. 

Ο Πουλιόπουλος και οι σύντροφοί του συγκρούστηκαν με αυτές τις απόψεις. Θέλανε ένα επαναστατικό κόμμα ικανό να ηγηθεί στους αγώνες των εργατών και των καταπιεσμένων ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση που συνόδευσε τη Μικρασιατική Καταστροφή. 

Η προσπάθεια προσέκρουσε σε δυο εμπόδια. Το πρώτο ήταν η καταστολή του αστικού κράτους. Η δικτατορία του στρατηγού Πάγκαλου το 1925 έβγαλε στην παρανομία το κόμμα, και εξαπέλυσε διώξεις αριστερών συνδικαλιστών. Ο Πουλιόπουλος φυλακίστηκε και πέρασε στρατοδικείο επί «εσχάτη προδοσία» για τις θέσεις του κόμματος για το μακεδονικό. 

Όμως, το μεγαλύτερο εμπόδιο ήταν η μετατροπή της ίδιας της Κομιντέρν από σχολείο στρατηγικής και τακτικής και επιτελείο των επαναστατικών κομμάτων σε διεθνές παράρτημα της σταλινικής γραφειοκρατίας. Τα κομμουνιστικά κόμματα έχασαν την επαναστατική τους πυξίδα. 

Ο Πουλιόπουλος συγκρούστηκε με αυτή την εξέλιξη. Για παράδειγμα αντιτάχτηκε στα πρώτα δείγματα που προοιώνιζαν την στροφή στην στρατηγική των «σταδίων» στη δεκαετία του ’30. Όμως, το ασυγχώρητο «έγκλημά» του το 1926-27 ήταν ότι τάχτηκε με την Αριστερή Αντιπολίτευση στην Ρωσία, που υπεράσπιζε τη διεθνιστική κληρονομιά της επανάστασης του 1917. Τα επόμενα χρόνια ο Πουλιόπουλος έδωσε ένα τιτάνιο αγώνα για να κρατήσει ζωντανή τη στρατηγική της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού που εγκατέλειψε ο σταλινισμός. 

Ο Ζαχαριάδης ήταν αυτός που ανέλαβε να μπολιάσει στο ΚΚΕ τη σταλινική αντίληψη του «Αρχηγού» που κατέχει το αλάθητο και κρεμάει ταμπέλες σε όποιον διαφωνεί. Τον Γενάρη του 1933 για παράδειγμα ο Ριζοσπάστης δημοσίευσε ένα «χαιρετιστήριο» για τον Ζαχαριάδη γραμμένο από ένα μέλος του ΠΓ, τον Στ. Σκλάβαινα με τίτλο «Αυτός μας οδηγεί». 

«Στάδια»

Η «προσωπολατρεία» όπως ονομάστηκε αργότερα πήρε τεράστιες διαστάσεις στα επόμενα χρόνια παράλληλα με τη «χαφιεδολογία». Είχε πολιτικό ρόλο: να καλύπτει την στρατηγική της ήττας που επιβλήθηκε στο κόμμα με τις πλάτες της σταλινικής ηγεσίας στη Μόσχα, ρίχνοντας το φταίξιμο στους «χαφιέδες», τους «πράκτορες». Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η αποκήρυξη του Άρη Βελουχιώτη τον Ιούνη του 1945 για την «ύποπτη και τυχοδιωκτική δράση του». 

Το μεγάλο βήμα στην εγκατάλειψη της επαναστατικής στρατηγικής έγινε τον Γενάρη του 1934 με τις αποφάσεις της περίφημης 6ης Ολομέλειας της ΚΕ. Στην ημερήσια διάταξη δεν έμπαινε πλέον η σοσιαλιστική επανάσταση που εξοβελιζόταν στο μακρινό μέλλον και στο τελετουργικό των κομματικών ντοκουμέντων. Μεσολαβούσε ένα ενδιάμεσο «στάδιο» της «αστικοδημοκρατικής». Στα επόμενα χρόνια και δεκαετίες θα πάρει πολλές ονομασίες, τυπικά πάντα θα είχε την εργατική τάξη σαν «ηγετική δύναμη», αλλά πάντα η ουσία του θα ήταν η συνεργασία με τμήματα της αστικής τάξης για να μεταρρυθμιστεί ο καπιταλισμός.

Η αιτιολόγηση ήταν ότι ο ελληνικός καπιταλισμός ήταν καθυστερημένος με «μισοφεουδαρχικά υπολείμματα» και άρα ανώριμος για ανατροπή. Η αρχική φρασεολογία του 1934 ήταν πολύ ριζοσπαστική. Όμως, η πόρτα για τους μεγάλους συμβιβασμούς είχε ανοίξει. Γιατί οι αναλύσεις περί «αστοτσιφλικάδικης Ελλάδας» στην ουσία αποδέχονταν ότι η εργατική τάξη ήταν «ανώριμη» και αδύναμη να πάρει την εξουσία και να απελευθερώσει όλους τους καταπιεσμένους.

Ο Παντελής Πουλιόπουλος απάντησε, για λογαριασμό της επαναστατικής οργάνωσης Σπάρτακος, άμεσα. Το βιβλίο ‘Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;’ παραμένει και σήμερα η πιο λαμπρή μαρξιστική ανάλυση της πορείας του ελληνικού καπιταλισμού μέχρι τον μεσοπόλεμο με εργαλείο τη θεωρία της Διαρκούς Επανάστασης του Τρότσκι. Και ταυτόχρονα, είναι μια συστηματική υπεράσπιση της επαναστατικής στρατηγικής που έχει στο κέντρο της τη δυναμική της εργατικής τάξης. 

Γιατί ο Πουλιόπουλος δεν περιοριζόταν σε μια στείρα επανάληψη συνθημάτων για την ανάγκη της σοσιαλιστικής επανάστασης. Όταν έγραφε το βιβλίο, το εργατικό κίνημα περνούσε στην αντεπίθεση κόντρα σε μια αστική τάξη που σκόρπαγε φτώχεια και καταστολή. Όμως, η προοπτική με την οποία έμπαινε η οργανωμένη Αριστερά σε αυτές τις μάχες είχε τεράστια σημασία. Γράφει:

«Η πάλη  του προλεταριάτου για διεκδίκηση των πολιτικών και συνδικαλιστικών ελευθεριών της εργατικής δημοκρατίας ενάντια στις δικτατορίες και στο φασισμό, είναι πάλη όχι για την ‘ολοκλήρωση’ του ‘προοδευτικού’ ρόλου αυτής της δημοκρατίας, µα είναι πάλη µε σκοπό την κατάχτηση ενός πλατύτερου πεδίου και περισσότερων όπλων για την ανατροπή της Αστικής και για την εγκαθίδρυση της Προλεταριακής ∆Δηµοκρατίας».

Στρατηγική της ήττας

Μια φράση της κριτικής του Πουλιόπουλου ήταν προφητική. Γράφει ότι η νέα στρατηγική επιβάλλει έναν «ασκητικό αυτοπεριορισμό στο προλεταριάτο». Αυτός ο «ασκητικός περιορισμός» ήταν η αιτία των ηττών. Κάθε ορμητική είσοδος της εργατικής τάξης στο προσκήνιο χτυπούσε πάνω στο τοίχο της στρατηγικής που έλεγε ότι η ανατροπή της εξουσίας των αστών είναι τυχοδιωκτισμός. Το κίνημα πλήρωσε ξανά και ξανά αυτή την στρατηγική. Από τις ηρωικές «μέρες Μαγιού» στη Θεσσαλονίκη του ’36 μέχρι την Αντίσταση τη «νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε» και από κει στην «Χαμένη Άνοιξη» των Ιουλιανών και ακόμα παραπέρα.

Το ΚΚΕ διακηρύσσει ότι έχει αποκαταστήσει τον επαναστατικό του χαρακτήρα, κάνει κριτικές στη θεωρία των «σταδίων». Όμως, την ίδια στιγμή αποκαθιστά τον Ζαχαριάδη και υμνεί τον Στάλιν και τις Δίκες της Μόσχας, δηλαδή την αντεπανάσταση που δολοφόνησε τους παλιούς μπολσεβίκους και έθαψε κάθε κατάκτηση του Οκτώβρη. 

Αυτές οι αναφορές δεν είναι γενικώς «για την ιστορία». Αφορούν το σήμερα των αγώνων μας και την Αριστερά που χρειάζονται. Μια Αριστερά που δεν κουνάει το δάχτυλο στην εργατική τάξη δασκαλεύοντας τον «ασκητικό περιορισμό» όταν εκφράζει το μίσος της για την κυβέρνηση της συμφοράς αλλά την αντιμετωπίζει σαν τη δύναμη που γίνεται «τάξη για τον εαυτό της» στους αγώνες του σήμερα. Αυτή η τάξη χρειάζεται μια δυνατή επαναστατική Αριστερά που θα πατάει στην κληρονομιά του Πουλιόπουλου και όχι του κάθε Ζαχαριάδη.