Διεθνή
ΗΠΑ-Κίνα: Αλληλεξάρτηση και ανταγωνισμοί

Δεν συμβαίνει συχνά να ταπεινώνεται ο Τζέιμι Ντίμον. Είναι ο διευθύνων σύμβουλος της γιγαντιαίας επενδυτικής τράπεζας JPMorgan Chase, της μεγαλύτερης τράπεζας στις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Οι ρίζες της JPMorgan πηγαίνουν βαθιά στην ιστορία του αμερικάνικου καπιταλισμού. Ο Τζον Πάιερποντ Μόργκαν, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, είχε πρωτοστατήσει στη δημιουργία βιομηχανικών κολοσσών όπως η US Steel και είχε ενορχηστρώσει τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος των ΗΠΑ από την κρίση του 1907. Ο συνέταιρος της JP Morgan, Τόμας Λαμόν, ήταν ο καπιταλιστής που κινούσε τα νήματα όταν τα ευρωπαϊκά κράτη άρχισαν να εξαρτώνται από τα δάνεια των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Ο Τζέιμι Ντίμον μπορεί να μην έχει την πολιτική επιρροή αυτού του μεγέθους, αλλά οδήγησε την τράπεζα με επιτυχία μέσα από την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-8. Έκτοτε, η JPMorgan Chase (το προϊόν πολλαπλών συγχωνεύσεων τραπεζών) τα έχει πάει πολύ καλύτερα από την Goldman Sachs, τον άλλο ιστορικό γίγαντα της Γουόλ Στριτ.

Αλλά την περασμένη εβδομάδα ο Ντίμον πάτησε μπανανόφλουδα. Είπε σε ένα επιχειρηματικό φόρουμ στη Βοστώνη: «Έκανα ένα αστείο τις προάλλες ότι φέτος το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας γιορτάζει τα 100 χρόνια του. Το ίδιο και η JPMorgan. Βάζω στοίχημα ότι θα κρατήσουμε περισσότερο. Δεν μπορώ να το πω αυτό στην Κίνα. Μάλλον ακούνε έτσι κι αλλιώς». Την επόμενη μέρα ο Ντίμον, ο οποίος πρώτος απ’ όλη τη Γουόλ Στριτ επισκέφτηκε το Χονγκ Κονγκ μετά την έναρξη της πανδημίας, ζήτησε δύο φορές μια απελπισμένη συγγνώμη.

Το γεγονός αναδεικνύει ένα από τα εντυπωσιακά στοιχεία που συνοδεύουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Παρά τις γεωπολιτικές εντάσεις μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών στον κόσμο, η Γουολ Στριτ θέλει απεγνωσμένα να αποκτήσει περισσότερη πρόσβαση στις κινεζικές αγορές. Η αρθρογράφος των Financial Times, Ράνα Φορούχαρ αναρωτήθηκε πρόσφατα: «Είμαι η μόνη που μένω έκπληκτη όταν βλέπω από την μια την Κίνα να δοκιμάζει νέα υπερηχητικά όπλα και τo 

NATO να οργανώνει νέα αποστολή για να την αντιμετωπίσει και από την άλλη την Goldman Sachs να ακολουθεί την JPMorgan ως η δεύτερη ανεξάρτητη τράπεζα που της επιτρέπεται να λειτουργεί ελεύθερα στην Κίνα χωρίς τοπικό εταίρο;»

Αυτές οι τράπεζες-μαμούθ έχουν στραμμένη την προσοχή τους στον πλούτο που δημιουργείται από τη μακροχρόνια άνθηση της γενιάς της Κίνας. Η Goldman εκτιμά ότι τα κινεζικά νοικοκυριά θα έχουν περιουσιακά στοιχεία αξίας 70 τρις δολαρίων έως το 2030 (όταν η ετήσια παγκόσμια παραγωγή πλησιάζει σε αξία τα 85 τρις δολάρια). Αρκετές μεγάλες δυτικές τράπεζες, με μπροστάρισες την JPMorgan και την Goldman  είναι πρόθυμες να προσφέρουν στους Κινέζους καπιταλιστές τις υπηρεσίες διαχείρισης της περιουσίας τους και την τεχνογνωσία τους σε συγχωνεύσεις και εξαγορές.

Όμως η πορεία προς τα μεγάλα κέρδη αποδεικνύεται δύσκολη. Από τις επτά παγκόσμιες τράπεζες με επενδυτικές τραπεζικές εργασίες στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, μόνο τρεις σημείωσαν κέρδη τα τελευταία τρία χρόνια. Η κινεζική αγορά είναι πράγματι τεράστια, αλλά υπάρχουν ήδη καλά εδραιωμένες εγχώριες τράπεζες και οι ξένοι δυσκολεύονται να κατανοήσουν τους κανόνες του τοπικού παιχνιδιού.

Η JPMorgan και οι όμοιοί της ήλπιζαν ότι θα μπορούσαν να αναπληρώσουν αυτά τα μειονεκτήματα βοηθώντας τις κινεζικές εταιρείες να τοποθετήσουν τις μετοχές τους εκτός της ηπειρωτικής Κίνας, κυρίως στο Χονγκ Κονγκ και στη Νέα Υόρκη. Όμως τον Ιούλιο η κινεζική κυβέρνηση άρχισε να περιορίζει αυτές τις τοποθετήσεις μετοχών στο εξωτερικό. Αυτό ήταν εν μέρει μια αντίδραση στη απαίτηση των ρυθμιστικών αρχών των ΗΠΑ οι κινεζικές εταιρείες που είναι εισηγμένες στην Γουόλ Στριτ να παρέχουν τα αποτελέσματα των λογιστικών τους ελέγχων. 

Το Πεκίνο ψήφισε νέο νόμο για την ασφάλεια δεδομένων που απαιτεί από τις κινεζικές εταιρείες να λαμβάνουν την έγκριση της κυβέρνησης πριν παράσχουν οποιαδήποτε πληροφορία σε ξένες κρατικές υπηρεσίες. Η στροφή έγινε δραματική καταστρέφοντας την εισαγωγή της Didi (το κινεζικό αντίστοιχο της Uber) στην Γουολ Στριτ. Ακολούθησε το μπλοκάρισμα από τις κινεζικές ρυθμιστικές αρχές μιας ακόμη μεγαλύτερης τοποθέτησης μετοχών εκτός Κίνας, από τον τεχνολογικό γίγαντα Αlibaba. 

Η κινεζική κυβέρνηση ανησυχεί επίσης μήπως χάσει τον πολιτικό έλεγχο πάνω στα ιδιωτικά κεφάλαια. Το αφεντικό της 

Alibaba, ο Τζακ Μα, είχε παραπάρει θάρρος. Σε μια σημαντική του ομιλία τον Οκτώβριο του 2020 είχε επιτεθεί στις κρατικές τράπεζες της Κίνας ότι έχουν «νοοτροπία ενεχυροδανειστηρίου».

Από τη μια, λοιπόν, έχουμε τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες. Οι κινεζικές εταιρείες γίνονται διεθνείς και τράπεζες όπως η JPMorgan και η Goldman Sachs είναι πρόθυμες να τις βοηθήσουν. Προς το παρόν δεν υπάρχουν σημάδια που να δείχνουν ότι οι δυτικές εταιρίες που έχουν την παραγωγή τους στην Κίνα πρόκειται να επιστρέψουν από την Ασία στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Από την άλλη πλευρά, ο αυξανόμενος ανταγωνισμός μεταξύ της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου οδηγεί και τα δύο κράτη να παρακολουθούν και να ελέγχουν πιο αυστηρά τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των οικονομιών τους. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που ακόμη και ο πανίσχυρος Τζέιμι Ντίμον φοβάται τόσο πολύ μήπως προσβάλει το Κομμουνιστικό Κόμμα.