Οικονομία και πολιτική
Εκλογές ΚΙΝΑΛ: Ηγεσίες που πολέμησαν την εργατική βάση του ΠΑΣΟΚ δεν μπορούν να το ξαναστήσουν

Σαμαροβενιζέλοι

«Το ΠΑΣΟΚ επέστρεψε, η δημοκρατική παράταξη επέστρεψε», ήταν το μήνυμα που έστειλε ο νέος πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ, Ν. Ανδρουλάκης κατά την ομιλία του στη Χαριλάου Τρικούπη, μετά την επικράτησή του με 68% στον δεύτερο γύρο των εκλογών. Στα κανάλια δεν έλειψαν οι αναλύσεις για το ότι ο φορέας αυτής της νίκης ήταν ο απλός κόσμος, «η βάση του ΠΑΣΟΚ που ψηφίζοντας δημοκρατικά έφερε την ανανέωση».

Στην πραγματικότητα οι εκλογικές διαδικασίες που ανέδειξαν τον Ανδρουλάκη νέο πρόεδρο του ΚΙΝΑΛ ήταν η κατάληξη μιας πορείας δεκαετιών που κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση: Στον περιορισμό δηλαδή της δυνατότητας της βάσης του ΠΑΣΟΚ να συμμετέχει ενεργά ή να επηρεάζει τις αποφάσεις της ηγεσίας του. 

Ξεκινώντας από το σήμερα, ο Ν. Ανδρουλάκης εκλέχτηκε από ένα σώμα στο οποίο μπορούσε να ψηφίσει ο καθένας, ακόμη και οι ψηφοφόροι άλλων κομμάτων εξυπηρετώντας άλλες ατζέντες, κάτι που αναδείχτηκε και από τους ίδιους τους υποψήφιους στην διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Επιπλέον δεν υπήρξε καμιά ουσιαστική συζήτηση που να περιλαμβάνει όλον αυτόν τον κόσμο πάνω στην στρατηγική, στο πρόγραμμα και στην δράση που υποτίθεται θα συνοδεύσει αυτήν την «ανανέωση». Γιατί πολύ απλά δεν υπήρξαν προσυνεδριακές διαδικασίες στις οποίες να μπορεί να συμμετάσχει, να συζητήσει, να αντιπαρατεθεί, να ζυμωθεί, να διαμορφώσει άποψη και να την πει. Την ίδια την εκλογική διαδικασία επιλέχθηκε να οργανώσει και να περιφρουρήσει μια εταιρία... 

Για τους περισσότερους ψηφοφόρους η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία σήμανε να παρακολουθούν από τα κανάλια την προεκλογική εκστρατεία. Αλλά ακόμη κι έτσι ουδέποτε υπήρξε συζήτηση ούτε στο «ντιμπέιτ» ούτε φυσικά στις εκδηλώσεις που οργάνωνε ο ξεχωριστός εκλογικός μηχανισμός του καθένα υποψήφιου, με τις διασυνδέσεις του. 

Ο κόσμος κλήθηκε να ψηφίσει «πρόσωπα» πάνω σε ένα αόριστο «αριστερό», «κεντρώο» ή «δεξιό» προφίλ που καλλιέργησε ο κάθε υποψήφιος για τον εαυτό του με γενικολογίες.

Αυτό το στοιχείο, ο περιορισμός δηλαδή της βάσης να παίξει τον οποιοδήποτε ενεργό ρόλο στην διαμόρφωση της πολιτικής, σημάδεψε το ΠΑΣΟΚ εδώ και δεκαετίες. 

Το ΠΑΣΟΚ δημιουργήθηκε και μεγάλωσε γρήγορα συνδεόμενο και πατώντας στις πλάτες του κινήματος της Μεταπολίτευσης, δεσμευόμενο ότι θα μπορούσε από τα πάνω, παίρνοντας την κυβέρνηση, να φέρει τον «σοσιαλισμό στις 18 του Οκτώβρη» όπως ήταν ένα από τα συνθήματά του - ή έστω την «αλλαγή». Γιγαντώθηκε σε μια περίοδο που σε όλη την Ευρώπη τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα διεμβόλιζαν με επιτυχία τα ρεφορμιστικά (σταλινικά και ευρωκομμουνιστικά) κόμματα, προτείνοντας τον εαυτό τους ως ανοιχτά δημοκρατικά κόμματα στα οποία μπορούσε να εκφραστεί κάθε φωνή. Το ΠΑΣΟΚ είναι «κίνημα» όχι κόμμα όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Αντρέας Παπανδρέου. 

Αλλά πολύ σύντομα στις πολιτικές που εφάρμοσε άρχισε να φαίνεται ότι είναι ένα κόμμα όπως και τα υπόλοιπα ρεφορμιστικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που ο Λένιν από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα χαρακτήριζε αστικά-εργατικά, δηλαδή κόμματα με αστική πολιτική και εργατική βάση, όπως το Εργατικό Κόμμα στην Βρετανία ή το SPD στην Γερμανία.

Αντίφαση

Η εσωτερική αντίφαση ενός κόμματος που πατάει πάνω στις ελπίδες της εργατικής τάξης, οργανώνοντας στις γραμμές του και ένα της κομμάτι, αλλά εφαρμόζει δεξιές πολιτικές, οξύνθηκε ξανά και ξανά ιδιαίτερα όταν αυτό ερχόταν στην κυβέρνηση, δημιουργώντας την ανάγκη για μεγαλύτερο γραφειοκρατικό έλεγχο και αποδέσμευση από την βάση. Ήδη από την δεκαετία του ’70, πριν ακόμη το ΠΑΣΟΚ έρθει στην εξουσία, ο Αντρέας, με την ιδιότητα του αδιαμφισβήτητου ηγέτη του κόμματος μπορούσε να διαγράφει τις αντίθετες φωνές που -με εξαίρεση τα πρώτα χρόνια- ήταν σχεδόν πάντα προς τα αριστερά. Αλλά αυτό δεν μπόρεσε να σταματήσει την ανταρσία της εργατικής του βάσης που το 1985 συγκρούστηκε με το πρόγραμμα λιτότητας της δεύτερης κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, μεγάλο τμήμα αποχώρησε και συνεργάστηκε με την Αριστερά. 

Η απογοήτευση από την συγκυβέρνηση του ΚΚΕ-ΣΥΝ με την ΝΔ, ξανάστειλε αυτόν τον κόσμο πίσω στο ΠΑΣΟΚ με τον Ανδρέα Παπανδρέου (μόλις στο 2ο συνέδριο του κόμματος μέσα σε δύο δεκαετίες!) να καταργεί το 1990 τις κλαδικές οργανώσεις σε μια απόπειρα να φιμώσει την εργατική του βάση. Αλλά ήταν ξανά η απεργιακή έκρηξη αυτής της βάσης (παρά τη γραμμή του Αντρέα για αναμονή να πέσει η κυβέρνηση του μπαμπά Μητσοτάκη σαν «ώριμο φρούτο») που έριξε τη ΝΔ. 

Αυτή η δύναμη ταλάνιζε όχι μόνο το ΠΑΣΟΚ αλλά όλα τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Την δεκαετία του ’90 επιχειρήθηκε από τα πάνω σε όλη την Ευρώπη η αποδέσμευσή τους από την επιρροή των «συνδικαλιστών» που πιέζονταν από τις ανταρσίες της εργατικής βάσης – με πιο χοντροκομμένο παράδειγμα το «νέο Εργατικό Κόμμα» του Μπλερ. Στην Ελλάδα, λίγο μετά την εκλογή του το 1996, ο Σημίτης προώθησε ως νέος πρόεδρος μια σειρά από οργανωτικές αλλαγές που περιόριζαν την εργατική βάση καθώς και τις «τοπικές οργανώσεις». Συνένωσε τις τοπικές ώστε να υπάρχει μια μόνο σε κάθε δήμο, χαρακτήρισε ως ξεπερασμένο το μοντέλο των οργανώσεων στους χώρους δουλειάς. Οι νέες αυτές απόπειρες δεν έσωσαν την κυβέρνηση Σημίτη από τις απεργιακές ανταρσίες στους εργατικούς χώρους με κορύφωση την πανεργατική απεργία που το 2001 γκρέμισε το αντι-ασφαλιστικό νομοσχέδιο του Γιαννίτση –και μάλιστα με τη συμμετοχή της ηγεσίας της ΠΑΣΚΕ  που λίγα χρόνια νωρίτερα είχε στηρίξει τον Σημίτη. 

Αλλαγές

Ο Γιώργος Παπανδρέου με τη σειρά του προχώρησε το 2004 σε νέες αλλαγές με πιο κεντρική εκείνη του τρόπου εκλογής του προέδρου -να γίνεται μέσα από ψηφοφορία όλων των μελών και των φίλων του ΠΑΣΟΚ και όχι από εκλεγμένους αντιπροσώπους- που πλασαρίστηκε σαν πιο δημοκρατική, ότι τάχα έδινε λόγο στην βάση ενώ στην πραγματικότητα την μετέτρεπε και τυπικά σε απλό ψηφοφόρο. 

Ούτε αυτές οι μεθοδεύσεις κατάφεραν να συγκρατήσουν την εργατική τάξη όταν το 2010 ο ΓΑΠ βρισκόμενος στην κυβέρνηση ξεκίνησε την πιο άγρια μνημονιακή επίθεση. Το απεργιακό κίνημα σάρωσε την δική του κυβέρνηση και αυτές που ακολούθησαν λύνοντας σε ένα μεγάλο βαθμό και την εσωτερική αντίφαση του ΠΑΣΟΚ καθώς η συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής του βάσης το εγκατέλειψε αναζητώντας εναλλακτικές  στα αριστερά, οδηγώντας το ίδιο το κόμμα σε κατάρρευση. 

Στις πρόσφατες εσωκομματικές εκλογές, ο ΓΑΠ, παρά τα περί «προοδευτικής στροφής», τελικά πλήρωσε αφενός το γεγονός ότι ο κόσμος δεν έχει ξεχάσει τη μνημονιακή του κωλοτούμπα, αφετέρου το γεγονός ότι ο ίδιος προσωπικά φρόντισε να ξεδοντιάσει τη βάση.

Η επικράτηση του Ν. Ανδρουλάκη σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ανανέωση» του ΠΑΣΟΚ. Ούτε το νέον της ηλικίας μεταφράζεται σε προοδευτική ανανέωση, ούτε η πορεία του Ανδρουλάκη την τελευταία και κρίσιμη για το ΠΑΣΟΚ δεκαπενταετία έχει δείξει κάτι τέτοιο, ούτε το ότι είναι γέννημα θρέμμα του μηχανισμού αυτής της περιόδου, ούτε η σύνδεσή του με τον Βενιζέλο. Αλλά ούτε και η απροθυμία του να συγκρουστεί με τη Νέα Δημοκρατία, ιδιαίτερα σε μια φάση που αυτή κλυδωνίζεται και αναζητά στηρίξεις. 

Στο ΚΙΝΑΛ, πολλοί υποστηρίζουν ότι η ανάδειξή του σε ρόλο «ρυθμιστικού παράγοντα» στα σενάρια κυβέρνησης συνεργασίας, είτε «κεντροδεξιάς» είτε «προοδευτικής», βάζουν τον Ανδρουλάκη και το κόμμα στο κέντρο της πολιτικής, δίνοντάς του τη δυνατότητα να αντλήσει δυνάμεις και από τη ΝΔ και από τον ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για αυταπάτη. Ποτέ ο «ενδιάμεσος» δεν καθόρισε τις παρατάξεις της ταξικής πόλωσης. Αυτό αφορά βέβαια και την στάση που θα κρατήσουν ο Μητσοτάκης και ο Τσίπρας. Και οι δύο έτρεξαν να ζητήσουν συναντήσεις με τον Ανδρουλάκη επιδιώκοντας να τον εντάξουν στα δικά τους σχέδια συνεργασίας.

Αλλά αυτός που για ακόμη μια φορά είναι ο πραγματικός ρυθμιστικός παράγοντας των εξελίξεων είναι η ταξική πάλη: Το κατά πόσο το εργατικό και νεολαιϊστικο κίνημα, που δεν έχει σταματήσει να συγκρούεται με την ΝΔ μέσα στον καιρό της πανδημίας, θα μπορέσει να σπάσει τους φραγμούς που βάζουν οι κοινοβουλευτικές πολιτικές και οι γραφειοκρατικές συνδικαλιστικές ηγεσίες ενόψει μιας παρατεταμένης προεκλογικής περιόδου. Να σπάσει την αδράνεια στο όνομα μιας αναμονής για «αλλαγή» από τα πάνω. Η απόφαση σύσσωμων των συνδικαλιστικών ηγεσιών να μην προχωρήσουν φέτος σε απεργία ενάντια στον προϋπολογισμό λιτότητας είναι χαρακτηριστική αυτού του κινδύνου, 

Η αντικαπιταλιστική αριστερά, ξεκινώντας από τις 16 του Δεκέμβρη, πρέπει σε κάθε σωματείο και γειτονιά να δώσει όλες τις δυνάμεις της για να μπορέσει να εκφραστεί απεργιακά στους δρόμους η οργή και η δυναμική των εργαζομένων από τα κάτω. Και ταυτόχρονα να διαμορφώσει παλεύοντας δίπλα-δίπλα με αυτόν τον κόσμο, την εργατική εναλλακτική απέναντι στην χρεοκοπία ενός συστήματος που κάθε μέρα μετράει νέους νεκρούς και καταστροφές χωρίς φως στο βάθος του τούνελ.