Πολιτισμός
Κινηματογράφος - Αντίο στη Λίνα του έρωτα και της αναρχίας

«Γιατί κάποια στιγμή, νιώθεις την ανάγκη να πεις: “Φτάνει πια”»

«Μάμα, τί σημαίνει αναρχικός;»

«Αυτός που σκοτώνει βασιλιάδες, ρίχνει βόμβες και καταλήγει στην κρεμάλα»

«Σοσιαλισμό θέλουμε, όχι αναρχία. Αλλιώς καταλήγεις στην κρεμάλα»

«Χρειαζόμαστε κι αυτούς που καταλήγουν στην κρεμάλα. Αρκεί να γίνουμε όλοι ισότιμοι και ελεύθεροι όπως μας έφτιαξε η φύση…»

Τάδε έφη Λίνα Βερτμίλερ, στον διάλογο με τον οποίο ξεκινά η πιο γνωστή, μάλλον, ταινία της: Η «Ιστορία Έρωτα και Αναρχίας».

Η Αρκάντζελα Φελίτσε Ασούντα Βερτμίλερ φον Ελγκ Εσπανιόλ φον Μπραουάιχ, η πιο απλά, γνωστή σε όλους μας, ως Λίνα Βερτμίλερ, που πέθανε στα 93 της χρόνια στις 9 Δεκεμβρίου 2021, ήταν Ιταλίδα σκηνοθέτις, σεναριογράφος και συγγραφέας. «Αναρχοσοσιαλίστρια», φεμινίστρια, κοσμοπολίτισσα κι ένα ριζοσπαστικό καλλιτεχνικά και πολιτικά πνεύμα, υποστήριζε ότι «οι κανόνες έχουν φτιαχτεί για να σπάνε», θεωρώντας μάλιστα ότι αυτή η διαδικασία είναι εξαιρετικά «διασκεδαστική». Ξεκίνησε από πολύ νωρίς να εφαρμόζει το αξίωμα της αυτό στην πράξη, ερχόμενη σε σύγκρουση με την ίδια της την αριστοκρατικών καταβολών οικογένεια και αλλάζοντας δεκάδες «καθωσπρέπει» καθολικά σχολεία, μη θέλοντας να αποδεχτεί κανόνες που της επιβάλλονταν και τα όσα άλλοι προγραμμάτιζαν για την ίδια και τη ζωή της.

Η Βερτμίλερ με τις ταινίες της όπως την «I Basilischi» («The Basilisks and The Lizards») (1963) -σκηνοθετικό της ντεμπούτο- «The Belle Starr Story» (1968) -σπαγγέτι γουέστερν- «Μίμης ο Σιδεράς» (1972), «Ιστορία Έρωτα και Αναρχίας» (1973) -προτάθηκε για Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών- «Η Κυρία και ο Ναύτης» (1974), «Ο Πασκουαλίνο και οι 7 Καλλονές» (1975) -που σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία- «Μια Νύχτα γεμάτη Βροχή» (1978) -υποψηφιότητα για το Όσκαρ Σκηνοθεσίας- δεν θα μείνει στην κινηματογραφική ιστορία μόνο ως η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτις που ήταν υποψήφια για Όσκαρ, αλλά και ως εκείνη που τόλμησε να αμφισβητήσει ήθη, έθιμα, κοινωνικά και πολιτικά στερεότυπα, παίρνοντας θέση ξεκάθαρα απέναντι στις κοινωνικές ανισότητες κάθε είδους, αλλά και τον ίδιο τον φασισμό, καθώς και ως η δημιουργός εκείνη, που αναφέρθηκε στο σεξ, χωρίς ηθικοπλαστικά βαρίδια και χρησιμοποίησε αριστοτεχνικά, την ικανότητα της κωμωδίας να καταγγέλλει, να κρίνει, να αποδομεί, αλλά και να προτείνει λύσεις πάνω σε ζητήματα της καθημερινής ζωής της πλειοψηφίας και όχι των λίγων.

Πατώντας πάνω στη δυναμική και τη ριζοσπαστικοποίηση των πολιτικών αγώνων της δεκαετίας του ’60, αλλά και τον δικό της δυναμικό χαρακτήρα, η Βερτμίλερ έρχεται καλλιτεχνικά σαν σίφουνας στα κινηματογραφικά πράγματα της δεκαετίας του ’70, για να καταθέσει τη δική της πρόταση. Μια πρόταση πληθωρική, ασυγκράτητη, που υπηρετεί την άποψη πως οι ανισότητες και οι αδικίες στον καπιταλισμό είναι απόλυτα δίκαιο να ανατραπούν και πως πρέπει να αγωνιζόμαστε, ώστε αυτό να γίνει κάποτε «πράξη». Για το λόγο αυτό και στήνει πάντα την κάμερά της, «δίπλα» στους καθημερινούς ανθρώπους και ποτέ «απέναντι» τους, δίνοντας τους στην πραγματικότητα όχι απλά τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις ταινίες της, αλλά βήμα. 

Βήμα

Το βήμα εκείνο που δεν θέλει το σύστημα με τίποτα και για κανένα λόγο να τους δώσει και που αντίθετα, όταν αναφέρεται σε αυτούς, το κάνει μόνο για τους λοιδορήσει. Γι’ αυτό και στις ταινίες της κοιτά να τους αναδείξει, αγκαλιάζοντάς τους κινηματογραφικά, καταγράφοντας τη δυναμική τους, τις αντιφάσεις τους, τη θέληση και την αποφασιστικότητά τους, τις υπαναχωρήσεις τους, τις επιθυμίες τους, τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους, τις θετικές αλλαγές που επιφέρουν οι δράσεις τους, καθώς και τις καταστροφικές για τους ίδιους συνέπειες της απραξίας, της διστακτικότητας ή των λανθασμένων επιλογών τους. Με «δυο λέξεις»: Την ομορφιά τους.

Με τη φρεσκάδα της αμφισβήτησης και του χιούμορ ως εργαλείου που γκρεμίζει τα πάντα για να τα ξαναχτίσει αμέσως μετά, όπως έκαναν και οι Μόντι Πάιθον τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 (σ’ ένα πιο… βρετανικό μήκος κύματος), παρακολουθώντας κάποιος σήμερα τις ταινίες της Αρκάντζελα Φελίτσε Ασούντα Βερτμίλερ φον Ελγκ Εσπανιόλ φον Μπραουάιχ, συνειδητοποιεί και απολαμβάνει αυτό που συνολικά έχει να του προσφέρει: Ανοιχτές γέφυρες.

Κρατάει κι αυτή δηλαδή, ως πρωτοπόρος μέσα από το έργο της, τις γέφυρες ανοιχτές, προκειμένου όσοι από την πλειοψηφία του κόσμου το θέλουν και το επιλέγουν, να μπορούν να περάσουν σε άλλα μη προβεβλημένα ή και απαγορευμένα ενίοτε «μέρη» από την άρχουσα τάξη, προκειμένου, μη σταματώντας να αγωνίζονται για αυτά, να βρουν διέξοδο για τα όνειρά τους…

Κρατώντας δηλαδή, τις γέφυρες όρθιες και ανοιχτές (όπως άλλωστε και το ΣΕΚ, 50 χρόνια τώρα) σε μια εποχή που βέβαια έχει αλλάξει από εκείνη της Ιταλίδας σκηνοθέτιδας, δίνεται η ακόμα πιο πολύτιμη επιλογή, ο κόσμος να μπορεί να περνά σε «μέρη», εκτός του «τέλους της ιστορίας», των «αρίστων», της ανάθεσης, της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας, των πολλών ταχυτήτων, του φασισμού, των φυλετικών και σεξουαλικών διακρίσεων, της καταπίεσης, της ανελευθερίας, των pushbacks, των φραχτών, τειχών και Λωρίδων, του δυστοπικού μέλλοντος το οποίο πρέπει να αποδεχτούμε ως μια πολλά υποσχόμενη βαρβαρότητα για τους πολλούς, όπως είναι αυτά της επανάστασης, της ταξικής πάλης, των διεκδικήσεων, της αλληλεγγύης, του αγώνα, της οργάνωσης, του ξεκαθαρίσματος, του δικαιώματος επιλογών, ενός άλλου κόσμου -που είναι εφικτός- της δικαιοσύνης, της ειρηνικής συνύπαρξης και τόσα άλλα…

«Γιατί κάποια στιγμή», όπως λέει και ο αναρχικός ήρωάς της, Τουνίν (Τζιανκάρλο Τζιανίνι), που θέλει να σκοτώσει τον Μουσολίνι στις 8 Ιούλη, (στην «Ιστορία Έρωτα και Αναρχίας»), «νιώθεις την ανάγκη να πεις: “Φτάνει πια”».

Ραντεβού στις 8 Ιουλίου λοιπόν…

Πάνος Κατσαχνιάς