Καταπίεση και απελευθέρωση
ΜΜΕ και Αστυνομία συνένοχοι στους σεξιστικούς εκβιασμούς

Για μη συναινετική δημοσίευση υλικού από ερωτικές συνευρέσεις τους κατηγόρησε τον παρουσιαστή του Ράδιο Αρβύλα, Στάθη Παναγιωτόπουλο, πρώην σύντροφός του. Το σκάνδαλο πυροδότησε ένα ακόμη κύμα #metoo, με πολλές γυναίκες να ακολουθούν την πρώτη καταγγέλλουσα και να αποκαλύπτουν ότι έχουν πέσει και αυτές θύματα του παρουσιαστή της εκπομπής -ενώ και μια 22χρονη φοιτήτρια μίλησε στην τηλεόραση για τον εκβιασμό παρόμοιας φύσης που υπέστη από γνωστό δικηγόρο. 

Παράλληλα, ραγδαίες ήταν οι εξελίξεις και στο επίπεδο της εκπομπής, με τους άλλους τρεις παρουσιαστές να θέτουν τον Παναγιωτόπουλο εκτός ομάδας και να του κάνουν αγωγή, ενώ η εκπομπή σταμάτησε προσωρινά και μένει να φανεί αν θα συνεχίσει μετά τις γιορτές. Μια πρώην εργαζόμενη κατήγγειλε ότι η παραβιαστική συμπεριφορά του Παναγιωτόπουλου ήταν γνωστή σε όλους και θα όφειλαν να είχαν πάρει αποστάσεις ακόμη και αν στ’ αλήθεια δεν γνώριζαν για τη δημοσιοποίηση του υλικού. Είναι πράγματι υποκριτικό να τρέχουν να γίνουν μαχητές κατά του σεξισμού μια εκπομπή στην οποία τα «ανέκδοτα» με σεξιστικά στερεότυπα ήταν κανόνας. Και το ίδιο ισχύει για το κανάλι που την έβγαζε στον αέρα.

Μέρος της συζήτησης που έχει ανοίξει είναι η αναγνώριση της διαδικτυακής κακοποίησης σαν ξεχωριστό ποινικό αδίκημα και η θέσπιση αυστηρών ποινών. Το «κοντινότερο» ποινικό αδίκημα που είναι θεσπισμένο είναι η παραβίαση προσωπικών δεδομένων, ωστόσο ούτε αυτεπάγγελτα διώκεται ούτε καλύπτει το μέγεθος της καταστροφής που μπορεί να προκαλέσει η δημοσιοποίηση προσωπικών στιγμών. Πολύς κόσμος θυμήθηκε την τραγική ιστορία της Λίνας Κοεμτζή που αυτοκτόνησε το 2016 ύστερα από τη δημοσιοποίηση φωτογραφιών της. 

Όμως αυτή η συζήτηση όταν ανοίγει από τους «από πάνω», περισσότερο αποκαλύπτει το μέγεθος της αδιαφορίας με την οποία αντιμετωπίστηκε το φαινόμενο αυτό μέχρι να σκάσει η βόμβα. Θυμίζει τις γυναικοκτονίες: η αδιαφορία της αστυνομίας στις καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία ξεμπροστιάστηκε στη γυναικοκτονία της Δάφνης, όπου η Άμεση Δράση είχε περάσει έξω από το σπίτι του μελλοντικού θύματος και δεν είχε κάνει τίποτα. Λίγο αφότου η άτυχη γυναίκα δολοφονήθηκε, η ΕΛΑΣ ανακοίνωσε 14 συλλήψεις για ενδοοικογενειακή βία σε μια ημέρα. Για να μην αλλάξει τίποτα, για μια ακόμη φορά.

Σε κίνδυνο

Η Άννα Νίνη, δημοσιογράφος και μέλος συντακτικής ομάδας που έκανε έρευνα για τα δίκτυα εκβιασμών και διαπόμπευσης γυναικών, δίνει σε ανάρτησή της μια εικόνα της σεξιστικής στάσης της αστυνομίας σχετικά με τα εγκλήματα μη συναινετικής δημοσιοποίησης σεξουαλικού υλικού: 

«Εδώ και μήνες έχει ξεμπροστιαστεί η Δίωξη και τα αυτοματοποιημένα μηνύματα που έστελναν σε γυναίκες που ζήτησαν τη βοήθεια τους... Εδώ και μήνες έχουμε δημοσιοποιήσει πως πολλές γυναίκες βρίσκονταν σε κίνδυνο γιατί οι θύτες τις στοχοποιούσαν δίνοντας μέχρι και τις διευθύνσεις των σπιτιών τους.

Όχι μόνο από την έρευνα που κάναμε με τον Αντώνη Ρηγόπουλο για το Documento, αλλά και από την έρευνα που έκανε ο Θοδωρής Βορύλλας που ασχολήθηκε σαν ειδικός με το θέμα, με τον οποίο πήγαμε επίσης μαζί στην Εισαγγελία για να καταθέσει κι αυτός υλικό περίπου 60 GB. Παρόμοια έρευνα που αφορούσε το Chatpic [σ.σ: πλατφόρμα μη συναινετικής διανομής σεξουαλικού υλικού] έκανε και η ομάδα Disinfaux Collective, και τα παιδιά πήγαν επίσης στην Εισαγγελία για να καταθέσουν όσα βρήκαν στην έρευνα τους. Όλο το υλικό μαζί, ξεπερνάει τα 150 GB, μπορεί και παραπάνω. Και περιλαμβάνει …αρκετά στοιχεία για να συλληφθούν άνθρωποι, αρκετά στοιχεία για να δείξουμε πως δεν είναι εξαίρεση».

Η σκληρότερη ποινική αντιμετώπιση αυτών των αδικημάτων όμως δεν θα λύσει το πρόβλημα. Χρειάζεται αγώνας ενάντια στις σεξιστικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών.

Ζούμε σε ένα σύστημα που κερδίζει από τέτοια φαινόμενα. Πρώτο, η εκδικητική δημοσιοποίηση φωτογραφιών και βίντεο, παρότι δεν είναι πορνογραφία, είναι παραφυάδα της τεράστιας ηλεκτρονικής βιομηχανίας πορνό. Μιας βιομηχανίας που συστηματικά αντικειμενοποιεί και εμπορευματοποιεί τις γυναίκες και το σεξ και που με τη διεύρυνση της πρόσβασης στο ίντερνετ έχει γιγαντωθεί. 

Δεύτερο, σε μια κοινωνία ποτισμένη στον σεξισμό, το σεξ εγκυμονεί κινδύνους για τις γυναίκες. Οι γυναίκες απειλούνται από επιθέσεις παρενόχλησης, κακοποίησης και βιασμού, τον κίνδυνο της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης, μέχρι ακόμη και το γεγονός ότι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα χτυπούν σε μεγαλύτερο ποσοστό και πιο βαριά τις γυναίκες. Η διάλυση της δημόσιας Υγείας εμποδίζει την αντιμετώπιση των νοσημάτων ενώ τα ταμπού και τα σεξιστικά ιδεολογήματα τα εντείνουν, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο. Η υλική αυτή πραγματικότητα οδηγεί και στην αντίληψη ότι το σεξ είναι κάτι «κακό» για τις γυναίκες, κι αυτό με τη σειρά του στο ότι αποτελεί πεδίο τιμωρίας και εκδίκησης.

Η χρονιά κλείνει όπως άνοιξε. Οι εξελίξεις στο σκάνδαλο Ράδιο Αρβύλα πήραν τη μορφή χιονοστιβάδας όπως η καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου είχε προκαλέσει μια χιονοστιβάδα που ακόμα συγκλονίζει αυτό το σεξιστικό σύστημα. Έγιναν χιονοστιβάδα επειδή το γυναικείο κίνημα έχει βγει στους δρόμους και προβάλει τα αιτήματα για την απελευθέρωση των γυναικών. Μαζί με τα άμεσα αιτήματα για να τιμωρηθούν όλοι όσοι ευθύνονται, αλλά και γνώριζαν και συγκάλυπταν τους σεξιστικούς εκβιασμούς, πάει και η μάχη να ξεφορτωθούμε το σύστημα που τα γεννάει.